To διαφορετικό νόημα των εορτών σε σκοτεινούς Καιρούς

 



Η έννοια της εορτής δεν περιορίζεται σε μια επαναλαμβανόμενη κοινωνική συνήθεια ούτε σε έναν ευκαιριακό διάκοσμο που κατακλύζει τους δρόμους όσο πλησιάζουν τα Χριστούγεννα. Οι εορτές αποτελούν συμβολικούς κόμβους του χρόνου, σημεία όπου οι κοινωνίες αναστοχάζονται την ταυτότητα, τους φόβους και τις ελπίδες τους. Από όλες τις εορτές, η 25η Δεκεμβρίου, είτε τη δούμε μέσα από το πρίσμα της αρχαίας λατρείας του Ήλιου είτε μέσα από τη χριστιανική παράδοση της Γέννησης του Χριστού, αποτελεί μια από τις πιο χαρακτηριστικές εκφράσεις της ανθρώπινης προσδοκίας για αναγέννηση του φωτός.

Το αρχέγονο άγχος για το φως και ο μύθος του Μίθρα

Στις πρώτες κοινωνίες, η σχέση του ανθρώπου με το φυσικό φως δεν ήταν αυτονόητη. Η διάρκεια της ημέρας καθόριζε τη ζωή, τη γεωργία, τη θρησκευτικότητα, τη συνολική αίσθηση ασφάλειας. Καθένας αντιλαμβανόταν ότι η σταδιακή μείωση του φωτός οδηγούσε σε έναν κόσμο περισσότερο ευάλωτο.

Η λατρεία του Μίθρα προσέφερε μια μυθική απάντηση σε αυτή την αγωνία. Ο Μίθρας δεν ήταν μόνο θεότητα, ήταν μια μεταφορική γέφυρα ανάμεσα στον φόβο του σκοτεινού χειμώνα και στην ελπίδα της επανόδου της ημέρας. Στις παραστάσεις όπου τον βλέπουμε να γονατίζει μπροστά στον Ήλιο, δεν απεικονίζεται μια σχέση υποταγής αλλά μια τελετουργική υπενθύμιση ότι ο κύκλος του φωτός χρειαζόταν προσοχή, θυσία και πίστη για να συνεχιστεί.

Δεν είναι τυχαίο που η Ρώμη, ύστερα από αιώνες αφομοίωσης μυστηριακών λατρειών, υιοθέτησε το 274 μ.Χ. την 25η Δεκεμβρίου ως ημέρα του aήττητου Ήλιου. Η εορτή δεν ήταν μόνο θρησκευτική· «επικύρωνε» την κοινή ανάγκη των ανθρώπων να πιστεύουν ότι το φως δεν χάνεται, ότι η τάξη του κόσμου θα αποκατασταθεί.

Με άλλα λόγια, το φως ήταν περισσότερο από ένα φυσικό φαινόμενο: ήταν κοσμική δικαιοσύνη.

Το πέρασμα από το μυθικό στο υπαρξιακό φως: Η χριστιανική τομή

Η χριστιανική παράδοση αξιοποίησε αυτό το πολιτισμικό υπόστρωμα για να δώσει στο φως μια νέα, εσωτερική διάσταση. Στα Ευαγγέλια, η έλευση του Χριστού περιγράφεται ως η είσοδος του φωτός σε έναν κόσμο βυθισμένο στο σκοτάδι: «Τὸ φῶς ἐλήλυθεν εἰς τὸν κόσμον».

Αν ο αρχαίος κόσμος ανησυχούσε για τη φυσική επάνοδο του Ηλίου, η χριστιανική θεολογία ανησυχεί για την πνευματική αναγέννηση του ανθρώπου. Το φως δεν είναι κάτι που χάνεται στον ορίζοντα· είναι κάτι που εγκαταλείπει την ανθρώπινη καρδιά. Έτσι, η ημερομηνία της 25ης Δεκεμβρίου έγινε σημείο συνάντησης δύο κοσμοθεωριών: από τη μια ο αήττητος Ήλιος, από την άλλη ο Χριστός ως «φως εκ φωτός». Από αυτή τη σύγκλιση προέκυψε μια βαθύτερη οικουμενική ιδέα: Ο άνθρωπος δεν φοβάται μόνο τη νύχτα έξω από αυτόν, φοβάται τη νύχτα εντός του.

