Οἱ στρατηγικὲς πολιτικοῦ καὶ κοινωνικοῦ ἐλέγχου πάντοτε συνοδεύονται ἀπὸ θεωρίες, οἱ ὁποῖες ἔρχονται νὰ συμπορευτοῦν καὶ νὰ παράσχουν τὴν ἀναγκαία ἰδεολογικὴ νομιμοποίηση. Νὰ γίνουν δεκανίκια, θὰ ἔλεγαν κάποιοι πιο λαϊκά.
Τὰ
τελευταῖα τριάντα χρόνια, τὸ πολιτικὸ σκηνικὸ τῆς Ἑλλάδας κυριαρχεῖται ἀπὸ
δυνάμεις ποὺ ἐναλλάσσονται στὴν ἐξουσία καὶ κινοῦνται στὸ φάσμα τῆς
φιλελεύθερης καὶ τῆς ἀριστερῆς ρητορικῆς, συχνὰ μὲ ποικίλες συνθέσεις τῶν δύο.
Στὸ σκηνικὸ ὑπάρχει βεβαίως καὶ μία ρητορικὴ ἐθνοσυντηρητισμοῦ, ἡ ὁποία ὡστόσο
δὲν ἔχει, μέχρι στιγμῆς, τὴν ἀπήχηση ποὺ ἔχει ἀποκτήσει σὲ χώρες ὅπως ἡ Γαλλία
καὶ ἡ Γερμανία.
Τόσο
οἱ θεωρίες ποὺ παρέχουν ὑποστήριξη σὲ φιλελεύθερες πολιτικὲς στρατηγικὲς ὅσο καὶ
ἐκεῖνες ποὺ πράττουν τὸ ἴδιο γιὰ ἀριστερὲς ἢ, κατ’ εὐφημισμόν, ἀριστερὲς
στρατηγικές, ἀρνοῦνται ἢ ἀδυνατοῦν νὰ δοῦν στὶς ριζικές του διαστάσεις ἕνα
θεμελιῶδες ζήτημα τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης: τὸ ζήτημα τῆς ἀλλοτρίωσης. Ἀφήνουν ἀνέγγιχτο
τὸν τρόπο συγκρότησης τοῦ ὑποκειμένου μέσα στὸ συμβολικὸ καὶ, μαζί του, τὸν
πυρήνα τῆς θέλησης γιὰ κυριαρχία, μὲ τὸν ὁποῖο ἡ συγκρότηση αὐτὴ εἶναι
συνυφασμένη.
Ἀπὸ
τὴ μία πλευρά, ἡ φιλελεύθερη ἰδεολογία δὲν ἀμφισβητεῖ τὴ θέληση γιὰ κυριαρχία, ἀλλὰ
ἐπιχειρεῖ, μὲ τὸν ἕναν ἢ τὸν ἄλλον τρόπο, νὰ τὴ διοχετεύσει σὲ ἕνα ἰδεολογικὰ
νομιμοποιημένο καὶ θεσμικὰ ὀργανωμένο ἀνταγωνιστικὸ σύστημα. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἡ
παραδοσιακὴ ἀριστερὴ ἰδεολογία κάποτε ὑποστήριξε τὴ διοχέτευση αὐτῆς τῆς
θέλησης μέσα σε συλλογικές κοινωνικὲς καὶ παραγωγικὲς δομές, ἐνῶ ἡ σημερινὴ ἀριστερὰ
ἔχει σὲ μεγάλο βαθμὸ μετατοπίσει τὸ αἴτημα σὲ εὐχολόγια μετριασμοῦ τοῦ
παιχνιδιοῦ, ἀναγνώρισης καὶ συμπερίληψης τῆς ἑτερότητας σὲ αὐτό.
Ἔτσι,
φορεῖς τῆς διαιώνισης τοῦ παιχνιδιου τῆς κυριαρχίας δὲν εἶναι μόνο τα μέλη τῆς
κοινωνίας, τὰ ὁποῖα βλέπουμε καθημερινὰ μὲ ποικίλους τρόπους στὸν δημόσιο καὶ ἰδιωτικὸ
χῶρο νὰ διαιωνίζουν αὐτὸ τὸ παιχνίδι, ἀλλὰ καὶ οἱ πολιτικοὶ ἐνορχηστρωτές του,
καὶ φυσικὰ οἱ ἰδεολογικοὶ στηλοβάτες του.
