Μήπως, μέσα στην προσπάθειά μας να γεμίσουμε κάθε στιγμή, ξεχάσαμε πώς είναι να απολαμβάνουμε απλώς τη ζωή.
Υπάρχουν καλοκαίρια που μένουν στη μνήμη για χρόνια με το δικό τους χρώμα, τη δική τους μυρωδιά, μ' ένα τραγούδι που τα συνοδεύει, μια παραλία, ένα ταξίδι, ένα πρόσωπο, μια βραδιά που δεν θέλαμε να τελειώσει. Είναι τα καλοκαίρια που, χρόνια αργότερα, αρκεί μια μυρωδιά από γιασεμί, ένας ήχος ή ένα παλιό τραγούδι για να επιστρέψουν ξαφνικά μπροστά μας.
Και υπάρχουν και τα άλλα. Τα άχρωμα καλοκαίρια. Εκείνα που περνούν χωρίς μεγάλες συγκινήσεις, χωρίς γεγονότα που να χαράσσονται στη μνήμη. Καλοκαίρια γεμάτα φωτογραφίες αλλά φτωχά σε αναμνήσεις. Ημέρες που μοιάζουν μεταξύ τους, διακοπές που τελειώνουν και δυσκολευόμαστε να θυμηθούμε τι ακριβώς ζήσαμε. Ίσως, όμως, το πρόβλημα να μην είναι το καλοκαίρι αλλά να είμαστε εμείς.
Όταν ακόμη και η ανεμελιά χρειάζεται πρόγραμμα
Το ελληνικό καλοκαίρι υπήρξε πάντοτε συνώνυμο της ανεμελιάς. Θάλασσα, ήλιος, χωριά, νησιά, αυλές, πανηγύρια, βραδινές βόλτες και τραπέζια που κρατούν μέχρι αργά. Κάποτε οι διακοπές σήμαιναν κυρίως ένα πράγμα: απομάκρυνση από την καθημερινότητα.
Σήμερα ακόμη και η ανεμελιά έχει γίνει υπόθεση οργάνωσης. Κλείνουμε δωμάτια μήνες πριν, σχεδιάζουμε διαδρομές, αναζητούμε τις καλύτερες παραλίες, τα δημοφιλέστερα εστιατόρια και τα «κρυφά» σημεία που πρέπει οπωσδήποτε να επισκεφθούμε. Δημιουργούμε λίστες με πράγματα που πρέπει να κάνουμε, μέρη που πρέπει να δούμε, εικόνες που πρέπει να τραβήξουμε. Και όταν τελικά φτάνει η ώρα των διακοπών, έχουμε οργανώσει τόσο καλά τον χρόνο μας, ώστε δεν έχει απομείνει σχεδόν καθόλου χώρος για το απρόβλεπτο. Για μια τυχαία βόλτα. Για μια κουβέντα με έναν άγνωστο. Για ένα απόγευμα χωρίς σχέδιο. Για εκείνη τη μικρή στιγμή που δεν είχαμε προγραμματίσει και τελικά θυμόμαστε περισσότερο από όλα όσα είχαμε οργανώσει.
Όταν η καθημερινότητα ταξιδεύει μαζί μας
Υπάρχει όμως κάτι ακόμη πιο παράδοξο. Μπορεί να ταξιδέψουμε εκατοντάδες χιλιόμετρα και να πάρουμε μαζί μας ολόκληρη την καθημερινότητά μας. Το κινητό βρίσκεται συνεχώς στο χέρι. Τα μηνύματα συνεχίζονται. Τα email περιμένουν. Οι ειδήσεις φτάνουν αδιάκοπα. Τα κοινωνικά δίκτυα δεν γνωρίζουν από διακοπές.
Φωτογραφίζουμε τη θάλασσα πριν προλάβουμε να την κοιτάξουμε. Ανεβάζουμε το ηλιοβασίλεμα πριν προλάβει να γίνει δική μας ανάμνηση. Μοιραζόμαστε τη στιγμή την ώρα ακριβώς που θα έπρεπε να τη ζούμε.
Και κάπως έτσι δημιουργείται ένα παράξενο καλοκαίρι: Το σώμα βρίσκεται στην παραλία, αλλά το μυαλό παραμένει στο γραφείο. Είμαστε διακοπές, αλλά δεν έχουμε πραγματικά φύγει ποτέ.
Η κούραση πίσω από την ανεμελιά
Υπάρχει, βέβαια, και ένας βαθύτερος λόγος. Η κούραση. Φτάνουμε στον Αύγουστο εξαντλημένοι από έναν ολόκληρο χρόνο. Εργασία, οικονομικές υποχρεώσεις, άγχος, αβεβαιότητα και ένας ασταμάτητος καταιγισμός πληροφοριών έχουν ήδη καταναλώσει μεγάλο μέρος της ενέργειάς μας. Και τότε περιμένουμε από τις διακοπές να κάνουν μέσα σε λίγες ημέρες όσα δεν καταφέραμε να κάνουμε ολόκληρο τον χρόνο. Να μας ξεκουράσουν. Να μας χαροποιήσουν. Να μας αλλάξουν. Όμως η ξεκούραση δεν λειτουργεί με παραγγελία.