 Η σύγχρονη λατρεία του τεχνητού φωτός: παρηγοριά ή αυταπάτη;

Στον σύγχρονο κόσμο, η τεχνολογία έχει μεταμορφώσει ριζικά τη σχέση μας με το σκοτάδι. Οι πόλεις φωτίζονται όλο το χρόνο, και οι εορτές μετατρέπονται σε ένα φαντασμαγορικό υπερθέαμα φωτός. Όμως αυτό το τεχνητό φως δεν καταργεί την ανθρώπινη ανάγκη για κάτι αυθεντικό. Αντιθέτως, το πολλαπλό και συχνά υπερβολικό λαμπίρισμα των ημερών υποδηλώνει ότι προσπαθούμε να αναπληρώσουμε μια απώλεια: τη μείωση του «εσωτερικού φωτός». Το ερώτημα δεν είναι αν θα ξημερώσει η μέρα – αυτό το γνωρίζουμε πλέον με αστρονομική ακρίβεια. Το ερώτημα είναι αν θα ανατείλει κάτι μέσα μας.

Η βούληση για κυριαρχία: ο πραγματικός αντίπαλος του φωτός

Ο Απόστολος Παύλος περιγράφει μια παράδοξη κατάσταση όπου ο άνθρωπος μπορεί να χαίρεται μέσα στη λύπη, να πλουτίζει ενώ είναι φτωχός, να κατέχει ενώ δεν έχει τίποτα. Αυτή η περιγραφή δεν αφορά μια υπαρξιακή αισιοδοξία, αλλά μια ριζική μετατόπιση της συνείδησηςΓια τον Παύλο, το πραγματικό σκοτάδι δεν είναι η νύχτα, είναι η βούληση για κυριαρχία, η επιθυμία να κυριεύουμε τη ζωή αντί να συμμετέχουμε σε αυτήν.

Αυτή η βούληση διαμορφώνει τα πολιτικά και κοινωνικά μας συστήματα:(α) Ανταγωνισμοί μεταξύ εθνών.(β) Πολιτικές αντιπαραθέσεις που ζητούν από τους πολίτες να ευθυγραμμιστούν με μια πλευρά ισχύος. (γ) Στρατηγικές που υπόσχονται προστασία, ασφάλεια, υπεροχή έναντι «άλλων». Όλες αυτές οι όψεις μαρτυρούν τη βαθιά ανθρώπινη πεποίθηση ότι για να υπάρξουμε πρέπει να επικρατήσουμε. Κι όμως, αυτή ακριβώς η αντίληψη είναι που εγκλωβίζει την ανθρώπινη ιστορία σε ατέρμονα κύκλους σύγκρουσης.

Η γιορτή ως αντίσταση: ένας χώρος αναστολής της κυριαρχίας

Μέσα σε αυτή την παγκόσμια σκιά, οι γιορτές, όσο κι αν έχουν εμπορευματοποιηθεί, εξακολουθούν να διατηρούν έναν υπόγειο πυρήνα νοήματος. Η ανταλλαγή δώρων, ο στολισμός δέντρων και δρόμων, η συλλογική γιορτή της αφθονίας, προσφέρουν πιο πολύ από στιγμές χαράς: αποτελούν ιεροτελεστίες μνήμης του φωτός.

Ακόμη και όταν τελούνται μηχανικά, φέρουν την υπόσχεση ότι ο άνθρωπος μπορεί να στραφεί προς κάτι πέρα από τη δύναμη και τον ανταγωνισμό. Μπορεί να ξαναθυμηθεί τον άλλο ως πρόσωπο και όχι ως αντίπαλο.

Το φως της γιορτής, έστω και μέσα στη θόλωση της σύγχρονης κατανάλωσης, συνεχίζει να δείχνει ένα μονοπάτι που οδηγεί στον πυρήνα της ανθρώπινης εμπειρίας: στην ανάγκη για νόημα, για κοινότητα, για συνύπαρξη.

Το ξέφωτο της πραγματικής χαράς

Οι εορτές του φωτός, είτε συνδέονται με τον Μίθρα, είτε με τον Ήλιο αήττητο, είτε με τη Γέννηση του Χριστού, έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: υπενθυμίζουν ότι η ζωή δεν είναι μόνο μια περίοδος ανάμεσα σε δύο σκοτάδια. Είναι μια συνεχής πορεία προς την αναζήτηση ενός εσωτερικού ξημερώματος.

Σε έναν κόσμο που συχνά τρέφεται από την ιδέα της κυριαρχίας, η γιορτή μάς προσφέρει μια μικρή, πολύτιμη «αναστολή» αυτού του παλμού. Μας καλεί να κοιτάξουμε προς το φως όχι ως πηγή ισχύος, αλλά ως προϋπόθεση συμφιλίωσης – πρώτα με τον εαυτό μας και ύστερα με τους άλλους.

Έτσι, ακόμη και μέσα στους πιο σκοτεινούς καιρούς, το φως δεν νικά χάρη σε κάποια μυθική δύναμη, νικά χάρη στην ανθρώπινη ικανότητα να το αναζητά. 

Post a Comment

Νεότερη Παλαιότερη