Η Έρημος του Μεγάλου Αντωνίου | Η μνήμη της ρήξης και η ασκητική σιωπή

 


Η μνήμη του Μεγάλου Αντωνίου που εορτάζουμε αύριο, δεν είναι ημέρα αποκατάστασης μιας μορφής, αλλά ημέρα ρήξης. Ρήξης με τον τρόπο που ο χρόνος καταναλώνεται, με τον τρόπο που ο άνθρωπος ορίζεται, με τον τρόπο που η Εκκλησία κινδυνεύει να κατανοήσει τον εαυτό της ως παρουσία και όχι ως αναμονή. Η έρημος, στην οποία αποσύρεται ο Αντώνιος, δεν προηγείται απλώς της Εκκλησίας χρονικά αλλά υπαρξιακά. Είναι το υπόστρωμα χωρίς το οποίο καμία εκκλησιολογία δεν αντέχει.

Ο Αντώνιος δεν εγκαθίσταται στην έρημο για να επιτύχει κάτι. Δεν επιδιώκει τελείωση, δεν οργανώνει άσκηση ως πρόγραμμα, δεν στοχεύει σε αποτέλεσμα. Η αναχώρησή του είναι άρνηση σκοπού. Και ακριβώς γι’ αυτό είναι βαθιά θεολογική. Ο κόσμος λειτουργεί με σκοπούς, η έρημος με παραμονή.
Εκεί όπου ο άνθρωπος παύει να ρωτά «γιατί» και «για ποιον», αρχίζει να υπάρχει ενώπιον του Θεού χωρίς διαμεσολαβήσεις.
Η Εκκλησία γεννιέται όχι όταν συγκροτείται, αλλά όταν αντέχει αυτή την παραμονή.
Η έρημος δεν είναι ουδέτερος χώρος. Είναι απογύμνωση.
Αφαίρεση του κοινωνικού βλέμματος, αφαίρεση της κανονικότητας, αφαίρεση του χρόνου όπως τον γνωρίζουμε. Ο χρόνος της ερήμου δεν προχωρά. Βαθαίνει. Και μέσα σε αυτό το βάθος αναδύεται η σύγκρουση: όχι ιδεολογική, όχι αφηρημένη, αλλά σωματική, ψυχική, φαντασιακή. Οι δαίμονες που περιγράφει η παράδοση δεν είναι θεατρικά σχήματα.
Είναι η θεολογική γλώσσα με την οποία η Εκκλησία ομολογεί ότι ο άνθρωπος, όταν αποσυρθεί από τον κόσμο, δεν συναντά πρώτα τον Θεό, αλλά το χάος της ίδιας του της ύπαρξης.
Ο Αντώνιος δεν εξαγνίζεται αποφεύγοντας το κακό. Εξαγνίζεται αντέχοντάς το χωρίς να του παραδοθεί.
Η αγιότητα εδώ δεν είναι καθαρότητα, αλλά σταθερότητα. Δεν είναι απουσία πληγής, αλλά επιμονή μέσα στην πληγή.
Γι’ αυτό και το σώμα του Αντωνίου δεν εξιδανικεύεται. Πονά, εξαντλείται, μένει άπλυτο, εκτίθεται. Το σώμα δεν τιμωρείται, αλλά αποκαλύπτεται ως πεδίο σωτηρίας.
Η Εκκλησία, δια της ερήμου, μαθαίνει ότι δεν σώζεται ο άνθρωπος παρά μόνο ως σώμα που προσεύχεται.
Η θεολογία του Αντωνίου είναι άγραφη.
Και ακριβώς γι’ αυτό θεμελιώδης. Δεν μιλά με έννοιες, αλλά με τρόπο υπάρξεως. Η γνώση του Θεού δεν είναι προϊόν μάθησης, αλλά καρπός καθάρσεως του νου. Ο νους, αποσπασμένος από τη διάχυση, επιστρέφει στον εαυτό του και εκεί, στο βάθος της προσευχής, συναντά το άκτιστο. Δεν είναι τυχαίο ότι ο βίος του καταγράφεται από τον Μέγα Αθανάσιο. Η δογματική ακρίβεια της Εκκλησίας χρειάζεται πάντοτε μια ασκητική σιωπή για να μην μετατραπεί σε ιδεολογία.
Η έρημος του Αντωνίου λειτουργεί, ταυτόχρονα, ως υπόγεια κριτική πολιτισμού.
Σε έναν κόσμο που μετρά την αξία με όρους παραγωγής, λόγου, εικόνας, αποτελέσματος, η έρημος εισάγει την αξία της αχρηστίας.
Ο ασκητής δεν προσφέρει τίποτα. Και όμως, από αυτή την μη-προσφορά γεννιέται ολόκληρη παράδοση.
Η Εκκλησία θυμάται, δια του Αντωνίου, ότι το θεμέλιό της δεν είναι η αποτελεσματικότητα, αλλά η πιστότητα.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Αντώνιος επιστρέφει στον κόσμο μόνο όταν ο κόσμος τραυματίζεται: στους διωγμούς, στις αιρέσεις. Δεν έρχεται ως διαχειριστής, ούτε ως θεσμικός παράγοντας. Έρχεται ως μάρτυρας. Η έρημος τον έχει καταστήσει ελεύθερο από τη φιλοδοξία της επιρροής. Γι’ αυτό και ο λόγος του, ακόμη και προς τους αυτοκράτορες, δεν είναι πολιτικός, αλλά εσχατολογικός.
Τους υπενθυμίζει ότι καμία εξουσία δεν σώζει, ότι καμία βασιλεία δεν αντέχει χωρίς κρίση.
Η μνήμη του Αντωνίου, σήμερα, δεν ζητά μίμηση εξωτερική. Ζητά αποδοχή ενός ερωτήματος: πού βρίσκεται η έρημος της Εκκλησίας;
Πού βρίσκεται ο τόπος όπου ο λόγος σιωπά, η δράση αναστέλλεται, η παρουσία αποσύρεται;
Αν η Εκκλησία χάσει αυτή την έρημο, κινδυνεύει να μετατραπεί σε σύστημα διαχείρισης νοήματος. Αν όμως την διαφυλάξει, ακόμη και υπόγεια, ακόμη και αφανώς, τότε παραμένει Εκκλησία. Ο Αντώνιος δεν μας καλεί να φύγουμε αλλά να αφαιρέσουμε. Να αφαιρέσουμε θόρυβο, αυτάρκεια, βεβαιότητα. Να αντέξουμε την παραμονή χωρίς εγγυήσεις. Η έρημος δεν είναι τόπος. Είναι τρόπος. Και η Εκκλησία, όσο κι αν οργανώνεται, ζει μόνο όσο θυμάται αυτόν τον τρόπο.

Post a Comment

Νεότερη Παλαιότερη