Οι ισχυρισμοί για τη διεξαγωγή «καθαρής» επιστημονικής έρευνας έχουν ασθενές έρεισμα. Οι επιστήμες του ανθρώπου και της κοινωνίας υπόκεινται σε ιδεολογική επιρροή. Το αποτέλεσμα της έρευνας, εφόσον αυτή διαμεσολαβείται από το υποκείμενο (ερευνητής), δεν μπορεί να είναι αντικειμενικό. Είναι –συμβατικά– «αντικειμενικό». Μεταξύ των επιστημών, η ιστορία είναι σε πολλούς τομείς η πλέον ιδεολογικοποιημένη. Ένας επίμονος αγώνας διεξάγεται από τον μελετητή για την ανεξαρτητοποιημένη, κατά το δυνατόν, αποτύπωση του ιστορικού λόγου, με την αυστηρή χρήση μεθόδων και εργαλείων που παρέχουν μία μίνιμουμ εγγύηση για την «αντικειμενικότητα» της έρευνας. Περαιτέρω, η «τιμιότητα» του ερευνητή, η εμμονή του στην αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας χωρίς υποχωρήσεις στον πειρασμό εξυπηρέτησης της ιδεολογίας του (χωρίς να έχει προκατασκευασμένες τις διαπιστώσεις της έρευνας), συμβάλλει στην «καθαρότητα» του επιστημονικού συμπεράσματος. Σε αυτό το περίγραμμα, η διαχείριση του ιστορικού γεγονότος της ρωσικής επανάστασης του 1917 ανέδειξε ιστορικούς ερευνητές, οι οποίοι ενεπλάκησαν αναπόφευκτα στην ιδεολογικοποίηση της περιόδου που είχε τη μεγαλύτερη βαρύτητα στον 20ό αιώνα. Παρήχθη ιστορία συντηρητική και προοδευτική, ανάλογα με την αξιολογική τοποθέτηση των συγγραφέων έναντι του υπό εξέταση αντικειμένου (και την αξιολόγηση, εκ μέρους των αναγνωστών, των ιστορικών απόψεων που αποτυπώνονταν στις ως άνω έρευνες).
Μείζον είναι το θέμα της πολιτικής προσέγγισης ή της κοινωνικής ερμηνείας της επανάστασης. Με τον όρο «επανάσταση» μπορεί να αποδοθεί ένα γεγονός που συνιστά αλλαγή προς ένα «δίκαιο» καθεστώς. Η επιτυχία της εξαρτάται από την επιστράτευση των μαζών και εξώθηση σε μη θεσμικές κινήσεις (διαδηλώσεις, συγκρούσεις). Οι κλασσικοί του μαρξισμού προτιμούσαν τον όρο με τη συμπλήρωση ότι η επανάσταση υλοποιούσε τα «προοδευτικά» στοιχεία τα οποία ήταν διαθέσιμα στη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο και συνθήκες. Ιστορικά, οι επαναστάσεις ήταν, σύμφωνα με τη μαρξιστική θεωρία περί πάλης των τάξεων, συγκρούσεις για την επιβολή μίας κοινωνικής τάξης επί των κυρίαρχων κοινωνικών δυνάμεων στην εξουσία. Η αγγλική επανάσταση του 1640, γαλλική του 1789, η ρωσική του 1917, η κινεζική του 1949, χαρακτηρίζονταν από την έναρξη εμφύλιου πολέμου, απόρροιας της ταξικής σύγκρουσης.
Στην ιστοριογραφία, καταγράφηκαν επιθέσεις εναντίον της γαλλικής επανάστασης, που ήταν προειδοποιητικές βολές κατά της ρωσικής. Η φιλελεύθερη προσέγγιση της γαλλικής επανάστασης αντιστοιχούσε σε απόψεις συντηρητικής πολιτικής φιλοσοφίας, που αναίρεσαν ευθύς εξαρχής το πρεστίζ της γαλλικής επανάστασης, ακόμη και εκείνης της πρώτης περιόδου (1789-1792). Στον 19ο αιώνα, ο Γκιζώ (François Guizot), ο Τοκβίλ (Alexis de Tocqueville), ενίσχυσαν αυτή τη γραμμή. Υπήρξαν άλλοι συγγραφείς που κινήθηκαν στο μοτίβο της πολιτικής συνωμοσίας. Στη μοντέρνα εποχή, οι συντηρητικοί φιλελεύθεροι αντέκρουσαν, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, την κοινωνική ερμηνεία (μαρξιστικές αναλύσεις) της γαλλικής επανάστασης, με την προβολή του πολιτικού μοντέλου (με τον ισχυρισμό ότι ήταν πολιτική ανατροπή). Υποστήριζαν ότι ο μύθος της λαϊκής κυριαρχίας γέννησε το μπολσεβικισμό, φασισμό, εθνικοσοσιαλισμό (ναζισμός) και τα ολοκληρωτικά κοινωνικά- πολιτικά καθεστώτα τους. Οι μαρξιστές είχαν εκ διαμέτρου αντίθετη άποψη. Συντηρητικοί, όπως ο Αρόν (Raymond Aron), ασκούσαν φιλελεύθερη και εμπειρική κριτική του μαρξισμού. Στα τέλη του 20ού αιώνα, οι θεωρίες που απαξίωναν τη γαλλική επανάσταση βρήκαν έρεισμα στην ύπαρξη ισχυρών ρευμάτων ανάμεσα στους διανοουμένους, που και αυτά αντικατόπτριζαν την αυξανόμενη αναξιοπιστία του κομμουνισμού. Επιχειρήθηκε επαναφορά της φιλελεύθερης παράδοσης.

