«Η Ελλάδα είχε κάνει για μένα κάτι που η Νέα Υόρκη, ναι, ακόμη και η ίδια η Αμερική, δεν θα μπορούσε ποτέ να καταστρέψει. Η Ελλάδα με έκανε ελεύθερο και ολόκληρο….» Χένρι Μίλερ
Η συγγραφή, το γράψιμο δεν είναι αυτό που νομίζουν οι περισσότεροι. Είναι κάτι το απόλυτα διαφορετικό κάθε φορά και για κάθε άτομο. Για παράδειγμα, όταν ο Χένρι Μίλερ λέει «Νέα Υόρκη» εννοεί ένα «ψυχοσφαγείο» – ένα παράρτημα της επίγειας κόλασης σπαρμένης με άδεια ολογράμματα, που παριστάνουν τους ανθρώπους – και όχι το Άγαλμα της Ελευθερίας. Όταν λέει «Παρίσι» δεν εννοεί τον Πύργο του Άιφελ και τον Σηκουάνα, αλλά τα μποέμ καταγώγια, τις καλλιτεχνικές συναναστροφές και κρασοκατανύξεις που καταλήγουν σε δημιουργικές ονειρώξεις.
Και όταν λέει «Ελλάδα» εννοεί πολλά περισσότερο από μια χώρα – γι’ αυτόν σημαίνει το φως και μια αρχέγονη αίσθηση εσωτερικής και εξωτερικής ελευθερίας. Γι’ αυτό και ο Μίλερ δεν ήταν απλώς ένας συγγραφέας, αλλά ένα φαινόμενο της ζωής. Ήταν μια πνευματική καταιγίδα που δεν χωρούσε σε ράφια βιβλιοθηκών, ούτε σε κριτικά πλαίσια. Ήταν η ίδια η ακατέργαστη ουσία της ανθρώπινης εμπειρίας, χυμένη με πάθος σε μελάνι και χαρτί, γεμάτη ιδρώτα, δάκρυα, αλκοόλ, σπέρμα και φως. Όλα αυτά δεν θα μπορούσαν όμως να μεταστοιχειωθούν σε βιβλία, αν δεν υπήρχε η στοιχειώδης αυτοπειθαρχία, που θα του επέτρεπε να ανθίσουν τα ταλέντα του σε ένα πνευματικά στέρεο έδαφος.
Ο ίδιος περιέγραφε ωστόσο τον εαυτό του ως έναν «μεγαλοφυή τεμπέλη», που πέρασε από την κόλαση της καθημερινότητας, της βιοπάλης, του εργοστασίου, του γραφείου, της αποξένωσης στην «πιο μεγάλη και πιο άδεια πόλη του κόσμου» (Νέα Υόρκη), για να φτάσει στην αυτογνωσία και να τολμήσει τη μεγάλη απόφαση: να γίνει συγγραφέας όχι από επάγγελμα, αλλά από υπαρξιακή ανάγκη. «Δεν έχω να παρουσιάσω τίποτε απολύτως ως καρπό των μόχθων μου, εκτός από τη μεγαλοφυΐα μου. Έρχεται όμως κάποια στιγμή, ακόμη και στη ζωή ενός μεγαλοφυούς τεμπέλη, που είναι υποχρεωμένος να πετάξει τις παραπανίσιες αποσκευές στη θάλασσα. Αν είσαι μεγαλοφυΐα, είσαι υποχρεωμένος να το κάνεις αυτό, τουλάχιστον για να κτίσεις έναν μικρό, κατανοητό, δικό σου κόσμο, που να μην καταρρέει με την παραμικρή δυσκολία», έγραφε ο Μίλερ στην Μαύρη Άνοιξη (1936). «Στην Ελλάδα για πρώτη φορά κατάλαβα τι θα πει να είσαι ελεύθερος…»
Όταν το 1939 ταξίδεψε στην Ελλάδα, ο Χένρι Μίλερ συναναστράφηκε στην Αθήνα με τον ποιητή, και μετέπειτα νομπελίστα, Γιώργο Σεφέρη, με τον ζωγράφο, γλύπτη και συγγραφέα Χατζηκυριάκο-Γκίκα και άλλους σημαντικούς διανοούμενους, με τους οποίους έζησε μια πνευματική αναγέννηση. Και στο Αμαρούσιο, ο Μίλερ συνάντησε τον ζωντανό μύθο, τον Κολοσσό του ομώνυμου βιβλίου του: τον Γιώργο Κατσίμπαλη (1899-1978).
