
Τι συνδέει το ΔΝΤ και το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ) με την πρόωρη αποπληρωμή δημοσίου χρέους; Η διαπιστωμένη και από το ΔΝΤ επιτελική ανικανότητα της κυβέρνησης της ΝΔ να σχεδιάσει και, κυρίως, να υλοποιήσει ένα πρόγραμμα αναβάθμισης του παραγωγικού υποδείγματος της ελληνικής οικονομίας.
Η κυβέρνηση παρουσίασε την πρόωρη αποπληρωμή του χρέους ως «εθνική επιτυχία», βρίσκοντας πρόθυμους συμπαραστάτες και σε άλλους πολιτικούς χώρους. Όμως, η «επιτυχία» καταρρέει αν η πρόωρη μείωση του δημόσιου χρέους εξεταστεί σε συνδυασμό με την κριτική του ΔΝΤ για την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και τις αναλύσεις του για τα οφέλη των δημόσιων επενδύσεων. Αν στα παραπάνω προσθέσουμε και την αποδεδειγμένη ανικανότητα της κυβέρνησης της ΝΔ να υλοποιήσει ακόμη και τις επενδύσεις που η ίδια είχε σχεδιάσει στα πλαίσια του ΤΑΑ, τότε η «εθνική επιτυχία» μετατρέπεται στο ακριβώς αντίθετό της. Όμως, ας πάρουμε τα «πράγματα» με τη σειρά.
Το κυβερνητικό αφήγημα και το κρυφό ερώτημα
Η πρόωρη αποπληρωμή του δημόσιου χρέους παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση ως αυτονόητη πράξη δημοσιονομικής υπευθυνότητας: λιγότερο χρέος, χαμηλότεροι τόκοι, καλύτερο σήμα προς τις αγορές. Με αυτά τα επιχειρήματα η κυβέρνηση προσπάθησε να αποφύγει την απάντηση στο ερώτημα: Πώς θα μεταβαλλόταν ο δείκτης δημόσιο χρέος/ΑΕΠ εάν οι πόροι που χρησιμοποιήθηκαν για την πρόωρη αποπληρωμή κατευθύνονταν σε επενδύσεις που αυξάνουν το ΑΕΠ, την απασχόληση και την παραγωγικότητα; Παρένθεση: επειδή αμφισβητήθηκε η δυνατότητα χρήσης των συγκεκριμένων πόρων για επενδυτικούς σκοπούς, θυμίζουμε ότι μεγάλο τμήμα του «μαξιλαριού» αφορά στις καταθέσεις δημόσιων οργανισμών και εταιρειών (έντοκες με επιτόκιο 3,5% στην Τράπεζα της Ελλάδος), οι οποίες θα μπορούσαν να μεταφερθούν στην Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα.
Ασφαλώς, η πρόωρη αποπληρωμή χρέους έχει πλεονεκτήματα: μειώνει μελλοντικές υποχρεώσεις, ενισχύει την εικόνα φερεγγυότητας και περιορίζει κινδύνους αναχρηματοδότησης. Όμως, όσο το ελληνικό χρέος έχει μεγάλη μέση διάρκεια, όσο μεγάλο τμήμα του οφείλεται στον επίσημο τομέα, και όσο το οριακό επιτοκιακό όφελος κάθε νέας πρόωρης αποπληρωμής μειώνεται (ιδιαίτερα σε μία περίοδο έντονης ανόδου των επιτοκίων), τόσο πιο επιτακτική γίνεται η σύγκριση με την εναλλακτική χρήση των ίδιων πόρων. Τι θα απέδιδε, δηλαδή, παραγωγικά, εάν οι συγκεκριμένοι δημόσιοι πόροι λειτουργούσαν ως κεφάλαιο για επενδύσεις σε υποδομές, ενεργειακά δίκτυα, κοινωνική κατοικία, υγεία και τεχνολογική αναβάθμιση. Με απλά λόγια: το δημοσιονομικό όφελος είναι μετρήσιμο, αλλά και το χαμένο αναπτυξιακό αποτέλεσμα είναι εξίσου πραγματικό.
Η ουσιαστική αντιπαράθεση, επομένως, δεν είναι ανάμεσα σε «υπευθυνότητα» και «σπατάλη», αλλά ανάμεσα σε μια στρατηγική μείωσης του δημόσιου χρέους με λογιστικά και επικοινωνιακά χαρακτηριστικά και σε μια παραγωγική στρατηγική δημιουργίας νέου πλούτου. Μια συνεκτική στρατηγική θα συνδύαζε επαρκή ρευστότητα, συνετή αποκλιμάκωση του χρέους και δημόσιες επενδύσεις υψηλής κοινωνικής και παραγωγικής απόδοσης: εργασία, υποδομές που μειώνουν κόστη, έρευνα και ανάπτυξη που αυξάνει την παραγωγικότητα, δεξιότητες που διευρύνουν την απασχόληση. Η απουσία μιας τέτοιας στρατηγικής δεν είναι τεχνοκρατική αστοχία, είναι απόδειξη της ταξικής μεροληψίας της κυβέρνησης.