Δεν μπορούμε να απαιτήσουμε από μια εβδομάδα διακοπών να διορθώσει έναν χρόνο εξάντλησης. Και ίσως γι' αυτό ένα καλοκαίρι γεμάτο δραστηριότητες μπορεί τελικά να αποδειχθεί πιο κουραστικό από ένα καλοκαίρι χωρίς πρόγραμμα.
Μήπως ξεχάσαμε να βαριόμαστε;
Έχουμε περισσότερες δυνατότητες από ποτέ να ψυχαγωγηθούμε και, ταυτόχρονα, λιγότερες στιγμές πραγματικής αδράνειας. Κάθε κενό πρέπει αμέσως να γεμίσει. Ένα βίντεο. Ένα μήνυμα. Μια ανάρτηση. Μια είδηση. Μια φωτογραφία. Ακόμη και η σιωπή μοιάζει να μας προκαλεί αμηχανία.
Κι όμως, ίσως η ομορφότερη στιγμή του καλοκαιριού να είναι ακριβώς εκείνη που δεν συμβαίνει τίποτα. Να κάθεσαι κάτω από ένα δέντρο και να ακούς τα τζιτζίκια. Να κοιτάζεις τη θάλασσα χωρίς να σηκώσεις το κινητό. Να πίνεις έναν καφέ αργά. Να περπατάς σε ένα άδειο χωριό χωρίς συγκεκριμένο προορισμό. Να αφήνεις το βλέμμα να περιπλανιέται. Να βαριέσαι. Και να μη νιώθεις ενοχές γι' αυτό. Ίσως η πλήξη να μην είναι πάντα κάτι που πρέπει να νικήσουμε. Ίσως κάποιες φορές να είναι ένας χώρος όπου μπορεί να επιστρέψει η σκέψη.
Dolce far niente: η τέχνη του γλυκού τίποτα
Κάπου εδώ εμφανίζεται μια υπέροχη ιταλική έκφραση: dolce far niente. Κυριολεκτικά σημαίνει «η γλυκύτητα του να μην κάνεις τίποτα». Δεν πρόκειται για τεμπελιά. Δεν είναι αδιαφορία ούτε παραίτηση από τη ζωή. Είναι η συνειδητή επιλογή να αφήσεις τον χρόνο να περάσει χωρίς να αισθάνεσαι ότι πρέπει διαρκώς να τον αξιοποιείς. Ένας καφές μπορεί να κρατήσει μία ώρα. Μια συζήτηση στην πλατεία μπορεί να μην έχει κανέναν συγκεκριμένο σκοπό. Ένα παγκάκι, μια σκιά και ένας άνθρωπος που παρατηρεί τον κόσμο μπορούν να αποτελέσουν μια ολόκληρη δραστηριότητα. Δεν χρειάζεται να συμβεί κάτι. Αρκεί να είσαι εκεί. Αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο μάθημα του dolce far niente: η αξία μιας στιγμής δεν εξαρτάται από την παραγωγικότητά της.
Η ιταλική εικόνα και η πραγματική ζωή
Βέβαια, η εικόνα του Ιταλού που κάθεται αμέριμνος σε μια πλατεία, πίνει espresso και παρατηρεί τον κόσμο είναι εν μέρει ένας πολιτισμικός μύθος. Η σύγχρονη Ιταλία δεν είναι ένας τόπος όπου όλοι ζουν χωρίς βιασύνη. Η εικόνα αυτή δημιουργήθηκε και μέσα από τον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία, τον τουρισμό και τη διεθνή γοητεία της dolce vita. Πίσω όμως από το στερεότυπο υπάρχει μια πραγματική πολιτισμική παράδοση: η passeggiata, το aperitivo, το οικογενειακό τραπέζι, η κοινωνικότητα στις πλατείες, η συνήθεια να απολαμβάνει κανείς έναν καφέ χωρίς να τον αντιμετωπίζει ως μια γρήγορη στάση ανάμεσα σε δύο υποχρεώσεις. Το σημαντικό δεν είναι αν οι Ιταλοί ζουν πραγματικά έτσι κάθε μέρα. Σημασία έχει ότι δημιούργησαν μια λέξη για κάτι που η σύγχρονη ζωή μάς κάνει ολοένα πιο δύσκολο: να απολαμβάνουμε τον χρόνο χωρίς να του ζητάμε αποτέλεσμα.