Ο Κατσίμπαλης, παρότι μεγαλωμένος σε πλούσιο σε πνευματικά ερεθίσματα περιβάλλον και επηρεασμένος ιδιαίτερα από τον Κωστή Παλαμά, δεν ήταν απλώς ένας Έλληνας λόγιος. Για τον Μίλερ ήταν εκείνος που μπορούσε «να γαλουχήσει τους νεκρούς με τα λόγια του». Ήταν μια Φωνή. Και η φωνή αυτή έγινε για τον Μίλερ το μέσο για να αγγίξει την καρδιά της δημιουργίας. Βίωσε μαζί του μια κατάσταση, όπου οι λέξεις δεν περιέγραφαν τον κόσμο, αλλά τον αναδημιουργούσαν. Ο Κατσίμπαλης έζησε κι αυτός στο Παρίσι, όπου παρακολούθησε μαθήματα στη Νομική Σχολή της γαλλικής πρωτεύουσας. Επέστρεψε όμως στην Αθήνα και ήρθε σε επαφή με τους λογοτεχνικούς και καλλιτεχνικούς κύκλους, δημοσιεύοντας ταυτόχρονα μεταφράσεις και μελέτες για σημαντικούς Ευρωπαίους συγγραφείς, άγνωστους έως τότε στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό και προβάλλοντας τη λογοτεχνική παραγωγή της λεγόμενης Γενιάς του 1930.
Για τον Μίλερ ήταν ο «Κολοσσός του Μαρουσιού»: ένας σύγχρονος Έλληνας με το στόμα ενός Ομηρικού ραψωδού και την ψυχή ενός διονυσιακού πνεύματος. Ενσάρκωνε την ουσία της λογοτεχνίας, το πάθος της αφήγησης και την φλόγα της ζωής. Από τη μυσταγωγική τους συνάντηση προέκυψε Ο Κολοσσός του Μαρουσιού (The Colossus of Maroussi), που θεωρείται ένα από τα πιο επιδραστικά ταξιδιωτικά και φιλοσοφικά έργα του 20ού αιώνα.
Ο Μίλερ το θεώρησε ως το σπουδαιότερο έργο του, το ιερό του βιβλίο, στις σελίδες του οποίου η παραίτηση από τον υλισμό μεταστοιχειώθηκε σε αποδοχή του θαυμαστού. «Θαυμαστά πράγματα συμβαίνουν σε κάποιον στην Ελλάδα και δεν μπορούν να συμβούν πουθενά αλλού», παραδέχθηκε ο ίδιος για αυτήν τη γωνιά της ανατολικής Μεσογείου, όπου η θεϊκή μαγεία επιμένει. Παρά τους πολέμους, τη φτώχεια, τις τυραννίες, την προσφυγιά και τις μεταπολεμικές ερημώσεις, η Ελλάδα παρέμενε για τον Μίλερ ένα ιερό τοπίο όπου ακόμη και ο ουρανός έχει μνήμη. Ο Κολοσσός του Μαρουσιού δεν περιγράφει την Ελλάδα αλλά τη ζει, την ονειρεύεται, την τραγουδά, όπως έκαναν οι μύστες της αρχαιότητας για τις αγαπημένες θεές και μούσες τους. «Στην Ελλάδα για πρώτη φορά κατάλαβα τί θα πει να είσαι ελεύθερος. Εδώ έμαθα να ζω χωρίς ντροπή για την ψυχή μου… Είναι το λίκνο του φωτός. Δεν έχει να κάνει με το παρελθόν, αλλά με την ένταση της ζωής στο παρόν. Ό,τι είναι ζωντανό στον άνθρωπο, στην Ελλάδα το νιώθεις τριπλά… Η Ελλάδα ήταν για εμάς ένας τόπος φτιαγμένος για σιωπές και λέξεις. Ό,τι γράψαμε, γεννήθηκε από τη σκόνη των αρχαίων δρόμων της… Η Ελλάδα μου φανέρωσε το πρόσωπο της αιωνιότητας. Δεν υπάρχει μέρος στη γη σαν κι αυτό. Κάθε πέτρα, κάθε χορτάρι, έχει μνήμη», έγραφε ο Χένρι Μίλερ στο αριστουργηματικό του βιβλίο Ο Κολοσσός του Μαρουσιού.
