Η ρήξη της Γαλλίας με το ΝΑΤΟ

 


«Δεν πρόκειται για ρήξη, αλλά για αναγκαία προσαρμογή»: η φράση αυτή ήταν η κατακλείδα της συνέντευξης Τύπου στο πλαίσιο της οποίας, στις 21 Φεβρουαρίου 1966, ο πρόεδρος της Γαλλίας Κάρολος ντε Γκωλ ανακοίνωσε την πρόθεση της χώρας του να αποσυρθεί από το στρατιωτικό σκέλος του Οργανισμού του Βορειοατλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ), παραμένοντας ταυτόχρονα μέλος της Συμμαχίας. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Γάλλου προέδρου, οι νέες συνθήκες έτσι όπως είχαν διαμορφωθεί στο διεθνές τοπίο και στις σχέσεις με τις ανατολικές χώρες είχαν ως συνέπεια ο δυτικός κόσμος να μην τελεί πλέον υπό απειλή, σε αντίθεση με την εποχή κατά την οποία, καθώς ανέφερε χαρακτηριστικά, «το αμερικανικό προτεκτοράτο είχε εγκαθιδρυθεί στην Ευρώπη υπό το κάλυμμα του ΝΑΤΟ».

Η επιστολή Ντε Γκωλ στον Αμερικανό πρόεδρο Τζόνσον

Σε επιστολή που απηύθυνε στον πρόεδρο των ΗΠΑ, Λύντον Τζόνσον, ο Ντε Γκωλ εξήγησε ότι η Γαλλία έθετε επί τάπητος τη θέση της όχι στους κόλπους της Ατλαντικής Συμμαχίας, αλλά μόνο ως προς τις στρατιωτικές δομές της τελευταίας. Από αυτήν την άποψη, η χώρα είχε την πρόθεση να επανακτήσει την πλήρη κυριαρχία της, με τις όποιες συνέπειες που κάτι τέτοιο θα είχε σε ό,τι αφορούσε εκχώρηση δικαιωμάτων για τη χρήση στρατιωτικών βάσεων, τη στάθμευση συμμαχικών στρατευμάτων εντός του εθνικού εδάφους και τη χρήση του εναέριου χώρου της. Πρακτικά, η Γαλλία θα έπαυε να αποτελεί μέρος των συμμαχικών διοικήσεων, απόφαση η οποία τροποποιούσε όχι την ουσία, αλλά τη μορφή της σχέσης της με το ΝΑΤΟ.

Η έναρξη των σχετικών επαφών υπήρξε άμεση και, ένα χρόνο αργότερα, η νέα σχέση της Γαλλίας με την Ατλαντική Συμμαχία ήταν πραγματικότητα. Ετσι, από το φθινόπωρο του 1966 η χώρα έπαψε να συμμετέχει στη Στρατιωτική Επιτροπή του ΝΑΤΟ. Η συμμετοχή της στα πολιτικά όργανα της Συμμαχίας παρέμεινε ως είχε, ωστόσο τα στρατιωτικά και πυρηνικά θέματα αποτελούσαν πλέον αντικείμενο εργασιών επιτροπών όπου η Γαλλία δεν διέθετε πλέον εκπροσώπηση.

Η έδρα του ΝΑΤΟ μεταφέρθηκε από το Παρίσι στις Βρυξέλλες και, έως την 1η Απριλίου 1967, είχε πλέον ολοκληρωθεί η αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από το γαλλικό έδαφος. Με ειδικές συμφωνίες επαναπροσδιορίστηκαν, τέλος, οι στρατιωτικές σχέσεις, κυρίως ως προς τη χρήση του γαλλικού εναέριου χώρου και τη συμμετοχή της Γαλλίας στις επιχειρήσεις της Συμμαχίας. Η συμμετοχή δεν θα λάμβανε χώρα αυτόματα, αλλά κατά περίπτωση και κατόπιν σχετικής απόφασης της γαλλικής κυβέρνησης. Σε αυτήν την περίπτωση, οι γαλλικές δυνάμεις θα παρέμεναν υπό εθνική διοίκηση και θα δρούσαν στο πλαίσιο σχεδίων, τα οποία θα είχαν συμφωνηθεί από κοινού εκ των προτέρων.