Η γενική ιδέα ήταν να τεθεί υπό αίρεση, να διεμβολισθεί ο ταξικός χαρακτήρας της σύγκρουσης που χαρακτηρίζεται ως επανάσταση. Αναλύσεις είδαν το φως, με τη θεώρηση κοινωνικών δομών (όχι τάξεων), με αναφορές στην ιδεολογία (πολυταξικές συμμαχίες). Μια προσέγγιση της επανάστασης αξιολόγησε τον πολιτιστικό παράγοντα. Ο βαθμός, στον οποίο ήταν εγγεγραμμένη στον πολιτισμό της μάζας η κουλτούρα της εξέγερσης, ήταν η θρυαλλίδα που πυροδοτούσε τα γεγονότα.
Με την κριτική εναντίον του ολοκληρωτισμού να έχει τροφοδοτήσει κεντρικά επιχειρήματα υπέρ των φιλελεύθερων αντιλήψεων, ιστορικοί ερευνητές συνέδεσαν το φαινόμενο με την επανάσταση. Οι όροι και εξελίξεις της επανάστασης (στρεβλώσεις), η εμφάνιση ακραίων αυταρχικών συμπεριφορών, δεν εξαρτιόντουσαν από τις συνθήκες, αλλά αποτελούσαν αναπόσπαστο στοιχείο της κομμουνιστικής ιδεολογίας και πολιτικής.
Η προοδευτική σκέψη
Οι μαρξιστικές κατηγορίες ανάλυσης (πάλη των τάξεων, μάζες και ηγέτες, εξουσία και κράτος) οδήγησαν τους συγγραφείς σε επιστημονικές προσεγγίσεις των επαναστάσεων. Η γαλλική επανάσταση ήταν η ανατροπή, υπό συνθήκες κινητοποίησης ευρέων κοινωνικών στρωμάτων, του στάτους κβο στο μεγαλύτερο βασίλειο της Ευρώπης. Η κατάληψη της εξουσίας στην Πετρούπολη και Μόσχα τον Οκτώβριο 1917 ήταν εγχείρημα που διεκπεραιώθηκε από μια δράκα επαναστατών υπό την καθοδήγηση του χαρισματικού ηγέτη, Β. Ι. Λένιν, σε μια συγκριτικώς καθυστερημένη χώρα και συσπείρωσε ακολούθως την κοινωνία δημιουργώντας επαναστατικό δίκαιο. Η κίνηση του Λένιν συνδυαζόταν με την ελπίδα για επιβίωση της ρωσικής επανάστασης με την επέκτασή της στην Ευρώπη, την επιβολή εκεί αντίστοιχων επαναστάσεων. Η προσδοκία δεν ευοδώθηκε και σύντομα έγινε κατανοητό ότι το ρωσικό προλεταριακό κράτος αιωρούνταν μόνο απέναντι στις αστικές δυνάμεις. Το κέρδος ήταν η δημιουργία του παγκόσμιου επαναστατικού φορέα (η Κομμουνιστική Διεθνής) με ένα παράρτημα (κομμουνιστικό κόμμα – τμήμα της Διεθνούς) σε κάθε χώρα που δεχόταν εντολές από το κέντρο στη Μόσχα, καθώς και η διαδικασία μπολσεβικοποίησης (εγκατάλειψη από το κάθε κόμμα των εθνικών χαρακτηριστικών του και προσαρμογή στο πρότυπο του λενινιστικού «κόμματος νέου τύπου»).
Σε ένα απάνθισμα των θεμάτων, τα οποία υποβλήθηκαν σε ανάλυση από τους κλασσικούς του μαρξισμού, μπορούμε να διαπιστώσουμε την ανάπτυξη του επαναστατικού στοχασμού σε συνάφεια με την ποικιλία των καταστάσεων. Οι κλασσικοί, Μαρξ και Ένγκελς, θεώρησαν ότι η έννοια της επανάστασης συγκρουόταν με την έννοια της δημοκρατίας. Η αξία της πολιτικής δημοκρατίας, που έκανε την εμφάνισή της στον ορίζοντα της ιστορίας στον 19ο αιώνα, τράβηξε την προσοχή των ιδρυτών του μαρξισμού χωρίς όμως να λείπει, στη σκέψη τους, η μελέτη των προβληματικών πλευρών, που συνδέονταν με τη σύγκρουση της δημοκρατίας και της επανάστασης, σε μια εποχή που η γαλλική επανάσταση δεν είχε ολοκληρωθεί και που η πολιτική δημοκρατία ήταν μακριά από τη θεμελίωσή της1.
Η γαλλική επανάσταση λειτούργησε στη σκέψη των θεωρητικών της επανάστασης διττώς. Ήταν ιστορικό παράδειγμα, που λάμβαναν υπόψη για τη διαλεύκανση των πτυχών οι οποίες μπορούσαν να οδηγήσουν ένα νέο εγχείρημα στην επιβολή του ή την αποτυχία.
Οι Μαρξ και Ένγκελς επέδειξαν ενδιαφέρον για την έννοια της επανάστασης, την ανατροπή της τάξης των καπιταλιστών και των θεσμών οι οποίοι εντάσσονταν στην άσκηση της κυριαρχίας της. Για τη γαλλική επανάσταση, περιλάμβαναν το γεγονός σε μια κοινωνική-πολιτική διαδικασία μακράς διάρκειας που εντασσόταν στη φιλοσοφία της ιστορίας, θεωρώντας ότι κάθε επανάσταση διαλύει την παλαιά κοινωνία, άρα είναι κοινωνική, και επίσης καταλύει την παλαιά εξουσία άρα είναι πολιτική. Για την οικονομική ουσία του φαινομένου εισήχθη ο ορισμός για την αναντιστοιχία παραγωγικών σχέσεων – παραγωγικών δυνάμεων που αναζητά διέξοδο (ανατροπή προς μια νέα ισορροπία) στη διάρκεια της ιστορικής εξέλιξης.

