Η ματαίωση της παρουσίασης της θεατρικής παράστασης «Ικέτιδες» από τους μαθητές του Καλλιτεχνικού Σχολείου στο Αρχαίο Θέατρο Άργους δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο περιστατικό. Είναι ένα ακόμη χαρακτηριστικό δείγμα της πολιτικής που αντιμετωπίζει την εκπαίδευση ως κόστος, υποβαθμίζει την καλλιτεχνική παιδεία και μετατρέπει ακόμη και τις πιο δημιουργικές εκπαιδευτικές δραστηριότητες σε αντικείμενο οικονομικών υπολογισμών.
Η
τέχνη, ο πολιτισμός και η δημιουργική έκφραση των μαθητών δεν μπορούν να
θεωρούνται «πολυτέλεια». Αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της εκπαιδευτικής
διαδικασίας και βασικό στοιχείο της ολόπλευρης μόρφωσης των νέων ανθρώπων.
Όταν, όμως, η χρηματοδότηση των σχολείων συρρικνώνεται διαρκώς, όταν οι
εκπαιδευτικές δομές καλούνται να λειτουργήσουν με ελάχιστους πόρους και όταν η
καλλιτεχνική εκπαίδευση βρίσκεται σταθερά στο περιθώριο των κυβερνητικών
προτεραιοτήτων, τέτοιες εξελίξεις είναι αναμενόμενες.
Το
πρόβλημα δεν αφορά μόνο το Καλλιτεχνικό Σχολείο. Αφορά το σύνολο της δημόσιας
εκπαίδευσης. Αφορά σχολεία που αδυνατούν να καλύψουν βασικές λειτουργικές
ανάγκες, εκπαιδευτικούς που καλούνται να αναζητούν χορηγίες για να υλοποιήσουν
εκπαιδευτικά προγράμματα και μαθητές που βλέπουν τα μορφωτικά τους δικαιώματα
να περιορίζονται από τη λογική του «κόστους – οφέλους».
Την
ίδια στιγμή, γίνεται όλο και πιο εμφανής η αντίφαση ανάμεσα στις πολιτικές
επιλογές που εξασφαλίζουν αφειδώς πόρους για εξοπλισμούς και στρατιωτικές
δαπάνες, ενώ αντιμετωπίζουν ως δευτερεύουσα ανάγκη τη χρηματοδότηση της
εκπαίδευσης και του πολιτισμού. Ενώ δισεκατομμύρια ευρώ κατευθύνονται στην
εξυπηρέτηση των αναγκών της πολεμικής οικονομίας, τα σχολεία καλούνται να
λειτουργήσουν με ανεπαρκείς πόρους, οι εκπαιδευτικοί να καλύψουν κενά με
προσωπικό κόστος και οι μαθητές να στερούνται ακόμη και στοιχειώδεις μορφωτικές
και πολιτιστικές δραστηριότητες.
Είχαμε
έγκαιρα επισημάνει ότι η κατάργηση των σχολικών επιτροπών και η μεταφορά
κρίσιμων αρμοδιοτήτων χωρίς την αντίστοιχη χρηματοδότηση θα οδηγούσε σε
αδιέξοδα. Σήμερα οι συνέπειες αυτής της πολιτικής γίνονται όλο και πιο
εμφανείς. Οι διευθυντές των σχολείων μετατρέπονται σε διαχειριστές της μόνιμης
έλλειψης πόρων, αναγκασμένοι να αποφασίζουν ποια ανάγκη θα καλυφθεί και ποια θα
μείνει πίσω. Οι σύλλογοι διδασκόντων απομακρύνονται από το κύριο παιδαγωγικό
τους έργο και καλούνται να αναζητούν οικονομικές λύσεις για ζητήματα που θα
έπρεπε να αποτελούν αυτονόητη ευθύνη της πολιτείας.
Ιδιαίτερα
η καλλιτεχνική εκπαίδευση βιώνει μια διαρκή απαξίωση. Αντί να ενισχύεται ως
χώρος δημιουργίας, κριτικής σκέψης και πολιτιστικής καλλιέργειας,
αντιμετωπίζεται συχνά ως δευτερεύουσα δραστηριότητα. Οι μαθητικές θεατρικές
παραστάσεις, οι συναυλίες, οι εικαστικές και καλλιτεχνικές δράσεις δεν είναι
«εκδηλώσεις προβολής» ούτε προϊόντα προς αξιολόγηση με οικονομικά κριτήρια.
Είναι το αποτέλεσμα μιας συλλογικής εκπαιδευτικής διαδικασίας, στην οποία
μαθητές και εκπαιδευτικοί αφιερώνουν χρόνο, κόπο, δημιουργικότητα και ψυχή.
Οι
εκπαιδευτικοί δεν είναι επαίτες και τα σχολεία δεν μπορούν να λειτουργούν
στηριζόμενα στην καλή θέληση, στον εθελοντισμό ή στην αναζήτηση χορηγών. Η
δημόσια εκπαίδευση χρειάζεται ουσιαστική χρηματοδότηση, σταθερή στήριξη και
αναγνώριση του μορφωτικού και κοινωνικού της ρόλου.
Ζητούμε
να δοθεί άμεσα λύση ώστε η παράσταση να πραγματοποιηθεί στον χώρο για τον οποίο
σχεδιάστηκε. Ο Δήμος, οι αρμόδιοι φορείς και κάθε εμπλεκόμενη υπηρεσία οφείλουν
να προχωρήσουν χωρίς καθυστέρηση σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για τη
διεξαγωγή της παράστασης.
Παράλληλα,
καλούμε την ΕΛΜΕ να τοποθετηθεί δημόσια υπέρ της πραγματοποίησης της παράστασης
και να στηρίξει έμπρακτα το έργο των μαθητών και των εκπαιδευτικών του
Καλλιτεχνικού Σχολείου. Πρόκειται για μια προσπάθεια που οικοδομήθηκε με
πολύμηνη δουλειά, συνεργασία και αφοσίωση και η οποία αξίζει να παρουσιαστεί
στο κοινό όπως ακριβώς σχεδιάστηκε.
Η
υπεράσπιση της καλλιτεχνικής παιδείας, της δημόσιας εκπαίδευσης και των
μορφωτικών δικαιωμάτων των μαθητών είναι υπόθεση όλων μας.


Δημοσίευση σχολίου