Οι σχέσεις της Γαλλίας με το ΝΑΤΟ φέρνουν στο προσκήνιο τις διφορούμενες σχέσεις της χώρας με τις ΗΠΑ μεταπολεμικά, καθώς και τις ιδιαίτερες επιδιώξεις της ως προς τη διεθνή της θέση και ασφάλεια, οι οποίες περικλείουν και τις διμερείς γαλλοσοβιετικές και γαλλογερμανικές σχέσεις. Ως επικεφαλής της Προσωρινής Κυβέρνησης την εποχή της Απελευθέρωσης της Γαλλίας (1944-1945), ο Ντε Γκωλ είχε θέσει τρεις προτεραιότητες για την ασφάλεια της Γαλλίας: 1) συμμαχία με την ΕΣΣΔ, 2) συμμαχία με τo Ηνωμένο Βασίλειο και 3) αμερικανική εγγύηση ασφάλειας. Το κυρίαρχο μέλημα του Γάλλου ηγέτη ήταν σαφώς η εξουδετέρωση της γερμανικής απειλής, κάτι που εξηγεί και τη θέση του υπέρ εδαφικής αποδυνάμωσης της Γερμανίας, διατηρώντας υπό γαλλικό έλεγχο τη Ρηνανία και την περιοχή του Σάαρ, υπό πολωνικό τις ανατολικές επαρχίες, και αποδεχόμενος μια περιορισμένου βεληνεκούς Ομοσπονδιακή Γερμανία στο πλαίσιο ενός ευρωπαϊκού συνασπισμού. Οι γαλλικές επιδιώξεις δεν βρήκαν στήριξη ούτε από τη Μόσχα ούτε από το Λονδίνο. Αν και η εδραίωση της σοβιετικής κυριαρχίας στην ανατολική και την κεντρική Ευρώπη άρχισε να αυξάνει σταδιακά την αίσθηση απειλής, τουλάχιστον μέχρι και το 1946 οι γαλλικές κυβερνήσεις έθεταν ως προτεραιότητα την εξουδετέρωση του γερμανικού κινδύνου, αρνούμενες την πλήρη αποξένωση της ΕΣΣΔ στο θολό ακόμα διεθνές μεταπολεμικό τοπίο. Τελικά, η άνοδος της σοβιετικής απειλής και η απώλεια ελπίδας για εξεύρεση λύσης στο γερμανικό πρόβλημα, έτσι όπως τουλάχιστον η Γαλλία την εννοούσε, έστρεψαν τη χώρα προς αναζήτηση εγγύησης ασφάλειας είτε στο πλαίσιο των διμερών γαλλοαμερικανικών σχέσεων, είτε μέσα από έναν ευρωπαϊκό συνασπισμό προσδεδεμένο στις ΗΠΑ.

Η νέα δυναμική άρχισε να γίνεται αισθητή το 1947. Εκείνη τη χρονιά, η γαλλοβρετανική συνθήκη της Δουνκέρκης συνομολογήθηκε ελλείψει σαφούς αμερικανικής εγγύησης και εντασσόταν ακόμα στο διπλωματικό οπλοστάσιο που στόχευε στην εξουδετερώση της γερμανικής απειλής. Σύντομα, η εξέλιξη της αμερικανικής θέσης (δόγμα Τρούμαν, σχέδιο Μάρσαλ), η αναμόρφωση του διεθνούς τοπίου (αποτυχία της Τετραμερούς Συνόδου για τη Γερμανία, ίδρυση της Κομινφόρμ), αλλά και εσωτερικές εξελίξεις (αποπομπή των κομμουνιστών υπουργών της κυβέρνησης Ραμαντιέ τον Μάιο 1947, απεργίες με υπόθαλψη και του Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας) αποτέλεσαν αποφασιστικούς παράγοντες που δρομολόγησαν τους Γάλλους ιθύνοντες στη λογική του Ψυχρού Πολέμου. Σε αυτό το πλαίσιο, το σύμφωνο των Βρυξελλών (Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Μπενελούξ) κατέχει μια ενδιάμεση θέση, καθώς έθετε τα θεμέλια ενός αντιγερμανικού, αλλά εκ των πραγμάτων και αντισοβιετικού συνασπισμού. Παράλληλα, η διεθνής πόλωση άνοιξε τον δρόμο για απτή αμερικανική δέσμευση ασφάλειας με την έναρξη, τον Ιούλιο 1948, των εργασιών για τη συνομολόγηση του Βορειοατλαντικού Συμφώνου.