Ο Μαρξ είδε στη διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη τη συγκεκριμενοποίηση των οραμάτων της επανάστασης, τον ατομικισμό και την ατομική ιδιοκτησία, χωρίς να έχει συμβολή στο πρόβλημα της αποξένωσης του παραγωγού από το προϊόν του και να δίδει διεξόδους για υπέρβαση της ανθρώπινης αλλοτρίωσης. Η αστική τάξη εξυπηρέτησε τα συμφέροντά της, ενώ σε επόμενη φάση, το 1830, υποστήριξε την παλινόρθωση των Βουρβόνων εγκαταλείποντας τα οικουμενικά ιδεώδη προς όφελος των ταξικών συμφερόντων της.
Οι κλασσικοί, όσο ριζοσπαστικοποιούνταν, διαμόρφωναν ρηξικέλευθες αντιλήψεις. Ο Μαρξ επικαλέσθηκε την αυταπάτη των αστικών συνθημάτων2. Για την Παρισινή Κομμούνα το 1871, θεώρησε ότι οι εργάτες εγκαθίδρυσαν ένα επαναστατικό καθεστώς, μια λαϊκή δημοκρατία, διαλύοντας την παλαιά κρατική μηχανή3. Ο Ένγκελς ανέφερε στη Β. Ι. Ζασσούλιτς το 1885 ότι, στη Ρωσία, ο τσαρισμός ήταν τόσο ασταθής, ώστε μία ομάδα συνωμοτών θα μπορούσε να τον ανατρέψει4. Ο ίδιος, απευθυνόμενος στον Κ. Κάουτσκυ, το 1889, τον κατηγόρησε ότι, στο τελευταίο άρθρο του για τους ταξικούς αγώνες του 1789, έμενε σε αφηρημένα σχήματα ομιλώντας για την εμφάνιση ενός νέου τρόπου παραγωγής, αντί να ασχοληθεί με τους ανατρεπτικούς στόχους και συνθήματα της επανάστασης και με τον Τρόμο5.
Ορισμένα παραδείγματα για τον Λένιν, από τα γραπτά του, δείχνουν την αντίληψή του ότι η δημοκρατία έπρεπε να είναι όχι πολιτική (civique), αλλά ουσιαστική, που θα προερχόταν από τη χειραφέτηση του προλεταριάτου. Θεωρούσε αιτιολογημένο τον όρο Μεγάλη Γαλλική Επανάσταση για τα ίχνη που αυτή άφησε στην πολιτιστική και πολιτισμική εξέλιξη της ανθρωπότητας με την ίδρυση της αστικής δημοκρατίας και εμπέδωση της αστικής ελευθερίας6. Ενδιαφερόμενος για την εξουσία, ο Λένιν δεν έβλεπε στη Γαλλία την επανάσταση του 1789, αλλά την επαναστατική διαδικασία από το 1789 έως το 1871, τονίζοντας τις ριζικές ανατροπές στις επαναστάσεις. «Στις πόλεις οι εργαζόμενοι ανέτρεψαν τους βασιλείς τους (στην Αγγλία και Γαλλία, εκτέλεσαν τους βασιλιάδες πριν από αιώνες – μονάχα εμείς αργήσαμε με το δικό μας τσάρο–), όμως η παλαιά τάξη επανήλθε...» διότι δεν υπήρχαν οι αντικειμενικοί όροι δημιουργίας πολυπληθούς προλεταριάτου [βιομηχανία] που θα στελέχωνε τον επαναστατικό στρατό7. Ο Λένιν ενδιέτριψε στα ζητήματα της εξέλιξης των αγροτικών στρωμάτων και της μετάβασης από τα φεουδαρχικά σχήματα στη νεώτερη εποχή, έχοντας κατά νου μία πολιτική παρέμβαση στα ρωσσικά λαϊκά στρώματα –μάζα σύνθεσης ιδίως αγροτικής–. Το 1919, υπό την απειλή της ξένης επέμβασης, προχώρησε σε έναν τακτικό χειρισμό της γαλλικής επανάστασης, σε υμνολογία της ως συμβόλου με γενικότερη απήχηση στον λαό και πόλου συσπείρωσης ανομοιογενών κοινωνικών στρωμάτων. «Η γαλλική επανάσταση … ήταν μεγάλη διότι επέτυχε να εγείρει τις ευρείες λαϊκές μάζες στην άμυνα για διατήρηση των επιτεύξεών της...»8.

Ο Λένιν στράφηκε, στις θεωρητικές μελέτες του –όπως ο Μαρξ–, στην Παρισινή Κομμούνα του 1871, την οποία αναγόρευσε σε πρόδρομο της ρωσικής επανάστασης9. Για τη Ρωσία σκεπτόταν ότι η απουσία συνεκτικών αστικών στρωμάτων έθετε το καθήκον διενέργειας μιας επανάστασης προς όφελος αυτών, ή και εναντίον αυτών, από την εργατική τάξη και το εργατικό κόμμα, στο πλαίσιο της διαρκούς επανάστασης που είχαν προσεγγίσει οι Μαρξ και Ένγκελς το 1848-1849.