«Η Ελλάδα είναι η χώρα στην οποία θα ήθελα να πεθάνω. Εκεί ο θάνατος δεν είναι τρομακτικός.» Ο Μίλερ δεν είχε λάβει κλασική παιδεία. Ωστόσο μέσα του παλλόταν ένας άλλος κόσμος, όπου η Ελλάδα δεν ήταν μόνο τόπος και λαός, αλλά μυστική αντανάκλαση του εαυτού του. Η εξιδανίκευσή του για τον ελληνικό χαρακτήρα και το φως αυτού του τόπου, όπως και η ροπή του προς τη μυθοπλασία, μπορεί κάποιες στιγμές να μοιάζουν υπερβολικές ή και αφελείς. Γρήγορα όμως ο αναγνώστης νιώθει πως εκείνος δεν υφαίνει ιστορίες, αλλά χαρτογραφεί ένα βαθύ, εσωτερικό τοπίο. Και τότε αποκαλύπτεται πως το ταξίδι του Μίλερ δεν ήταν μια ακόμη φυγή ή περιπλάνηση, αλλά ένα προσκύνημα στον άγνωστο εαυτό του, ένα ταξίδι προς τη δική του αναγέννηση.
Όπως παρατηρεί ο Βρετανός μυθιστοριογράφος Πίκο Άιερ: «Ο Κολοσσός του Μαρουσιού σηματοδοτεί τη στιγμή που ο Μίλερ, τότε 47 ετών, εγκαταλείπει τα φτηνά καφέ και τους δρόμους του Παρισιού μετά τα μεσάνυχτα, για να ξεκινήσει την ανασυγκρότηση του εαυτού του, χωρίς απολογίες, ως ένας σύγχρονος Υπερβατιστής.» Ακόμη και στην εποχή μας, αυτό το βιβλίο παραμένει μια πολυσέλιδη ερωτική επιστολή προς την ψυχή της ελληνικής ψυχογεωγραφίας. Μοιάζει με ένα υπαρξιακό και φιλοσοφικό χρονικό της απελευθέρωσης. Ένα προσκύνημα στην ομορφιά της απλότητας. Γραμμένο με μελάνι εκστατικό, κάθε σελίδα του λούζεται από το φως των ελαιώνων, την λαμπρότητα των μαρμάρων, και το νέκταρ των θεών που δεν πέθαναν, αλλά στοίχειωναν τα αρχαία ερείπια. Πάνω απ’ όλα όμως ήταν μια υπενθύμιση πως τα πιο σημαντικά ταξίδια δεν είναι γεωγραφικά, αλλά πνευματικά και αποτελούν καταστάσεις του νου. Ο Μίλερ έγραφε για την Ελλάδα, τη χώρα που του δίδαξε τη χαρά του Είναι, σαν κάποιος που έχει δει τον Παράδεισο και προσπαθούσε να τον ζωντανέψει μέσα από τα λόγια του. Ήταν ένας περιπατητής, σε μια χώρα φτωχή υλικά, αλλά πλούσια πνευματικά – αρκεί να είσαι Παρών. Δίπλα σε ψαράδες, παπάδες, ποιητές και ντόπιους αμπελοφιλοσόφους του καφενείου, ο Μίλερ ένιωσε πιο ζωντανός απ’ ό,τι ήταν ποτέ στο Παρίσι ή τη Νέα Υόρκη, στην οποία θα επέστρεφε μετά την Ελλάδα. Στο Παρίσι, ο Μίλερ είχε γίνει συγγραφέας. Επιστρέφοντας στην Αμερική από την Ελλάδα, ήταν πλέον ένας ποιητής της ζωής. Η γραφή του απέκτησε άλλον αέρα. Έγινε πιο ευρύχωρη και βαθιά. Δεν εστίαζε πια στο σώμα, αλλά στην ψυχή του κόσμου.
