Η σπίθα μιας ιδέας, που εκπλήσσει και παθιάζει, παραμένει ανθρώπινο μυστήριο που πυροδοτείται από τον πόνο της εμπειρίας.
«Κάποτε ο Μίλερ είχε καρφιτσωμένο στην πόρτα της κάμαράς του ένα χαρτί που έγραφε στα ελληνικά τη λέξη ”Σ’ ΑΓΑΠΩ”. Σε ένα πάλι από τα κείμενά του γράφει: “Τίποτα δεν μπορεί να συντρίψει την ανθρώπινη καρδιά”. Κι αυτό νομίζω τα λέει όλα» Kenneth Rexroth στην εισαγωγή του βιβλίου Κλιματιζόμενος Εφιάλτης του Χένρι Μίλερ
Η σπίθα μιας ιδέας, που εκπλήσσει και παθιάζει, παραμένει ανθρώπινο μυστήριο που πυροδοτείται από τον πόνο της εμπειρίας. Πως θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Πονάω άρα Υπάρχω. Κι όσο υπάρχω, ως αστρόσκονη ζωντανεμένη στο μεγάλο εργαστήριο της γήινης βιόσφαιρας, έχω πιθανότητες να εξελιχθώ και να δημιουργήσω, να αναζητήσω την ομορφιά. Εκείνη που γεννιέται όταν κοιτάς βαθιά τον άνθρωπο, τον Ουρανό, το σύμπαν και λες: Είμαι εδώ. Ζω. Πονάω. Θέλω. Γράφω.
O Χένρι Μίλερ (1891-1980) ξεπετάχτηκε σαν εσωτερική πυρκαγιά μέσα από τα άγρια σωθικά της Νέας Υόρκης. Στην πορεία του μεταλαμπαδεύτηκε στην Ευρώπη σαν μια ανεξέλεγκτη φλόγα έμπνευσης, που αρνιόταν να ακολουθήσει τα συμβατικά μονοπάτια, κι έτσι άλλαξε τον ρου της σύγχρονης λογοτεχνίας. Ελεύθερος, άμεσος, σατυρικός αλλά ταυτόχρονα τραγικός και πάντα ειλικρινής και καλλιτεχνικά τολμηρός. Ο Μίλερ ήταν ένας κολοσσός της αντισυμβατικότητας. Ένας αφορισμένος εραστής της αλήθειας και της ελευθερίας, ο οποίος αναγέννησε τον εαυτό του μέσα από την ένδεια και την απόρριψη, ανάμεσα στις κρύες σοφίτες και στα φθηνά Καφέ του Παρισιού, συντροφιά με πόρνες, μποέμ και περιθωριακούς καλλιτέχνες – την «παρακμιακή» δεκαετία του 1930.
Χαρακτηρίστηκε ως ανυπότακτος συγγραφέας και «πατέρας» της σεξουαλικής επανάστασης, ο οποίος επηρέασε μια ολόκληρη γενιά και την ώθησε να σπάσει δεσμά και ταμπού αιώνων. Το 1939, ενώ η Ευρώπη βρισκόταν για μια ακόμη φορά στο χείλος της καταστροφής, ο Χένρι Μίλερ ταξιδεύει στην Ελλάδα. Εκεί συναντά τον φίλο και Άγγλο συγγραφέα Λόρενς Ντάρελ, ο οποίος ζούσε με τη μητέρα και τα αδέλφια του στην Κέρκυρα, έχοντας ερωτευτεί το νησί και την Ελλάδα. Ο Μίλερ μέχρι τότε δεν είχε ιδέα πως ήταν η σύγχρονη, ζωντανή Ελλάδα, παρά μόνον η φιλολογική, η κλασική.
Ο Ντάρελ – ένας μεγάλος εραστής των λέξεων και των τόπων – μέσα στη μυρωδιά των πεύκων, στη σκιά των αιωνόβιων ελιών και την αρμύρα του Ιονίου πελάγους, τον μυεί στα μυστικά της ελληνικής ψυχής και της απόλαυσης του αιώνιου Τώρα. Ο Μίλερ, με τη σειρά του, βρίσκει στην Ελλάδα έναν αρχέγονο καθρέφτη ελευθερίας. «Το φως της Ελλάδας άνοιξε τα μάτια μου»
Την ώρα που ο καρκίνος του φασισμού και του ναζισμού εξαπλωνόταν σε μια διαταραγμένη Ευρώπη, ο Μίλερ βρέθηκε στην Ελλάδα για να θυμηθεί και να μυηθεί στη χαρά της ζωής και του Είναι. «Στην Ελλάδα επιθυμείς να κολυμπήσεις στον ουρανό. Θέλεις να πετάξεις τα ρούχα σου, να πηδήξεις τρέχοντας και να βουτήξεις στο γαλάζιο. Θέλεις να αιωρηθείς στον αέρα σαν άγγελος, να ξαπλώσεις στο χορτάρι και να χαρείς με αυτόν τον καταπληκτικό τρόπο την έκσταση. Πέτρα και ουρανός εδώ παντρεύονται. Είναι η αέναη αυγή της αφύπνισης του ανθρώπου», γράφει ο Χένρι Μίλερ στα απομνημονεύματά του από την Ελλάδα, που μοιάζουν με γλυκιά εξομολόγηση για μια χώρα που πεινούσε και πάσχιζε να ξεπεράσει τον διχασμό λίγο πριν τη ματωμένη αυγή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Μόλις πάτησε σε ελληνικό χώμα η γη τον αναγνώρισε, λες και ήταν αρχαίος σοφός που επέστρεφε στον γενέθλιο τόπο του. Έλεγε πως «το φως της Ελλάδας άνοιξε τα μάτια μου, διείσδυσε στους πόρους μου, επεκτάθηκε σε όλο μου το είναι». Σε αυτήν τη χώρα του μεσογειακού νότου ο Μίλερ βρήκε μια αυθεντική πηγή έμπνευσης και δημιουργίας. Τον ουσιαστικό λόγο για να γράψει – όχι γιατί έπρεπε, αλλά γιατί δεν μπορούσε να μην γράφει. Τί άλλο να ζητήσει ένας συγγραφέας; Ο περιπλανώμενος Χένρι Μίλερ, ζώντας εννέα μήνες σε αυτή τη μεσογειακή χώρα, ένιωσε πως «η Ελλάδα είναι το σπίτι των θεών. Μπορεί να έχουν πεθάνει, αλλά η παρουσία τους εξακολουθεί να γίνεται αισθητή. Οι θεοί είχαν ανθρώπινες διαστάσεις: δημιουργήθηκαν από το ανθρώπινο πνεύμα», έγραψε.