Η Ρ. Λούξεμπουργκ, την άνοιξη του 1918, τάχθηκε αναφανδόν υπέρ της επανάστασης των μπολσεβίκων, εκτιμώντας την κατάσταση στη σοβιετική Ρωσία σε αντιπαραβολή με τη γαλλική επανάσταση, Θεώρησε ότι, μετά από τέσσερα χρόνια αγώνα, η εξουσία των Ιακωβίνων αποδείχθηκε το μόνο μέσο διάσωσης των κατακτήσεων, της διάλυσης της φεουδαρχίας και επιβίωσης της δημοκρατίας, της επαναστατικής άμυνας κατά των συνωμοσιών της αντεπανάστασης. Αντίστροφα, ο Κάουτσκυ και οι Ρώσοι ομόθρησκοί του που ήθελαν να δουν τη Ρωσική Επανάσταση να διατηρεί τον αστικό χαρακτήρα της [του Φεβρουαρίου 1917] μπορούσαν να συγκριθούν με τη μερίδα των Άγγλων και Γερμανών φιλελευθέρων του 19ου αιώνα που διέκριναν δύο περιόδους στη Μεγάλη Γαλλική Επανάσταση: την καλή επανάσταση της πρώτης φάσης των Γιρονδίνων και την κακή μετά την παρέμβαση των Ιακωβίνων. Δεν κατανοούσαν ότι, στην επανάσταση, δεν ήταν δυνατό να υπάρξει χρυσή τομή. Η ατμομηχανή της ιστορίας [η επανάσταση] ή θα κινούνταν πρόσω ολοταχώς ή θα κατρακυλούσε στην άβυσσο. Το κόμμα του Λένιν ήταν το μόνο που είχε κατανοήσει το μήνυμα και έρριψε το σύνθημα ανάθεσης της εξουσίας στο προλεταριάτο και στην αγροτιά10.
Όσον αφορούσε στο Λ. Ν. Τρότσκυ, ήταν ένας θεωρητικός ο οποίος επανήλθε, μετά το 1929, σε πρότερες προσεγγίσεις του για τη διαρκή επανάσταση, υποστηρίζοντας ότι η σοσιαλιστική επανάσταση δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί μέσα σε εθνικά όρια, με τη διεθνοποίησή της να αποτελεί αναγκαιότητα11.
Αναφορικά με τον Α. Γκράμσι, ως θεωρητικός της μαρξιστικής σκέψης κατέληξε σε πεποιθήσεις αντίθετες από την άποψη του Τρότσκυ. Η επανάσταση, μετά την εμπέδωση του κοινοβουλευτισμού και του συνδικαλισμού, λάμβανε νέες μορφές, που απείχαν από την ιταλική εμπειρία (ενεργητική εξέγερση του Ματσίνι [Giuseppe Mazzini]) όπως η υπομονετικά μεθοδευμένη «παθητική επανάσταση» του Καβούρ12. Η γκραμσιανή αντίληψη περί ηγεμονίας (συνδυασμός ταξικής-πολιτικής ηγεμόνευσης και συναίνεσης) αντανακλούσε τους συσχετισμούς στη γαλλική επανάσταση (ευρεία συναίνεση με την αστική τάξη) και το Ρισορτζιμέντο (περιορισμένη συναίνεση προς το κράτος της ενοποιημένης Ιταλίας)13.

Η ρωσική σχολή σκέψης
Η σοβιετική ιστοριογραφία ενσωμάτωνε συλλογικούς μύθους που δεν υπάκουαν πάντοτε στη λογική εξήγηση και το γεγονός, αλλά σε προκατασκευές, δημιουργώντας μια συλλογική μνήμη, μια κοινωνική συνείδηση, έναν πολιτισμό αποκωδικοποίησης του παρελθόντος που συμφωνούσε με την επίσημη κρατική μνήμη. Αυτή ήταν θεμιτή επιδίωξη, ανέκαθεν: ο εξορθολογισμός της συναφούς δράσης των καθεστώτων, η λήψη μέτρων ιδεολογικής συντήρησης της εξουσίας. Η θεματική συμβάδιζε με τις τρέχουσες προτεραιότητες στους τομείς της οικονομίας, της κοινωνικής οργάνωσης, της πολιτικής πράξης, της κουλτούρας. Οι υποθέσεις έρευνας των συγγραφέων ήταν ενδεχομένως αξιωματικές, χωρίς να υποβάλλονται αναγκαστικά σε στοιχειοθέτηση. Στους σκεπτικιστές, το δίλημμα που ετίθετο ήταν: ιστορική αλήθεια ή πολιτική ορθότητα (με την έννοια της καταλληλότητας του χρόνου έγερσης του ιστορικού ερωτήματος);
Η μνεία των επαναστάσεων ήταν συντονισμένη μέσα στα σχολικά εγχειρίδια στο σοβιετικό κράτος κατά τον Μεσοπόλεμο. Στα πανεπιστήμια, αφιερωνόταν εκτενής προσπάθεια για τη μελέτη της γαλλικής επανάστασης. Ήταν μέτρο για τη δημιουργία πολιτιστικής παρακαταθήκης, με την εγγραφή τους στη μνήμη και συνείδηση των πολιτών.
Οι Σοβιετικοί θεωρητικοί, μελετώντας τη γαλλική επανάσταση, δέχθηκαν ένα περίγραμμα το οποίο ήταν σε γενικές γραμμές σταθερό, με τη διαμόρφωση κατασκευών που την τοποθετούσαν στην ιστορία ως προπομπό της ρωσικής. Υποστηριζόταν ότι υφίσταντο κομμουνιστικές ιδέες, που κυκλοφορούσαν στην εποχή της γαλλικής επανάστασης και εντάσσονταν στο πλαίσιο του ουτοπικού σοσιαλισμού, και ότι ο ουτοπικός σοσιαλισμός συνέβαλε στη διαμόρφωση των συνειδήσεων στην εποχή του μοντέρνου σοσιαλισμού του 19ου αιώνα για την αναρχία στην παραγωγή και τις ταξικές αντιθέσεις μεταξύ εχόντων και μη προνομιούχων. Η άποψη επιβεβαιωνόταν από τη διατύπωση, στο έργο των κλασσικών του μαρξισμού, για το ιδεολογικό περιεχόμενο του ουτοπικού σοσιαλισμού ως συνέχειας, ως εξέλιξης, των αρχών που αποκαταστάθηκαν από τους μεγάλους φιλοσόφους του Διαφωτισμού στη Γαλλία του 18ου αιώνα14. Υπάκουε επίσης στην άποψη του Λένιν ότι μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα δεν υπήρχε η δυνατότητα γνώσης και εξήγησης της φύσης της μισθωτής δουλείας στο καπιταλιστικό σύστημα λόγω μη ύπαρξης κοινωνικών συνθηκών που θα επέτρεπαν την ανάπτυξη του επιστημονικού σοσιαλισμού.
