Ανάμεσα στα βιβλία η σκόνη

 

Έκθεση βιβλίου στο Ναύπλιο (φωτο Κ.Γ.)

Της Κατερίνας Γραμματικού

Ο λογοτεχνικός Αύγουστος έφυγε. Η έκθεση βιβλίου στο Ναύπλιο τελείωσε. Τι μας άφησε; Αρώματα από αιθέρια έλαια, σαπούνια, ζιργκόν, επιχρυσωμένα μέταλλα και μια επαναλαμβανόμενη κασέτα να μας καλεί σε παρουσία.

Εκείνο που σημαδεύει κάθε φορά την ίδια έκθεση, τα τελευταία ας πούμε χρόνια, όπως παρατηρώ, είναι η απουσία των πνευματικών, των ακαδημαϊκών, των αιρετών και αυθαίρετων (γιατί όχι), που -πλην ελαχίστων εξαιρέσεων- βρίσκονται ψυχή τε και σώματι μονίμως κάπου αλλού: σε πιο σημαντικά, πιο ψυχαγωγικά δρώμενα. Ποιος ξέρει! Ίσως γιατί στις μέρες μας οι “σημαντικοί” αυτοί άνθρωποι δεν έχουν ποτέ χρόνο. Κινούνται γρήγορα στο απροσπέλαστο του χρόνου και στη βαρύτητα των “σπουδαίων” τους καθηκόντων.

 Η έκθεση μοιάζει με μια γέφυρα στο Ευ ζην. Η τοποθεσία της, μοιάζει με παράκαμψη, μια φωτεινή διάβαση προς τον προορισμό καθενός: την ταβέρνα, το Bar, τις μεγάλες συναυλίες του Καλοκαιριού.

Χαμογελαστοί πωλητές κέρδιζαν σε συμπάθεια, αποκομίζοντας το ευτυχισμένο βλέμμα του φιλαναγνώστη, τη μανία του βιβλιοφάγου, τον αγνωστικισμό του περαστικού.

Οι μπεστελερίστες θριαμβολόγησαν και φέτος, παίρνοντας πρώτη θέση στη γραμμή του μετώπου. Δοκιμασμένα και σίγουρα χαρτιά, παρασημοφορούνται με τιμές και δόξες, και οι συγγραφείς τους, έμπλεοι ικανοποίησης, αφήνουν τη σκιά τους για ρούχο στο παραπέτασμα.

Τίτλοι νοτισμένοι από την υγρασία και τη θάλασσα αναβαπτίζουν πολυκαιρινά αναγνώσματα και εμφανίζονται αδιάβροχοι στην ανατύπωση, υπό την αιγίδα ενός δυνατού εκδότη.

Η ζέστη σε ακολουθούσε παντού. Μαζί με την υγρασία έφτιαχνε δεύτερο χέρι στο δέρμα σου και εσύ σκούπιζες συνεχώς τον ιδρώτα. Ήθελες να ξεφυλλίσεις και μέσα απ’ το πρωτοσέλιδο, να διαβάσεις το οπισθόφυλλο κάποιου αβανταδόρικου τίτλου. Δεν είχες άλλο χέρι γιατί κρατούσε το κινητό.

 Σε τραγική αντίθεση με όλα αυτά και πέραν από τις λαμπρές εμφανίσεις λαϊκών τραγουδιστών στις γειτονικές αλέες της περιοχής, πέραν της οσμής του βιολογικού και του πυρηνελαιουργείου, τα σοταρισμένα σκορδάκια και το καμένο λίπος, μια θαλαμηγός, ξεχασμένη από καιρό στο λιμάνι του Ναυπλίου, παρακολουθεί σαν αυτόπτης μάρτυρας την έκθεση. Όσο μάλιστα την κοιτάζει κανείς, μέσα της κάποιος κλαίει. Είναι εκείνος ο αθεράπευτα ρομαντικός, ο εραστής των ταξιδιών και των στίχων, μαρκόνης ή καμαρότος είναι, αυτός γίνεται θεατής και το θέαμα, ο «ορών ορώμενος», την ίδια ώρα που το σκαρί του φιλοξενεί ευδαίμονες, μεσίτες και όμορφα κορμιά με μακιγιαρισμένα πρόσωπα για να αρέσουν. Όσο τρωγοπίνουν, δυναμώνει η αντίστασή τους να αφιερωθούν σε ένα τόσο ταπεινό υλικό που απαιτεί επιμονή και λίγη μοναχικότητα για να κερδιθούν τεράστια νοήματα.

 Δεν υπάρχει χρόνος, λένε πολλοί, γιατί είναι επενδεδημένος (αλλού).

Τα βιβλία δεν πουλάνε, λένε κάποιοι άλλοι. Υπάρχουν απλά άνθρωποι που επιλέγουν να μην διαβάζουν, προτιμώ να λέω.

Ο τελευταίος Αλχημιστής πάντως πρέπει να πουλήθηκε έναντι πολλών ονείρων γιατί ήταν κάλπικος. Τα οράματα γίνονται εφιάλτες στη γη των κολασμένων και ένας διαβάτης στέκεται για λίγο εμπρός από τον πάγκο: Έχετε το βιβλίο «Πώς να βελτιώσετε την απόδοση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης»; Μπορεί να το βρείτε λίγο πιο κάτω, εκεί πουλάνε χρόνο και οπτασίες σε σακούλες βιοδιασπώμενες, απαντά ο πωλητής.

Γλυκιά μελαγχολία έπεσε πάλι φέτος στους εκδότες και βιβλιοπώλες. Οι συγγραφείς, όσοι εμφανίσθηκαν, παρέμειναν ανάμεσα στις αράδες του ποταμού της σκέψης και στο πήγαινε-έλα της σκόνης.

Post a Comment

Νεότερη Παλαιότερη