Οι διμερείς αγγλοαμερικανικές σχέσεις αφενός, η δοκιμασία στην οποία έθεσε τις γαλλοαμερικανικές σχέσεις η αποικιακή πολιτική της Γαλλίας στις υποθέσεις της Ινδοκίνας και αργότερα της Αλγερίας αφετέρου, υπήρξαν δύο θεμελιώδεις παράμετροι της αποξένωσης, τελικά, της χώρας από τη Συμμαχία. Η επιδείνωση υπήρξε αισθητή ήδη από την κρίση του Σουέζ (1956) και εξής, όταν η έλλειψη στήριξης από τις ΗΠΑ προκάλεσε έντονο αντιαμερικανισμό και κυρίως απέδειξε ότι τα εθνικά συμφέροντα της Γαλλίας δεν νοούνταν μέσα στο πλαίσιο των κοινών συμμαχικών συμφερόντων. Παρομοίως εκλήφθηκαν οι πωλήσεις όπλων από τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο προς την Τυνησία το 1957, εν μέσω του πολέμου της αλγερινής ανεξαρτησίας, όπως και η σύσταση αγγλοαμερικανικής μεσολαβητικής αποστολής κατόπιν του βομβαρδισμού του οικισμού Σακιέτ Σίντι Γιουσέφ στην επικράτεια της ίδιας χώρας από γαλλικές στρατιωτικές δυνάμεις.

Η καθεστωτική αλλαγή που επήλθε στη Γαλλία το 1958 με τη μετάβαση από την Τέταρτη στην Πέμπτη Γαλλική Δημοκρατία υπό το βάρος του πολέμου της Αλγερίας, επανέφερε τον Ντε Γκωλ στην εξουσία αρχικά ως τελευταίο πρωθυπουργό του καταρρέοντος καθεστώτος και εν συνεχεία ως πρώτο πρόεδρο του νέου. Εν μέσω αυτής της εύθραυστης συγκυρίας, το θέμα των σχέσεων της Γαλλίας με το ΝΑΤΟ πρόβαλε επιτακτικά έπειτα από τη συντονισμένη στρατιωτική παρέμβαση των ΗΠΑ στον Λίβανο και του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ιορδανία, ως επακόλουθο της ιρακινής επανάστασης του 1958. Ο Ντε Γκωλ απηύθυνε ωστόσο διπλωματική νότα –γνωστή ως μνημόνιο της 17ης Σεπτεμβρίου– προς τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντουάιτ Αϊζενχάουερ και τον Βρετανό πρωθυπουργό Χάρολντ Μακμίλαν. Οι βασικές επιδιώξεις της Γαλλίας ήταν: 1) η επέκταση των ζωνών που κάλυπτε το ΝΑΤΟ, ώστε να συμπεριληφθούν σε αυτές η Μέση Ανατολή, η Βόρεια Αφρική και η Σαχάρα, και 2) η άτυπη τριμερής συνεννόηση μεταξύ ΗΠΑ, Ηνωμένου Βασιλείου και Γαλλίας για τα παγκόσμια θέματα, ουσιαστικά η ίδρυση ενός τριμερούς διευθυντηρίου μέσα στους κόλπους του ΝΑΤΟ.