Η σοβιετική σχολή διέβλεπε στη Γαλλία του 18ου αιώνα τη μετάβαση από το κίνημα ισοπολιτείας (égalitarisme) και το ρουσσωισμό (μετριοπαθής ισοπολιτεία του Ζ. Ζ. Ρουσσώ) σε αιτήματα προωθημένα, κομμουνιστικού χαρακτήρα. Σπέρματα κομμουνιστικής σύλληψης ανιχνεύονταν, στην πρώτη περίοδο της επανάστασης, στα κοινοτικά σχέδια (κοινοτικός κομμουνισμός) και στα συνεταιριστικά προγράμματα. Στη δεύτερη περίοδο (δικτατορία των Ιακωβίνων) αναπτύχθηκαν ιδέες κομμουνιστικές15.
Στις σοβιετικές απόψεις, οι παρατηρητές μπορούσαν να διακρίνουν φάσεις, οι οποίες αντιστοιχούσαν σε μεταβολές στο μπολσεβικικό κόμμα, το σοβιετικό κράτος και την κοινωνία.
Στη δεκαετία 1920, Σοβιετικοί ιστορικοί εργάσθηκαν
στη Δύση, συλλέγοντας υλικό και αποκαθιστώντας επαφή με τους συναδέλφους
των άλλων χωρών. Η αρχειακή βάση διευρύνθηκε. Το κρατικό αρχείο (η
τελική μορφή του ήταν το Ινστιτούτο Μαρξ-Ένγκελς-Λένιν) δέχθηκε τις
ευεργετικές πρωτοβουλίες του Ν. Μ. Ριαζάνωφ. Ήταν Εβραίος, στέλεχος με
ιδιαίτερες ικανότητες, παλαιός επαναστάτης (συμμετείχε στη σοσιαλιστική
διάσκεψη του Τσίμμερβαλντ, το 1915, όπου αντιτάχθηκε στον ενδοτισμό των
σοσιαλδημοκρατών αλλά και στον επαναστατικό ντεφαιτισμό των μπολσεβίκων,
και συνεργάσθηκε στενά με τον Τρότσκυ), μέλος της σοβιετικής Ακαδημίας
Επιστημών το 1929. Ο Ριαζάνωφ φρόντισε για τον εμπλουτισμό των
συλλογών του ινστιτούτου με ντοκουμέντα των κλασσικών του μαρξισμού και
των παλαιών εργατικών οργανώσεων. Σε αυτόν οφειλόταν η έκδοση έργων των
Μαρξ και Ένγκελς16. Χάθηκε στις εκκαθαρίσεις το 193817.
Στο ινστιτούτο τον διαδέχθηκε ο ιστορικός Β. Β. Αντοράτσκυ, μέλος της
Ακαδημίας Επιστημών το 1932. Εκτός από τη συγκέντρωση προσωπικών
αρχείων, αγοράσθηκαν βιβλία και χειρόγραφα σε ποικίλα σημεία της
Ευρώπης, πραγματοποιήθηκαν εκατοντάδες χιλιάδες φωτογραφικών
αναπαραγωγών εγγράφων, μεταφράσεις στη ρωσική γλώσσα, διεξαγωγή μελετών,
πραγματοποίηση εκδόσεων. Στη δεκαετία 1930, τα ταξίδια των ερευνητών
στη Δύση διακόπηκαν, οι συνδιαλέξεις με τους ομολόγους τους ομοίως. Οι
επαφές κατέληξαν σε αποκοπή. Στις εξαιρέσεις βρισκόταν η συνέχιση της
δραστηριότητας για την απόκτηση υλικού. Αγοράζονταν ντοκουμέντα και
αντικείμενα της γαλλικής επανάστασης του 1789, της Παρισινής Κομμούνας
του 1871, της γαλλικής εξέγερσης του 1830, της ευρωπαϊκής εξέγερσης του
1848. Ο Ν. Ι. Μπουχάριν ταξίδευσε το Φεβρουάριο 1936 στο Παρίσι, για να
διαπραγματευθεί με τους Γερμανούς σοσιαλδημοκράτες τη μεταφορά των
αρχείων των Μαρξ και Ένγκελς –λόγω του κινδύνου του ναζισμού– από τη
Γαλλία και Δανία στη Μόσχα (μετά από διαπραγματεύσεις δύο μηνών, η
έκβαση ήταν ανεπιτυχής)18.

