Της Κατερίνας
Γραμματικού

Ο M. Foucault, μιλώντας για την Ετεροτοπία,
περιγράφει χώρους που λειτουργούν έξω από την κανονικότητα, χώρους που
ανατρέπουν ή αμφισβητούν τους συνηθισμένους κανόνες. Φυλακές, νοσοκομεία,
μουσεία, θέατρα, ξενοδοχεία, πανηγύρια, βιβλιοθήκες, καράβια· τόποι που
συγκροτούν ένα παράλληλο σύμπαν μέσα στον (μικρο)κόσμο.
Το Ανάπλι είναι από μόνο του μια
ετεροτοπία. Εκεί όπου η πόλη ανατρέπει τους κανόνες της κοινωνίας: τα περάσματα
καταπατούνται και τα καφενεία καταλαμβάνουν τα περάσματα. Τα αδέσποτα
μπλέκονται με τα δεσποζόμενα (κάποτε θα γίνουν κι αυτά αδέσποτα), οι ασθενείς
κινούνται μέσα κι έξω από το νοσοκομείο, οι νεκροί κοιμούνται αιώνια στο
κοιμητήριο και κάπου κάπου ανασταίνονται. Όλα μοιάζουν παράδοξα κανονικά.
Σκέφτομαι αν θα διαμαρτυρόταν ποτέ
κάτοικος αυτής της πόλης για τις θέσεις παρκινγκ που χάνονται ή για τον
εκτοπισμό του από τη συνοικία όπου ζει χρόνια. Τώρα που το μικρό οικοσύστημα
στο οποίο διαβιώνει έγινε προϊόν αγοραπωλησίας, ένα γυαλιστερό Brand name
αποκτά σταθερή χρηματιστηριακή αξία. Αν γκρεμιζόταν ένα ιστορικό κτίριο, θα
έκανε κάποιος άραγε απεργία πείνας, όπως συμβαίνει με τα προσφυγικά της οδού Αλεξάνδρας
στην Αθήνα ...
Η πόλη μουσειοποιείται, μνημειοποιείται·
το γραφικό και οι «θησαυροί» της εμπορευματοποιούνται από την τουριστικοποίηση·
Και η φλυαρία μου γίνεται παραλήρημα απελπισμένου.
Πού βρίσκεται ο σταθμός για τη
στάση του Συλλογικού Ασυνείδητου;
«Λίγο πιο κάτω· στρίψτε μετά την Πύλη της Ξηράς.
Το πέρασμα είναι πάντα
συμβολικό», λένε.
Μπαίνω ανάμεσα στον κόσμο που «βγαίνει».
Μοιάζει με ειρηνική επανάσταση, αλλά η κούραση -η μόνιμη εξάντληση αιώνων τώρα-
την κρατά καθιστική. Ο κόσμος απαιτεί τη θέση που είχε στο μεταεμβολιασμένο
κοσμικό στερέωμα· διεκδικεί ψυχαγωγία, μια θέση στο γήπεδο, στο θέατρο, στο
τραπεζάκι του. Κάνει κράτηση από νωρίς, θέλει βεβαιότητα για την εμπειρία που
θα ζήσει. Πληρώνει ακριβά το κάθισμα, στοιχηματίζοντας σε υψηλές αποδόσεις
διασκέδασης. Αποσβένει άυλα κέρδη με κοινωνική συναναστροφή· ποντάρει ως άτομο
στο όλον για να κερδίσει μερίδια. Τον βαραίνουν οι προσδοκίες για ακριβό
αυτοκίνητο, μόδα και ταξίδια. Οι λίστες αναμονής, το ηλεκτρονικό φιλοδώρημα, τα
ασφάλιστρα, το νερό, τα δημοτικά τέλη, δεν τα μπορεί!

Θαλάσσια ρεύματα τον παρασέρνουν στα γραφικά σοκάκια της παλιάς πόλης
-κάποτε ήταν κανάλια (βλ. Βενετία). Υπομένει το άγαρμπο σκούντημα στην πλάτη, το
μηχανάκι που παραβιάζει την τάξη και την αισθητική· η αισθητική του
στραμπουλίζεται από πολεοδομικές ατασθαλίες. Τον στραβώνει το φως του ντελιβερά
που περνά ξυστά· πρέπει να κάνει άμεση παράδοση. Οι πεινασμένοι προηγούνται!