Εἶναι
αὐτονόητο ὅτι ἡ συνεισφορά αὐτὴ προσφέρει ἀναγνώριση καὶ ἀποδοχὴ ἀπὸ τὰ ἀντίστοιχα
ἀκροατήρια. Εἰδικὰ στοὺς ἀριστεροὺς ἔχει δώσει καὶ τὴ δυνατότητα ἀπὸ τη
δεκαετία τοῦ ’80 νὰ ἐλέγχουν τὴ διαμόρφωση τῆς σύνθεσης καὶ τῆς ἰδεολογικῆς
κατεύθυνσης τοῦ πανεπιστημιακοῦ χώρου στὶς κοινωνικὲς καὶ σὲ μεγάλο βαθμὸ καὶ
στὶς ἀνθρωπιστικὲς ἐπιστῆμες. Ἡ κυριαρχία αὐτῶν τῶν ὁμάδων ἐνισχύεται καὶ ἀπὸ τὸ
γεγονὸς ὅτι οἱ νέοι ἐρευνητὲς ἕλκονται ἢ προσαρμόζονται σὲ αὐτές, προκειμένου νὰ
ἔχουν κάποια ἐπαγγελματικὴ καὶ ἀκαδημαϊκὴ ἐξέλιξη. Ἐκείνους ποὺ διαφοροποιοῦνται,
τοὺς τρώει ἡ μαρμάγκα — στὸ ὄνομα, βεβαίως, τῆς ἑτερότητας.
Ὡστόσο,
τί εἴδους διαφοροποίηση μπορεῖ νὰ ὑπάρξει, χωρὶς νὰ πέσει στὴν παγίδα ἑνὸς
συμπλεγματικοῦ συντηρητισμοῦ; Μία διαφοροποίηση ποὺ ἀναγνωρίζει ὅτι οἱ δύο αὐτὲς
προσεγγίσεις δὲν εἶναι ἐντελῶς ἐσφαλμένες. Ὡστόσο, στὸν βαθμὸ ποὺ δὲν ἀγγίζουν
τὸ θεμελιῶδες βιωματικὸ διακύβευμα, εἶναι ταυτόχρονα ἡμιτελεῖς. Τὸ διακύβευμα αὐτὸ
εἶναι τὸ διακύβευμα τῆς αὐτοσυνειδησίας, μέσῳ τῆς ὁποίας ἡ βούληση εἶναι δυνατὸν
νὰ ἀπαγκιστρωθεῖ ἀπὸ τὶς ἀλλοτριωτικές φαντασιώσεις κυριαρχίας καὶ νὰ
συμφιλιωθεῖ μὲ τὸν ἑαυτό της καὶ μὲ τοὺς ἄλλους.
Τὸ
διακύβευμα αὐτὸ δὲν τὸ βλέπουν οἱ κυρίαρχες ὁμάδες τοῦ σύγχρονου ἀκαδημαϊκοῦ
κόσμου. Κι ἂν ἀκόμη κάποιοι τὸ διακρίνουν, τὸ ἀκυρώνουν μὲ ποικίλους τρόπους,
καθὼς ἡ ἀναγνώρισή του καὶ ἡ ἀνταπόκριση σὲ αὐτὸ θὰ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἀπωλέσουν
μέρος τῆς ἀποδοχῆς καὶ τῆς ἀναγνώρισης ποὺ σήμερα ἀπολαμβάνουν. Δὲν εἶναι εὔκολο
γιὰ κανέναν νὰ θέσει ὑπὸ ἀμφισβήτηση τοὺς ὅρους μέσα στοὺς ὁποίους ἔχει ἐξασφαλίσει
τὴ θέση καὶ τὴν ἀναγνώρισή του. Ὅσο, ὅμως, αὐτὸ τὸ διακύβευμα παραμένει στὴ
λήθη, ἡ αἰχμαλωσία τοῦ ἑαυτοῦ στὴ βούληση γιὰ κυριαρχία θὰ διαιωνίζεται, ἀκόμη
καὶ μέσα σὲ φιλελεύθερες ἢ ὑποτιθέμενες ἐναλλακτικὲς πολιτικὲς μορφές.


Δημοσίευση σχολίου