Στο σοβιετικό διανοητικό δυναμικό, παρατηρούνταν ο εξαφανισμός από την επιστημονική σκηνή, προσώπων που ασχολούνταν έως τότε με τη μελέτη του αντικειμένου της επανάστασης και έδιδαν κατεύθυνση στους ακαδημαϊκούς κύκλους για τις προσεγγίσεις των ευρωπαϊκών γεγονότων στις επιστήμες του ανθρώπου και της κοινωνίας. Ένα από τα σοβαρά ιδεολογικά ζητήματα, κατ’ αυτό το διάστημα, ήταν η διαχείριση της γαλλικής επανάστασης σε σχέση με τις φάσεις εξέλιξης της σοβιετικής κοινωνίας και τις διαμορφώσεις νέων συνθηκών. Οι ιστορικοί ερευνητές παρακολουθούσαν την πολιτική τοποθέτηση των ιθυνόντων και την επίσημη κομματική άποψη για να προσαρμόσουν τη δική τους επιστημονική στάση. Ο Ι. Β. Στάλιν είχε διατυπώσει το αξίωμα ότι η Οκτωβριανή Επανάσταση, ως σοσιαλιστική στη ρίζα της, διέφερε από τη γαλλική, επανάσταση αστικού χαρακτήρα. Σε συνέντευξη που παραχώρησε στον Έμιλ Λούντβιχ στις 13 Δεκεμβρίου 1931, στην ερώτηση εάν η Ρωσική Επανάσταση ήταν συνέχιση ή επιστέγασμα της Μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης αποφάνθηκε ότι ο στόχος των Γάλλων ήταν να θέσουν τέρμα στη φεουδαρχία και να επιβάλουν το σύστημα του καπιταλισμού, ενώ των Σοβιετικών να εγκαθιδρύσουν το σοσιαλισμό. Σημείωσε επίσης ότι ο πρωτόγονος «κομμουνισμός» της εποχής του Κρόμβελ και της Γαλλικής Επανάστασης δεν είχε σχέση με το μαρξισμό19. Για το Στάλιν, το σημείο αναφοράς είχε μετατεθεί από τη γαλλική επανάσταση στη ρωσική, και από τον ιακωβινισμό στο μπολσεβικισμό, με τη σκέψη ότι η εποχή, κατά την οποία το προλεταριάτο ήταν η δύναμη κρούσης και τους καρπούς έδρεπε η εκμεταλλεύτρια τάξη, παρήλθε20. Με υπόδειξη του Στάλιν, το «Μεγάλη» απαλείφθηκε, με διαφύλαξη του προσδιορισμού μόνο για τη ρωσική επανάσταση (Μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση).

Η αποφυγή του παραλληλισμού και σύγκρισης των δύο επαναστάσεων συνδεόταν με τις υποκειμενικές συνθήκες, τη συγκυρία της επικράτησης, στην κορυφή της κομματικής πυραμίδας, της παράταξης υπό το Στάλιν και τους συνειρμούς που ενδεχομένως προκαλούσε ο Θερμιδώρ [ανατροπή του ιακωβινισμού]. Ως προς τα αντικειμενικά δεδομένα, η επαναδιαπραγμάτευση του ζητήματος των ατομικών ελευθεριών στη σοβιετική κοινωνία, μετά την εκπνοή του πειράματος του κρατικού καπιταλισμού (Νέα Οικονομική Πολιτική [ΝΕΠ]), το 1921-1928, καθιστούσε τα προτάγματα της γαλλικής επανάστασης συνειρμό προς αποφυγή. Εντάθηκε, αντ’ αυτών, η προπαγάνδιση της ανωτερότητας του σοβιετικού μοντέλου ελευθερίας. Ο Στάλιν απέκλειε τις αναλογίες, με το επιχείρημα (ορθό, κατ’ αρχήν) ότι η γαλλική επανάσταση ήταν το επιστέγασμα μιας μακράς κοινωνικής διαδικασίας, ενώ η αντίστοιχη ρωσι συνιστούσε μόλις την αφετηρία αλλαγών. Το 1934, η έμφαση στη διαφορά της μπολσεβικικής επανάστασης (σοσιαλιστική) από τη γαλλική (αστική) καθορίσθηκε ως βασική ιδεολογική επιλογή. Το σύνθημα ήταν ότι η δεύτερη αποτίναξε τις αλυσίδες της φεουδαρχίας και του απολυταρχισμού για να ρίψει τις μάζες στον καπιταλισμό και την αστική δημοκρατία. Η πρώτη ελευθέρωσε τους ανθρώπους από την εκμετάλλευση, γι’ αυτό έπρεπε να αποκαλείται «σοσιαλιστική επανάσταση»21.
Σε συμμόρφωση με την επίσημη κομματική άποψη περί «γαλλικής αστικής επανάστασης», οι ιστορικοί ερευνητές προσάρμοζαν εκάστοτε τα κείμενά τους ώστε να μη δημιουργούν χασμωδία στις τρέχουσες περιστάσεις. Σε μία περίπτωση, ο Γ. Β. Ταρλέ, μέλος της Ακαδημίας Επιστημών, ιστορικός ειδικός για τον Ναπολέοντα που επικάλυπτε την πορεία της γαλλικής επανάστασης με την παρουσία του στρατηγού, είχε ανασκευάσει τις επιστημονικές θέσεις του για την εκστρατεία στη Ρωσία το 1812 με στροφή σε απόψεις που αναδείκνυαν την υπεροχή του εθνικού επί του ταξικού. Οι αλλαγές στην οπτική του δεν προέρχονταν από προσφυγή σε διαφορετικές πρωτογενείς ιστορικές πηγές (αρχειακό υλικό) αλλά οφείλονταν στη συνετή ευκαμψία του απέναντι σε πιέσεις εξαιτίας τρεχουσών κρατικών προτεραιοτήτων. Εκτός από μια εξορία το 1931, δεν αντιμετώπισε σημαντικά προβλήματα έως το θάνατό του το 1955.
Μετά την αλλαγή καθοδήγησης στο σοβιετικό κόμμα και την αποστολή διαφοροποιημένων μηνυμάτων προς την κοινωνία –στη δεκαετία 1950–, η ρωσική επανάσταση καθιερώθηκε στη βιβλιογραφία με τον τίτλο Μεγάλη και Σοσιαλιστική. Οι μελετητές δεν τη συνέδεσαν με τις προηγούμενες επαναστάσεις, τονίζοντας ότι διέφερε ριζικά λόγω του περιεχομένου, των στόχων και των αποτελεσμάτων (δικτατορία του προλεταριάτου, κατάργηση του καπιταλισμού, εξάλειψη της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, αναίρεση της κοινωνικής και εθνικής καταπίεσης, οικοδόμηση του σοσιαλισμού). Ήταν η έκφραση της νομοτέλειας της κοινωνικής ανάπτυξης22.