Το ΔΝΤ αμφισβητεί την κυβέρνηση
Σε αυτό το σημείο, οι επισημάνσεις του ΔΝΤ (IMF Country Report No. 26/108, May 2026) λειτουργούν ως χρήσιμο αντίβαρο στο κυβερνητικό αφήγημα. Το Ταμείο αναγνωρίζει μεν τη σημαντική αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους και τη βελτίωση της δημοσιονομικής εικόνας, αλλά ταυτόχρονα προειδοποιεί ότι οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές της ελληνικής οικονομίας περιορίζονται από το χαμηλό επίπεδο παραγωγικών επενδύσεων, την ασθενή παραγωγικότητα και τις δυσμενείς δημογραφικές τάσεις. Είναι χαρακτηριστική η αναφορά του ΔΝΤ στο έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, ενώ αποτελεί διαχρονική διαπίστωση το χαμηλό επίπεδο παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας και τα χαμηλά ποσοστά επενδύσεων σε έρευνα και ανάπτυξη.
Με βάση τις παραπάνω διαπιστώσεις, η δημόσια επένδυση δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη επιλογή δαπάνης. Είναι αναπτυξιακό εργαλείο δημιουργίας εισοδήματος, θέσεων εργασίας αλλά και φορολογικών εσόδων.
Τι προτείνει το ΔΝΤ;
Στο working paper του ΔΝΤ, οι συγγραφείς εξετάζουν τις μακροοικονομικές επιδράσεις της αυξημένης δημόσιας επένδυσης στις αναπτυγμένες οικονομίες και καταλήγουν σε συμπεράσματα που έχουν άμεση σημασία για την ελληνική συζήτηση. Το βασικό τους εύρημα είναι ότι η δημόσια επένδυση αυξάνει την παραγωγή τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα, ενισχύει την ιδιωτική επένδυση και μειώνει την ανεργία, χωρίς να επιβαρύνει κατ’ ανάγκη τον λόγο δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ. Οι επιδράσεις είναι ισχυρότερες όταν υπάρχει αδρανές παραγωγικό δυναμικό και χαλαρές νομισματικές συνθήκες, ενώ εξαρτώνται αποφασιστικά από την αποτελεσματικότητα του συστήματος δημόσιων επενδύσεων. Σε τέτοιες συνθήκες, η αύξηση της παραγωγής που προκαλείται από τις επενδύσεις μπορεί να υπερβεί το πρόσθετο χρέος που απαιτείται για τη χρηματοδότησή τους.
Επιπλέον, σε ένα άλλο κείμενο εργασίας του ΔΝΤ (Working Paper WP/21/131) γίνεται η εκτίμηση ότι 1 εκατ. δολάρια δημόσιας επένδυσης σε βασικές υποδομές δημιουργεί 3-7 άμεσες θέσεις εργασίας στις ανεπτυγμένες οικονομίες, ενώ οι πράσινες επενδύσεις, η έρευνα και ανάπτυξη έχουν ακόμη ισχυρότερο αποτύπωμα. Για μια οικονομία όπως η ελληνική, που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει επίμονο επενδυτικό κενό και χαμηλότερη παραγωγικότητα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η καθυστέρηση ή η μη υλοποίηση τέτοιων επενδύσεων δεν αποτελεί ουδέτερη πολιτική επιλογή, μεταφράζεται σε χαμένο εισόδημα, χαμένες θέσεις εργασίας και ασθενέστερη μελλοντική ανάπτυξη.
Το συμπέρασμα είναι σαφές: για οικονομίες με αναγνωρισμένες ανάγκες υποδομών, επενδυτικό κενό και ικανότητα αποτελεσματικής υλοποίησης έργων, η αύξηση της δημόσιας επένδυσης μπορεί να στηρίξει ταυτόχρονα τη ζήτηση, την απασχόληση και τη μακροπρόθεσμη παραγωγική ικανότητα. Αυτό δεν σημαίνει άκριτη αύξηση δαπανών, αλλά στοχευμένη επένδυση σε έργα με υψηλή κοινωνική και παραγωγική απόδοση.
Από αυτή την άποψη, το ΔΝΤ υπενθυμίζει κάτι κρίσιμο για την Ελλάδα: η δημοσιονομική αξιοπιστία δεν εξαντλείται στη γρήγορη αποπληρωμή υποχρεώσεων. Κρίνεται και από το αν το κράτος μπορεί να μετατρέψει τους διαθέσιμους πόρους σε υποδομές, παραγωγικό κεφάλαιο, τεχνολογική αναβάθμιση, δεξιότητες και θέσεις εργασίας. Χωρίς αυτήν τη μετατροπή, η πρόωρη μείωση του δημόσιου χρέους κινδυνεύει να αποδειχθεί μια βραχυπρόθεσμη λογιστική επιτυχία με μακροπρόθεσμο αρνητικό αντίκτυπο.
