Andrew Stewart, Η τέχνη στον ελληνιστικό κόσμο. Μια εισαγωγή, (ΜΙΕΤ, Αθήνα 2025)
Τι είναι, τελικά, η ελληνιστική τέχνη; Ένα μετακλασικό επίμετρο; Ένα αισθητικό ξέσπασμα σε έναν κόσμο που έχασε τα παλιά του μέτρα; Ή μήπως μια από τις πιο ριζοσπαστικές στιγμές της αρχαίας δημιουργίας, εκεί όπου η τέχνη έπαψε να υπηρετεί μόνο την αρμονία και άρχισε να αφουγκράζεται την αγωνία, την αβεβαιότητα και την επιθυμία;
Στο βιβλίο Η τέχνη στον ελληνιστικό κόσμο. Μια εισαγωγή, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από το Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης σε προσεγμένη μετάφραση του Κώστα Κουρεμένου, ο Andrew Stewart επιχειρεί κάτι φαινομενικά απλό αλλά ουσιαστικά απαιτητικό: να εισαγάγει τον αναγνώστη στην ελληνιστική τέχνη χωρίς να τη συρρικνώσει, χωρίς να την εξημερώσει, χωρίς να την εγκλωβίσει σε σχήματα ευκολίας.
Η ελληνιστική τέχνη, όπως αναδύεται μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, δεν είναι ενιαία ούτε «στυλιστικά καθαρή». Είναι λαμπερή και ταυτόχρονα σκοτεινή, επιδεικτική αλλά και βαθιά εσωτερική. Γεννιέται σε έναν κόσμο που εκτείνεται σε τρεις ηπείρους, που οργανώνεται σε μεγάλα βασίλεια και αμέτρητες πόλεις, που βιώνει τη μετάβαση από την πόλη-κράτος στην αυτοκρατορία και από τον πολίτη στον υπήκοο. Σε αυτό το πλαίσιο, η τέχνη δεν μπορεί παρά να γίνει πολυσχιδής, αντιφατική, συχνά ανήσυχη.
Ο Stewart τοποθετεί την καλλιτεχνική παραγωγή σταθερά μέσα στο πολιτικό, κοινωνικό και πνευματικό της περιβάλλον. Δεν αντιμετωπίζει τα έργα ως αυτάρκεις αισθητικές οντότητες αλλά ως προϊόντα συγκεκριμένων ιστορικών συνθηκών: της αυλής των βασιλέων, της στρατιωτικής ισχύος, της οικονομικής ανισότητας, της μετακίνησης πληθυσμών, της διάχυσης της ελληνικής παιδείας σε μη ελληνικούς κόσμους. Η ελληνιστική τέχνη, όπως την περιγράφει, είναι τέχνη ενός κόσμου πλούσιου αλλά και ανασφαλούς, πολιτισμένου αλλά και ωμά σκληρού, κόσμου που αναζητά νέες ισορροπίες χωρίς να διαθέτει πια σταθερά σημεία αναφοράς.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη διεύρυνση των θεμάτων και των μορφών. Οι θεοί παραμένουν παρόντες, αλλά δίπλα τους εμφανίζονται γέροντες, παιδιά, ξένοι, νικημένοι, καθημερινοί άνθρωποι. Το σώμα δεν εξιδανικεύεται μόνο· κουράζεται, πάσχει, γερνά, επιθυμεί. Το πάθος, η κίνηση, η ένταση, το στιγμιαίο αποκτούν κεντρική θέση. Η τέχνη παύει να είναι αποκλειστικά μνημειακή και γίνεται συχνά θεατρική, σχεδόν αφηγηματική, ζητώντας από τον θεατή να εμπλακεί συναισθηματικά.
Ο Stewart δεν αποφεύγει την πολυσημία αυτής της τέχνης· αντίθετα, την αναδεικνύει. Δείχνει πώς τα ίδια μορφολογικά εργαλεία μπορούν να υπηρετήσουν διαφορετικές ιδεολογίες, πώς η έκφραση του πάθους μπορεί να είναι ταυτόχρονα ειλικρινής και χειριστική, πώς ο ρεαλισμός μπορεί να λειτουργεί ως κριτική αλλά και ως θέαμα. Έτσι, η ελληνιστική τέχνη δεν παρουσιάζεται ως ενιαίο «ύφος» αλλά ως πεδίο διαρκούς διαπραγμάτευσης ανάμεσα στην εξουσία, την αγορά, την παράδοση και την ατομική δημιουργία.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του βιβλίου είναι ο υπαινιγμός της επικαιρότητας της ελληνιστικής τέχνης. Χωρίς εύκολους αναχρονισμούς, ο Stewart αφήνει να φανεί ότι πρόκειται για μια τέχνη που συνομιλεί έντονα με τον σύγχρονο κόσμο: με τη μαζική εικόνα, με την υπερβολή, με την πολιτική προπαγάνδα, με την εμπορευματοποίηση του αισθήματος, αλλά και με την ανάγκη για προσωπική έκφραση μέσα σε απρόσωπες δομές εξουσίας. Είναι, πράγματι, «μια τέχνη για την εποχή μας».
Η αξία του βιβλίου ενισχύεται και από την προσωπικότητα του συγγραφέα. Ο Andrew Stewart (1948–2023) υπήρξε μία από τις πιο διαυγείς και δημιουργικές μορφές της κλασικής αρχαιολογίας και της ιστορίας της τέχνης. Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Μπέρκλι, με θητεία σε κορυφαία πανεπιστήμια και μουσεία, συνδύαζε σπάνια επιστημονική ακρίβεια με θεωρητικό στοχασμό και αφηγηματική σαφήνεια. Στα έργα του, από τη γλυπτική έως το σώμα και την επιθυμία στην αρχαία Ελλάδα, αντιμετώπιζε την τέχνη όχι ως ουδέτερο κατάλοιπο αλλά ως ενεργό φορέα νοημάτων και συγκρούσεων.
Αυτό το πνεύμα διατρέχει και την παρούσα εισαγωγή. Το βιβλίο δεν απευθύνεται μόνο στους ειδικούς, αλλά ούτε υποτιμά τον αναγνώστη. Προσφέρει γνώση, πλαίσιο, ερμηνευτικά εργαλεία, και ταυτόχρονα αφήνει χώρο για αμφιβολία και σκέψη. Είναι ένα έργο που μπορεί να διαβαστεί τόσο ως πανεπιστημιακό εγχειρίδιο όσο και ως στοχαστικό δοκίμιο για τη σχέση τέχνης και ιστορίας.
Σε μια εποχή που συχνά αναζητούμε στην αρχαιότητα σταθερές και βεβαιότητες, το βιβλίο του Andrew Stewart μας υπενθυμίζει κάτι ουσιαστικό: ότι υπήρξαν στιγμές του αρχαίου κόσμου βαθιά ασταθείς, αντιφατικές και δημιουργικές. Και ότι μέσα σε αυτές τις ρωγμές γεννήθηκε μια τέχνη που εξακολουθεί να μας προκαλεί, να μας ξαφνιάζει και, τελικά, να μας αφορά.

Δημοσίευση σχολίου