Απομεινάρια μιας εμπιστοσύνης



Η Ρόζα Εσκενάζυ (περ. 1895–2 Δεκεμβρίου 1980) υπήρξε μία από τις σημαντικότερες φωνές της ελληνικής μουσικής παράδοσης του 20ού αιώνα — μια φωνή που ταξίδεψε από τα στενά σοκάκια της Κωνσταντινούπολης μέχρι τα μουσικά στέκια της Αθήνας και της ελληνικής διασποράς, και που έσφυζε από ζωή, πόνο, πάθος και ανθρωπιά. Γεννημένη ως Σάρα Σκιναζί σε μια φτωχή εβραϊκή σεφαραδίτικη οικογένεια στην Κωνσταντινούπολη στα τέλη του 19ου αιώνα, η Ρόζα μεγάλωσε ανάμεσα σε διαφορετικές πολιτισμικές επιρροές και ήχους.

Λίγο μετά την αλλαγή του αιώνα, η οικογένεια μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη, έναν αστικό σταυροδρόμι όπου η μουσική από την Ανατολή και τη Δύση συναντιόταν και ζωντάνευε καθημερινά. Από μικρή εμφάνισε έφεση στην τέχνη, ξεκίνησε χορεύτρια, αγαπητή στα τοπικά θέατρα και καμπαρέ, αλλά ταυτόχρονα άρχισε να τραγουδά σε ελληνικά, τουρκικά και αρμενικά, ανοίγοντας το δρόμο για μια εξέχουσα καριέρα στο τραγούδι. 



Η συνάντησή της με τον σπουδαίο μουσικό Παναγιώτη Τούντα στα τέλη της δεκαετίας του 1920 υπήρξε καθοριστική: εκείνος αναγνώρισε αμέσως το ταλέντο της και τη σύστησε στους ανθρώπους της Columbia Records, σηματοδοτώντας την αρχή μιας λαμπρής δισκογραφικής πορείας. Μέσα σε λίγα χρόνια, η Ρόζα ηχογράφησε εκατοντάδες τραγούδια παραδοσιακά, λαϊκά, αλλά ειδικά ρεμπέτικα της Σμυρναίικης σχολής και απέκτησε τεράστια απήχηση, τόσο στο ελληνικό κοινό όσο και στους Έλληνες της διασποράς. 

Τη δεκαετία του 1930, η φωνή της «ξετρέλαινε» τους μάγκες και τους λάτρεις του ρεμπέτικου, ενώ οι δίσκοι της έπαιζαν στα γραμμόφωνα παντού.  Παρά την επαγγελματική επιτυχία, όμως, η Ρόζα διατήρησε πάντα βαθιά την ανθρωπιά της, δείχνοντας συμπόνια και βοηθώντας συχνά όσους βρίσκονταν σε ανάγκη — ένα στοιχείο που πολλοί, όπως ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, επεσήμαναν με σεβασμό και θαυμασμό. 

Όταν ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και η Ελλάδα βρέθηκε υπό κατοχή, τα δεδομένα άλλαξαν δραματικά. Πέρα από το γεγονός ότι η μουσική σκηνή μετατόπισε το ενδιαφέρον της, η ίδια βρέθηκε αντιμέτωπη με την πραγματικότητα της εποχής. Παρότι εβραϊκής καταγωγής, κατάφερε να αποφύγει τη σύλληψη με πλαστά έγγραφα και να συνεχίσει να δραστηριοποιείται στην Αθήνα, έχοντας ανοίξει και δικό της νυχτερινό κέντρο.  Πέρα από αυτό, εκμεταλλεύτηκε τη θέση και τις γνωριμίες της για να βοηθήσει την ελληνική Αντίσταση και να προστατεύσει άλλους εβραίους από τους ναζί — ένα ανθρώπινο και ηθικό κεφάλαιο της ζωής της που προσθέτει βάθος στην εικόνα της καλλιτέχνιδας. 

Κατά τη μεταπολεμική περίοδο, η μουσική σκηνή της Ελλάδας άρχισε να αλλάζει. Το ρεμπέτικο, κάποτε στη καρδιά της λαϊκής κουλτούρας, έχασε μέρος της λαϊκής του απήχησης μπροστά σε νέες τάσεις. Η Ρόζα έκανε περιοδείες στην Αμερική για τους Έλληνες μετανάστες και συνέχισε τις εμφανίσεις της όσο και όπου μπορούσε. 

Τελικά, τη δεκαετία του 1960 αποτραβήχτηκε εντελώς από τα φώτα της δημοσιότητας και εγκαταστάθηκε στις παρυφές του Ποικίλου Όρους, στην Κηπούπολη του Περιστερίου, κοντά στον άνδρα που την είχε ερωτευτεί και παντρευτεί — έναν χωροφύλακα από την Κορινθία, που στάθηκε στο πλευρό της μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής της.  Τα τελευταία χρόνια της ζωής της σημαδεύτηκαν από ασθένεια και άνοια, όμως εκείνος την φρόντιζε με αφοσίωση μέχρι την ημέρα που έφυγε, στις 2 Δεκεμβρίου 1980. Την έθαψε στο Στόμιο ένα μικρό χωριό της Κορινθίας, κρατώντας την απλότητα που χαρακτήριζε και τη ζωή της. 

Το 2008, οι κάτοικοι τού χωριού και φίλοι της μουσικής πρόσθεσαν έναν λιτό σταυρό στον τάφο της, με την επιγραφή: «Ρόζα Εσκενάζυ, Καλλιτέχνις», τιμώντας έτσι την ανεξίτηλη μουσική της κληρονομιά. 

Η ιστορία της Ρόζας Εσκενάζυ δεν είναι απλώς η ιστορία μιας τραγουδίστριας είναι η ιστορία μιας γυναίκας που κατάφερε να συνδέσει μέσα από τη φωνή της διαφορετικούς πολιτισμούς, λαούς και εποχές, και να κερδίσει την καρδιά του κόσμου όχι μόνο με την τέχνη της, αλλά και με το μεγαλείο της ανθρώπινης ψυχής.

Post a Comment

Νεότερη Παλαιότερη