Το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας
Το ΤΑΑ θα μπορούσε να λειτουργήσει ως η γέφυρα ανάμεσα στη δημοσιονομική σταθεροποίηση και την παραγωγική ανασυγκρότηση. Το ελληνικό σχέδιο «Ελλάδα 2.0» διαφημίστηκε ως ιστορική ευκαιρία μετασχηματισμού της χώρας: πράσινη μετάβαση, ψηφιακή αναβάθμιση, υποδομές, δεξιότητες, υγεία, κοινωνική συνοχή και ιδιωτικές επενδύσεις. Όμως, ο τελικός απολογισμός αποκαλύπτει ότι η κυβερνητική ρητορική περί «Ελλάδας 2.0» λειτούργησε περισσότερο ως πολιτικό αφήγημα επιτυχίας παρά ως υπαρκτό σχέδιο παραγωγικής αλλαγής. Τα υψηλά ποσοστά απορρόφησης δεν σημαίνουν κατ’ ανάγκη προσθετικότητα, η συμβασιοποίηση δεν σημαίνει ολοκληρωμένη επένδυση, και η επικοινωνιακή διαχείριση δεν σημαίνει αναπτυξιακό αποτέλεσμα.
Οι καθυστερήσεις, οι απεντάξεις έργων, οι μειώσεις στόχων και η μεταφορά δράσεων σε άλλα χρηματοδοτικά πλαίσια αλλοίωσαν τον αρχικό σκοπό του ΤΑΑ. Όταν η υλοποίηση των προγραμματισμένων επενδύσεων σε κοινωνικές κατοικίες, βρεφονηπιακούς σταθμούς, υγειονομικούς εξοπλισμούς, έργα ύδρευσης, αρδευτικά δίκτυα, ενεργειακές κοινότητες ή υποδομές πολιτικής προστασίας είτε υποβαθμίστηκαν είτε μεταφέρθηκαν εκτός ΤΑΑ, τότε το πρόβλημα δεν είναι απλώς διαχειριστικό. Είναι συγκεκριμένη πολιτική επιλογή που υπονόμευσε την ανάπτυξη προς όφελος της κοινωνίας και ιδιαίτερα των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων.
Και εδώ προκύπτει η σύνδεση της πρόωρης μείωσης του δημόσιου χρέους με την πορεία του ΤΑΑ. Η κυβέρνηση πρόβαλε την πρόωρη μείωση του χρέους ως απόδειξη επιτελικής αποτελεσματικότητας. Την ίδια στιγμή, όμως, οι καθυστερήσεις και οι απεντάξεις κρίσιμων έργων αλλά και η ίδια η διαχείριση των πόρων του ΤΑΑ προς όφελος των μεγάλων εταιρειών αποκαλύπτουν ένα κράτος ικανό να δημιουργεί ευκαιρίες μεγάλης κερδοφορίας για τους λίγους, αλλά ανεπαρκές στο να μετατρέπει τους ευρωπαϊκούς πόρους σε παραγωγικό αποτέλεσμα προς όφελος της κοινωνίας.
Με αυτήν την έννοια, η μη υλοποίηση των επενδύσεων του ΤΑΑ λειτούργησε ως μορφή κρυφής λιτότητας. Δεν εμφανίζεται ως ευθεία περικοπή δαπάνης, αλλά ως χαμένη δυνατότητα: λιγότερα έργα, λιγότερες θέσεις εργασίας, μικρότερη παραγωγική βάση και μειωμένα φορολογικά έσοδα στο μέλλον. Ακόμη και οι μακροοικονομικές προβλέψεις της κυβέρνησης ενισχύουν αυτό το συμπέρασμα.
Μετά την ολοκλήρωση του ΤΑΑ, οι προβλεπόμενοι ρυθμοί ανάπτυξης και ο σχηματισμός πάγιου κεφαλαίου για τα επόμενα χρόνια υποχωρούν αντί να επιταχύνονται. Η χώρα θα έχει πετύχει να μειώσει το χρέος της(;), αλλά όχι να αλλάξει τη θέση της στον ευρωπαϊκό καταμερισμό εργασίας, καθώς θα εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από χαμηλή παραγωγικότητα, χαμηλή προστιθέμενη αξία και περιορισμένη σύγκλιση με τους μέσους όρους της ΕΕ.
Η επιλογή για την πρόωρη αποπληρωμή του δημόσιου χρέους στερεί τη χώρα από δημόσιους πόρους που θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν ένα εναλλακτικό αναπτυξιακό σχέδιο. Και αυτός ίσως, τελικά, να ήταν ο πραγματικός στόχος της κυβέρνησης.
Πηγή: Η Εποχή

Δημοσίευση σχολίου