Καθόμαστε πάντα στην ίδια πλευρά της πόλης -και της Ιστορίας-, την κοσμική,
εκεί όπου δίνονται παραστάσεις με καθρέφτες. Παίζουμε Εμείς με τους Άλλους,
τους Ξένους, στους ίδιους πάντα ρόλους. Οι καθρέφτες δείχνουν το βάθος του
σκηνικού, ορίζουν αλλιώς τη θέαση, βοηθούν την ψευδαίσθηση να επιβληθεί στο
είδωλο. Ένας μαγικός τρόπος να βλέπεις τον κόσμο· να τον υποφέρεις, ρε αδελφέ.
Ο κόσμος ενώνει τα μαγαζιά και ο ουρανός
μόλις που σχάζει τα γιγαντόσωμα ιστορικά κτίρια στην παλιά πόλη. Δεν χωράμε -κι
ας σπάσαμε τα τείχη αιώνες πριν. Περπατάμε σαν οστικό κύμα ανάμεσα σε γραμμές,
δρόμους, χρόνους, in media res,
ξεκινώντας από τη μέση τις αφηγήσεις μας. Ενετικά, Φράγκικα, Οθωμανικά.
Φτάνουμε στον προορισμό που έχουμε ορίσει από πριν· εκεί όπου η πόλη σταματά
και ψάχνουμε νέα αφετηρία: Πρόνοια, Συνοικισμός - οι πρόσφυγες έγιναν μόνιμοι
κάτοικοι, κρατώντας ζωντανό το αυθεντικό στοιχείο της πόλης. Επιστρέφουμε
πάντα, για να έχουμε πού να ξαναπάμε.
Στην πίσω πλευρά του φεγγαριού, τα φώτα σβηστά. Στις άκριες της πόλης οι καταυλισμοί βαλτώνουν, τα φουγάρα ασθμαίνουν, τα πλοία αφήνουν καπνιά. Έρχονται κι άλλα, μεγαλύτερα -έτσι λένε οι
αναπτυξιολόγοι που μετρούν τα συμφέροντα μιας χούφτας Ολιγαρχών… γι’ αυτό σκάβουν και τσιμεντώνουν το λιμάνι.
Η μαρίνα θα ανήκει στους Ολίγους και η Μαρίνα πάντα σε Έναν. Οι πολλοί θα παραμένουν καμαρότοι, ευγενικά θαλαμηπόλοι· οι καπετάνιοι λίγοι.
Από τις ταβέρνες ανάμεσα στα σοκάκια και τις
δρομόσκαλες, αναδύεται υψηλή τέχνη γαστριμαργίας, διανθισμένη με νότες
σοταρισμένου σκορδάκι. Ακούγονται διαταγές και βρισιές από την κουζίνα του σεφ.
Το σκόρδο -να το πούμε κι αυτό— είναι βασικό κομμάτι του εθνικού μας προϊόντος·
όχι ο αγρότης που το παράγει, αλλά το υψηλό βαλάντιο του πιάτου που το
περιέχει. Η μαγειρική παιδεία μετατρέπει τη διατροφική ανάγκη σε Τέχνη,
προσθέτοντας αξία.
Μαζί με τα σκόρδα, την Τέχνη, τη θέαση
και τη ραστώνη πάνω σε φρεσκοπλυμένα κλινοσκεπάσματα, τα μνημεία της πόλης
μνημειώνουν την εμπειρία του επισκέπτη με μια καλή selfie. Η πόλη μπορεί τελικά
να οριστεί γεωγραφικά από τα φουγάρα της, αν ενώσεις τις τελίτσες.
Είμαι ξανά στη χαρούμενη, ημιφωτισμένη πλευρά της Ετεροτοπίας. Οι φυλακές υπάρχουν μέσα μου, όπως μέσα κι έξω. Έλεγχος και επιτήρηση εντός φυλακής, κι εκτός φυλακής. Η ανάσα μου κολλά στην εκπνοή του διπλανού· άλλη αλκοολική σύσταση: 12% εγώ, 40% εκείνος. Βλέπουμε όμως τα ίδια όνειρα στα ίδια στέκια. Πίσω από τα σύννεφα των τσιγάρων -που το κόψαμε κι αυτό για την υγειά μας (λένε) - στα μόρια του αέρα ακροβατούν τα πιο βαριά μυστικά. Όσο το σκέφτομαι, τόσο θέλω να καταναλώνω μνήμες· κι ας με κουράζει να τρώω κάθε φορά το ίδιο τουριστικό προϊόν.
Φωτογραφίες Κατερίνας Γραμματικού
Δημοσίευση σχολίου