Συνοδευόμενος από τον Βρετανό φίλο του, Λόρενς Ντάρελ, ο Μίλερ επισκέφθηκε την Αθήνα, την Επίδαυρο, τις Μυκήνες, κατέπλευσε στην Ύδρα, στην Κρήτη και την Κέρκυρα. Ταξίδεψε και σε άλλα μέρη της χώρας, για να «θρέψει την ψυχή του» με φως και θεϊκή έμπνευση. Ένιωθε πως οι αρχαίοι θεοί εξακολουθούν να περπατούν ανώνυμα στα καφενεία, και τους βοσκούς της ελληνικής υπαίθρου να γίνονται ποιητές με στίχους που εξατμίζονται στο φως. Έπινε νερό από αρχαίες και ιερές πηγές, κοιμόταν σε ξενοδοχεία «γεμάτα παρελθόν και μούχλα», και ένιωθε ότι κάθε πέτρα είχε κάτι να διηγηθεί. Κάθε παλιό κρεβάτι, που έτριζε, ήταν σα να γράφει ποίηση. «Νιώθω σαν κατσαρίδα που έρπει ανάμεσα στα χαλάσματα παλιών μεγαλείων… »
Στη φτωχή και αγροτική Ελλάδα του 1939 ο αιρετικός συγγραφέας, ο οποίος περιπλανήθηκε στο Παρίσι των μποέμ και των αισθησιακών απολαύσεων, δεν βρήκε την ευδαιμονία – αν και ευδαιμονία είναι να τα πας καλά με τους «δαίμονές» σου, τουτέστιν με τα πάθη σου –, αλλά την καθαρότητα. Η ψυχή του συγγραφέα αγκάλιασε το πρωτόλειο, το αυθεντικό, το ιερό. Όταν ένα κοπάδι πρόβατα λίγο έλειψε να τον ποδοπατήσει, ενώ χαλάρωνε γυμνός σε μια παραλία, ο Μίλερ δεν είδε ένα παρολίγον ατύχημα. Για αυτόν ήταν μια επιφοίτηση. Ήταν ένα στιγμιότυπο θεϊκής γελοιότητας, που μόνο η Ελλάδα, με την ασύλληπτη ικανότητά της να δημιουργεί κωμικοτραγικές καταστάσεις, μπορούσε να προσφέρει.
Στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου ο συγγραφέας ένιωσε μια ειρήνη που ξεπερνά κάθε κατανόηση. Περιδιαβαίνοντας τα ερείπια των Μυκηνών και τον τάφο του Αγαμέμνονα αισθάνθηκε να δονείται η ύπαρξή του από μια αρχέγονη αλήθεια: «Νιώθω σαν κατσαρίδα που έρπει ανάμεσα στα χαλάσματα παλιών μεγαλείων… Από εκείνη την ημέρα η ζωή μου αφιερώθηκε στην ανάκτηση της θεότητας του ανθρώπου. Ειρήνη σε όλους τους ανθρώπους, λέω, και ζωή πιο άφθονη!» έγραψε. Στην Ελλάδα, κάτω από τις ελιές και τα κυπαρίσσια, ανάμεσα σε τζιτζίκια και χαλάσματα αιώνων, ο Μίλερ άρχισε να ανασαίνει αλλιώς. Ένιωσε σαν ποιητής που ανακαλύπτει ξανά την χαμένη θεία έμπνευση, τον Λόγο.
*Ο Γιώργος Στάμκος είναι συγγραφέας. Ζει και δημιουργεί στη Θεσσαλονίκη και ταξιδεύει συχνά στη βαλκανική ενδοχώρα. *Το κείμενο αυτό είναι προδημοσίευση από το κεφάλαιο “Χένρι Μίλερ: Ο Μεγαλοφυής Τεμπέλης” του βιβλίου του Γ. Στάμκου με τίτλο 99% Έμπνευση, το οποίο κυκλοφορεί το φθινόπωρο από τις εκδόσεις The Law of Success Publishing
Αναδημοσίευση από:Παράλαξη

Δημοσίευση σχολίου