Στη φιλοσοφία, η ρωσική επανάσταση τοποθετήθηκε στη βιβλιογραφία ως μελέτη περίπτωσης στο πλαίσιο του ιστορικού υλισμού. Στα φιλοσοφικά βοηθήματα, εξετάζονταν ο αποφασιστικός ρόλος των λαϊκών μαζών, που αποτελούν τη δύναμη ανάπτυξης της κοινωνίας και δημιουργό της ιστορίας, ο ρόλος της προσωπικότητας στην ιστορία (καθοδήγηση της κοινωνίας από το άτομο-ηγέτη και τη συλλογικότητα-κόμμα), ο ρόλος των ηγετών της εργατικής τάξης στον επαναστατικό αγώνα.
Επισημαινόταν ότι η κάθε τάξη στην ιστορία κατέκτησε την κυριαρχία αναδεικνύοντας τους δικούς της πρωτοπόρους εκπροσώπους –σε αυτό το σημείο μνημονευόταν η εξαιρετική συμμετοχή του Λένιν στα γενόμενα στη Ρωσία έως το 1917–. Ο ηγέτης ατσαλώθηκε μέσα στην επαναστατική πάλη των μαζών, καθοδηγούσε τις μάζες και διδασκόταν από τις μάζες, Αναδείχθηκε ως προσωπικότητα που καθοδήγησε την επανάσταση συνδυάζοντας επιδέξια τη θεωρία και την πράξη του επαναστατικού κινήματος. Στη ρωσική επανάσταση, στην οποία εφαρμόσθηκαν οι αρχές του μαρξισμού-λενινισμού στις συγκεκριμένες συνθήκες κοινωνικής ανάπτυξης της χώρας, ο ηγέτης είχε γνώση των νόμων της ιστορίας, βαθιά κατανόηση των καθηκόντων του αγώνα στη δεδομένη ιστορική κατάσταση, ακράδαντη πίστη στις δημιουργικές δυνάμεις των μαζών, επαναστατική τόλμη, ανδρεία εναντίον των εχθρών του προλεταριάτου. Το κόμμα επίσης υπερνίκησε την προσωπολατρεία. Ο Στάλιν ήταν μεγάλος μαρξιστής, θεωρητικός και οργανωτής, που τέθηκε επικεφαλής του κόμματος και του λαού για την επίτευξη του σοσιαλισμού, ενάντια στους τροτσκιστές, ζηνοβιεφικούς, μπουχαρινικούς. Κατακρίθηκε όμως αποφασιστικά από το κόμμα [μετά το θάνατό του] για τα χονδροειδή λάθη και διαστρεβλώσεις. «Σε αυτά έγκειται η τραγωδία του Στάλιν, διότι υποκειμενικώς ήταν αφοσιωμένος στο λενινισμό»23.
Στην παραγωγή επιστημονικής (ιδεολογικής) ύλης για τις βάσεις της διδασκαλίας (doctrine [δόγμα]) του μαρξισμού-λενινισμού (τη «μαρξιστικο-λενινιστική φιλοσοφία», τη «μαρξιστικο-λενινιστική πολιτική οικονομία του καπιταλισμού», το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας), αναπτύσσονταν επιχειρήματα που υποστήριζαν τη ρωσική επανάσταση ενάντια στις «οππορτουνιστικές» θέσεις του Κάουτσκυ (δυνατότητα περάσματος στο σοσιαλισμό μονάχα σε χώρες με υψηλό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και με πλειοψηφούσα δημογραφικώς εργατική τάξη)24.
Τα επιχειρήματα στα επιστημονικά εγχειρίδια, ασύνδετα, έπασχαν απελπιστικά. Η επίσημη έκδοση της ιστορίας της ρωσικής επανάστασης, που μεταφράσθηκε σε πολλές γλώσσες25, δεν είχε οιαδήποτε αναφορά στην ευρωπαϊκή προωθητική δύναμη, η οποία αξιοποιήθηκε από τους μπολσεβίκους για την πραγματοποίηση της ανατροπής στη χώρα τους, ούτε στη μνήμη των αγώνων, που λειτούργησε στη Δύση μετά το 1918 στις αποτυχημένες εργατικές και λαϊκές εξεγέρσεις.
Η ρωσική επανάσταση επισκιάσθηκε, στη σοβιετική ιστοριογραφία, από τον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο (1941-1945). Το βάρος ανέλαβε ο ιστορικός Σ. Π. Τραπεζνίκωφ, μέλος της κεντρικής επιτροπής του σοβιετικού κομμουνιστικού κόμματος το 1966 (καθαιρέθηκε το 1983, επί καθοδήγησης Γ. Β. Αντρόπωφ), δεδηλωμένος εχθρός του ρεβιζιονισμού στην ιστορία26, ο οποίος έθεσε εμμέσως στην ακαδημαϊκή κοινότητα το θέμα της αποκατάστασης του Στάλιν ως στρατιωτικού ηγέτη, εναντίον της αναθεωρητικής άποψης για ανετοιμότητα των Σοβιετικών το 1941 και αποκατάσταση του στρατηγού Μ. Ν. Τουχατσέφσκυ27. Η σοβαρότητα της συζήτησης εντοπιζόταν στη σύνδεση με την τρέχουσα εικόνα (εγρήγορση και αποτελεσματικότητα) του σοβιετικού κράτους.
Η συζήτηση μεταξύ των Σοβιετικών για τη γαλλική επανάσταση πέρασε σε δεύτερο πλάνο. Σε μια περίπτωση, ο Α. Ζ. Μάνφρεντ, γεννηθείς το 1906, μαθητής του Ταρλέ, δημοσίευσε, στη δεκαετία 1960 -1970, εκτενείς ακαδημαϊκές μελέτες για τη γαλλική ιστορία (επανάσταση, Ναπολέων, Παρισινή Κομμούνα)28, εκπροσωπώντας τη χώρα του στα διεθνή φόρα και επιστημονικές εταιρείες.