«Η Ελλάδα είναι η χώρα στην οποία θα ήθελα να πεθάνω. Εκεί ο θάνατος δεν είναι τρομακτικός. Είναι μια φυσική μετάβαση, ένας ύπνος κάτω από φως και γαλήνη», έγραφε ο Μίλερ για μια χώρα όπου βίωσε μια μεταμορφωτική εμπειρία της ύπαρξης, η οποία τον αναγέννησε ψυχοπνευματικά, ζωντάνεψε ξανά το παιδί μέσα του, και έγινε γι’ αυτόν πηγή αστείρευτης έμπνευσης. Ωστόσο η παράταση της παιδικότητας είναι μια επικίνδυνη ανταρσία την οποία η συμβατική κοινωνία δεν αποδέχεται. Μετά από το ταξίδι του στην Ελλάδα, το οποίο του άλλαξε τη ζωή, ο Μίλερ επέστρεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Το βιβλίο του Ο Κολοσσός του Μαρουσίου, που ήταν το τρίτο και το πιο αγαπημένο του, εκδόθηκε το 1941. Αν και είχε φύγει από την Ελλάδα εξακολουθούσε να την κουβαλάει μέσα του. «Η Ελλάδα είχε κάνει για μένα κάτι που η Νέα Υόρκη, ναι, ακόμη και η ίδια η Αμερική, δεν θα μπορούσε ποτέ να καταστρέψει. Η Ελλάδα με έκανε ελεύθερο και ολόκληρο… Σε όσους νομίζουν ότι η Ελλάδα σήμερα δεν έχει καμία σημασία, επιτρέψτε μου να πω ότι δεν θα μπορούσαν να κάνουν μεγαλύτερο λάθος», σημείωνε εμφατικά ο συγγραφέας που θα ενέπνεε την επαναστατημένη μεταπολεμική γενιά της Αμερικής. Ο «Κολοσσός» Γιώργος Κατσίμπαλης ταξίδεψε κι αυτός στις ΗΠΑ το 1954. Φιλοξενήθηκε στο σπίτι του Χένρι Μίλερ στο Μπιγκ Σερ (Big Sur) της Καλιφόρνια. Ο Κατσίμπαλης κυριολεκτικά λάτρεψε εκείνη την περιοχή, γράφοντας αργότερα: «Έμεινα στο σπίτι του για δύο ημέρες. Είναι ένα ονειρεμένο μέρος. Θα του είμαι για πάντα ευγνώμων που μου επέτρεψε να δω μια από τις καλύτερες γωνιές του κόσμου».
*Ο Γιώργος Στάμκος είναι συγγραφέας. Ζει και δημιουργεί στη Θεσσαλονίκη και ταξιδεύει συχνά στη βαλκανική ενδοχώρα. **Το κείμενο αυτό είναι προδημοσίευση από το κεφάλαιο “Χένρι Μίλερ: Ο Μεγαλοφυής Τεμπέλης” του βιβλίου του Γ. Στάμκου με τίτλο 99% Έμπνευση, το οποίο κυκλοφορεί το φθινόπωρο από τις εκδόσεις The Law of Success Publishing..

Δημοσίευση σχολίου