Το ελληνικό dolce far niente
Κι όμως, ίσως δεν χρειάζεται να μάθουμε τίποτα από την Ιταλία. Η Ελλάδα έχει τη δική της, παλιά παράδοση στη χαλαρότητα. Το καφενείο του χωριού. Ο πλάτανος στην πλατεία. Η μεσημεριανή ραστώνη. Το ουζάκι δίπλα στη θάλασσα. Η κουβέντα που συνεχίζεται χωρίς να κοιτάζει κανείς το ρολόι. Το τραπέζι που στήνεται χωρίς ιδιαίτερο λόγο και τελικά κρατά μέχρι αργά. Το μπάνιο αργά το απόγευμα. Η βόλτα μετά τη δύση του ήλιου. Το ελληνικό καλοκαίρι γνώριζε ανέκαθεν ότι ο χρόνος δεν είναι μόνο κάτι που πρέπει να γεμίζουμε. Ίσως, λοιπόν, το dolce far niente να μην είναι μια ιταλική συνήθεια που πρέπει να αντιγράψουμε. Είναι περισσότερο μια υπενθύμιση για κάτι που γνωρίζουμε ήδη, αλλά κάπου στην πορεία ξεχάσαμε.
Ένα καλοκαίρι χωρίς πρόγραμμα
Ίσως η λύση να είναι απλούστερη απ' όσο φανταζόμαστε. Να αφήσουμε μία ημέρα χωρίς πρόγραμμα. Να μην αναζητήσουμε το «τέλειο» μέρος. Να μην κυνηγήσουμε την πιο δημοφιλή παραλία. Να μην αισθανθούμε υποχρεωμένοι να φωτογραφίσουμε τα πάντα. Να καθίσουμε στο μπαλκόνι με έναν καφέ και να κοιτάξουμε τον δρόμο. Να πάρουμε ένα βιβλίο και να διαβάσουμε μόνο δύο σελίδες. Να κάνουμε μια βόλτα χωρίς προορισμό. Να μιλήσουμε με έναν άνθρωπο που έχουμε καιρό να ακούσουμε. Να αφήσουμε το απόγευμα να γίνει βράδυ χωρίς να έχουμε καταλάβει πώς. Αυτό δεν είναι χάσιμο χρόνου. Είναι χρόνος που επιστρέφει σε εμάς.
Το χρώμα βρίσκεται στις μικρές στιγμές
Ένα καλοκαίρι δεν χρειάζεται να είναι γεμάτο ταξίδια για να είναι σημαντικό. Μπορεί να είναι μια συνηθισμένη ημέρα του Αυγούστου. Ένα τραπέζι με ανθρώπους που αγαπάμε. Ένα καρπούζι κομμένο στη μέση. Ένα παλιό τραγούδι από ένα ανοιχτό παράθυρο. Ένα βραδινό μπάνιο. Μια κουβέντα μέχρι αργά. Μια μυρωδιά από γιασεμί. Ένα φεγγάρι πάνω από μια ήσυχη θάλασσα.Αυτές οι στιγμές δεν κοστίζουν σχεδόν τίποτα. Κι όμως, μπορεί να αξίζουν περισσότερο από ένα ολόκληρο πρόγραμμα διακοπών. Γιατί οι αναμνήσεις δεν δημιουργούνται απαραίτητα εκεί όπου συμβαίνουν τα περισσότερα. Δημιουργούνται εκεί όπου αισθανόμαστε περισσότερο.
Το πιο όμορφο «τίποτα»
Ίσως τελικά το άχρωμο καλοκαίρι να μην είναι εκείνο που δεν είχε αρκετά γεγονότα. Ίσως να είναι εκείνο που δεν προλάβαμε να ζήσουμε. Μπορεί να πήγαμε σε υπέροχα μέρη και να μην τα κοιτάξαμε πραγματικά. Να γνωρίσαμε καινούργιες παραλίες αλλά να μην αφήσαμε καμία να γίνει δική μας ανάμνηση. Να τραβήξαμε εκατοντάδες φωτογραφίες και να δυσκολευόμαστε, όταν επιστρέψουμε, να θυμηθούμε πώς νιώθαμε. Ίσως αυτό που μας λείπει δεν είναι περισσότερες εμπειρίες. Είναι περισσότερη παρουσία μέσα στις εμπειρίες που ήδη έχουμε.
Το dolce far niente δεν μας καλεί να εγκαταλείψουμε τη δράση. Μας θυμίζει απλώς ότι η ζωή δεν αποτελείται μόνο από όσα προλαβαίνουμε να κάνουμε. Αποτελείται και από εκείνες τις στιγμές που δεν κάνουμε απολύτως τίποτα και, παρ' όλα αυτά, νιώθουμε ότι ζούμε περισσότερο. Ένας καφές. Μια σκιά. Μια κουβέντα. Η θάλασσα. Ένα απόγευμα. Το τίποτα. Το γλυκό τίποτα. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το χρώμα που έλειπε από το φετινό καλοκαίρι. Όχι περισσότερες εμπειρίες. Περισσότερη παρουσία. Γιατί το καλοκαίρι δεν γίνεται αξέχαστο επειδή κάναμε πολλά. Γίνεται αξέχαστο όταν, έστω για λίγο, σταματήσαμε να βιαζόμαστε και αισθανθήκαμε ότι ήμασταν πραγματικά εκεί.


Δημοσίευση σχολίου