Ένα από τα ερωτήματα της ιστορικής έρευνας είναι κατά πόσον το μνημόνιο της 17ης Σεπτεμβρίου σχετιζόταν με ενδεχόμενη επιδίωξη του Ντε Γκωλ να κάνει δεκτή από τους συμμάχους του την γαλλική πολιτική στη Βόρεια Αφρική εν μέσω μιας κρίσιμης καμπής του αλγερινού πολέμου, τη στιγμή μάλιστα του σχηματισμού της προσωρινής κυβέρνησης της (μη υπάρχουσας ακόμα) Αλγερινής Δημοκρατίας. Όπως και να έχει το ζήτημα, οι προθέσεις του Γάλλου προέδρου εντάσσονταν σε ένα ευρύτερο συστημικό πλέγμα, το οποίο βεβαίως επηρέασε και η συγκυρία του πολέμου της Αλγερίας. Οι θέσεις του μνημονίου δεν έγιναν αποδεκτές από τους παραλήπτες του, εγκαινιάστηκε όμως ένας κύκλος διπλωματικών επαφών με αντικείμενο την αναμόρφωση της συμμαχίας, οι οποίες διήρκεσαν έως το 1965. Οι επαφές αυτές δεν καρποφόρησαν, με τις ΗΠΑ να θεωρούν ότι η Γαλλία δεν έθετε συγκεκριμένες προτάσεις και με τη δεύτερη να θεωρεί ότι δεν υπήρχε πρόσφορο έδαφος για να γίνουν δεκτές τυχόν προτάσεις. Στο ενδιάμεσο, το 1959 ο γαλλικός στόλος αποσύρθηκε από τις συμμαχικές δυνάμεις της Μεσογείου, ενώ το 1962, έπειτα από τον τερματισμό του πολέμου στην Αλγερία, οι γαλλικές στρατιωτικές δυνάμεις δεν επανήλθαν υπό τη συμμαχική διοίκηση της Ευρώπης. Το 1964, ο γαλλικός στόλος αποσύρθηκε και από τη συμμαχική διοίκηση του Ατλαντικού. Ήδη από το 1965, οι ΗΠΑ θεωρούσαν ότι μια απόφαση της Γαλλίας για αποχώρηση από τις στρατιωτικές δομές του ΝΑΤΟ ήταν θέμα χρόνου. Πράγματι, την ίδια στιγμή, η αναμόρφωση της συμμαχίας έπαψε να αποτελεί προτεραιότητα για τη Γαλλία, πολύ περισσότερο που η επιτυχία του πυρηνικού προγράμματος της χώρας εξασφάλιζε από μόνη της αμυντική αυτονομία. Η ανακοίνωση της αποχώρησης από τις στρατιωτικές δομές του ΝΑΤΟ, κατά συνέπεια, υπήρξε έκπληξη μόνο στον βαθμό που δρομολογήθηκε άμεσα. Με δεδομένο επίσης ότι είχε πλέον εκλείψει και η διπλωματική υποθήκη των αποικιακών πολέμων στην Ινδοκίνα και την Αλγερία, ο Ντε Γκωλ δρομολόγησε και τη διαφαινόμενη έως τότε αυτονομία της Γαλλίας σε διεθνή θέματα με πολιτική ύφεσης έναντι της ΕΣΣΔ, άνοιγμα προς τις αραβικές χώρες και επάνοδο στη διπλωματική σκηνή της Ασίας. Το 1964 η Γαλλία υπήρξε η πρώτη δυτική χώρα που συνήψε πλήρεις διπλωματικές σχέσεις με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας. Δύο χρόνια αργότερα, σε επίσκεψη στην Πνομ Πενχ, πρωτεύουσα της Καμπότζης, ο Γάλλος ηγέτης τάχθηκε εναντίον στρατιωτικής λύσης στο ζήτημα του Βιετνάμ, καλώντας τις ΗΠΑ να μην αναλωθούν σε μια μακρινή στρατιωτική εκστρατεία και να προτιμήσουν, αντίθετα, έναν διεθνή διακανονισμό ειρήνης.

Η Γαλλία επανεντάχθηκε στη στρατιωτική δομή του ΝΑΤΟ με απόφαση του προέδρου Νικολά Σαρκοζί το 2009.

Σοφία Παπαστάμκου

Η Σοφία Παπαστάμκου είναι πτυχιούχος του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ και Διδάκτωρ Ιστορίας Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Paris 1-Sorbonne. Εργάζεται για λογαριασμό του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών της Γαλλίας (CNRS) στο Maison des Sciences de l’ Homme et de la Société, στη Λίλλη της Γαλλίας καθώς και στο Πανεπιστήμιο της ίδιας πόλης.

Post a Comment

Νεότερη Παλαιότερη