Η δυτική εκδοχή. Η αντιδικία για τη γαλλική επανάσταση
Στη δυτική ιστορική θεώρηση της ρωσικής επανάστασης αποτυπώνονταν οι ταλαντώσεις των συγγραφέων επιστημονικών κειμένων, που υποστήριζαν ιδεολογικά την κομμουνιστική υπόθεση. Χαρακτηριστική ήταν, σε γενικές γραμμές, η αμφισημία. Συμφωνούσαν με τη σοβιετική σχολή, αλλά το πλήθος αστερίσκων αποκαθιστούσε τις ισορροπίες στον «ξύλινο» λόγο [ανεπεξέργαστες θεωρήσεις στοιχείων, πομπώδες λεκτικό, ατεκμηρίωτες υπερβολές στις περιγραφές γεγονότων] που υποστήριζε τις τρέχουσες πολιτικές επιδιώξεις της Μόσχας. Από την άλλη πλευρά, οι αντιλήψεις που αντιστρατεύονταν τον κομμουνισμό συνέβαινε να εισάγουν μεθόδους ανάλυσης εντυπωσιακές για την πρωτοτυπία τους.
Με ειδικότερη αναφορά στη γαλλική πλευρά, η συμβολή της στον ιστορικό διάλογο ήταν η οπτική για το ρωσικό 1917 που διερχόταν από τις ανατροπές του 1789. Προσεγγίσεις οι οποίες δεν είχαν εμφανείς τις αναλύσεις βάσει της πάλης των τάξεων. Απλά την υπονοούσαν. Το απαύγασμα των απόψεων ήταν ότι η γαλλική επανάσταση, μετάβαση από ένα κόσμο σε έναν άλλον, δημιούργησε πολιτική κουλτούρα απέραντη, αδιαχώριστη από τη δημοκρατία και ανεξάντλητη, πέραν οιουδήποτε νομικού η θεσμικού ορίου, τροφοδοτούμενη από το πάθος για ισότητα. Κυριάρχησε η αντίληψη ότι η αστική τάξη ανέτρεψε την αριστοκρατία αλλά δεν έφερε τα δικαιώματα του πολίτη, παρά μόνο την αγορά. Συνέβαλε στην ανάπτυξη του καπιταλισμού, με έλλειμμα στην ανάπτυξη της δημοκρατίας, ενσαρκώνοντας μονάχα το αμφιλεγόμενο μέρος της νεωτερικότητας.
Η Σορβόννη διακρίθηκε ως ιακωβινική σχολή της ιστορίας της γαλλικής επανάστασης. Οι κορυφαίοι της πρώτης γενεάς των ιστορικών της Σορβόννης, Ωλάρ (Alphonse Aulard) καθηγητής από το 1885 έως το 1922, και Ματιέ (Albert Mathiez), μαθητής του, καθηγητής μετά το 1926, συγκρούονταν, υποστηρίζοντας ο πρώτος τον Δαντόν και ο δεύτερος τον Ροβεσπιέρο. Ο Ματιέ, γεννηθείς το 1874, μέλος του γαλλικού κομμουνιστικού κόμματος έως το 1922 και ακτιβιστής έκτοτε σε προοδευτικές κοινωνικές κινήσεις. υποστήριξε την άποψη της αναγκαιότητας της βίας, που μετήλθε ο Ροβεσπιέρος και η επαναστατική κυβέρνηση, εντοπίζοντας επίσης σοσιαλιστικές αφετηρίες στις αντιλήψεις του.
Στο παρελθόν οι σοσιαλιστές ταυτοποιούνταν με την αστική αξία της ελευθερίας και ταυτοχρόνως διαφοροποιούνταν, γνωρίζοντας ότι η μελλοντική σοσιαλιστική επανάσταση θα την υπερπηδούσε. Οι σοσιαλιστές ιστοριογράφοι, όπως ο Ζωρές (Jean Jaurès), δεν μπορούσαν να αποτυπώσουν μια πραγματικότητα (σοσιαλιστική επανάσταση) η οποία δεν είχε ακόμη έλθει και αντιμετώπιζαν τη γαλλική επανάσταση ως τη μήτρα, στη βάση της οποίας θα διαμορφωνόταν πιθανώς η μελλοντική σοσιαλιστική επανάσταση. Μετά το 1917, το γεγονός καταγράφηκε –η ρωσική ανατροπή–, με εξέλιξη που έδιδε λαβή σε ιστορικούς όπως ο Ματιέ να στοχασθούν ότι ο εμφύλιος πόλεμος το 1918-1922, κρισιμότερη φάση της ρωσικής επανάστασης, ταυτοποιούνταν με τον εμφύλιο επί Ροβεσπιέρου. Οι δικτατορίες των Ιακωβίνων και μπολσεβίκων, σύμφωνα με το ίδιο σκεπτικό, γεννήθηκαν σε συνθήκες εμφύλιου πολέμου, αμυνόμενες με όπλο την τρομοκρατία, και η ουσιώδης διαφορά υπέρ των μπολσεβίκων ήταν το πλεονέκτημα της εκτίμησης της γαλλικής εμπειρίας, ιδιαίτερα του κινδύνου επανάληψης του Θερμιδώρ και διάλυσης της επανάστασης. Όθεν ο τρόμος αναγορευόταν σε απαραίτητη επαναστατική πράξη.


Η άμυνα των μαρξιστών στις προκλήσεις αναθεώρησης της ιστοριογραφίας της γαλλικής επανάστασης ήταν οι τεκμηριωμένες απαντήσεις. Μια καταιγιστική παραγωγή εργασιών, στις οποίες υπέστη επεξεργασία ένας τεράστιος όγκος δεδομένων, τεκμηρίωσε την ταξική διαστρωμάτωση της γαλλικής κοινωνίας και τα όρια της αστικής τάξης, τον τρόπο παραγωγής και τα φεουδαρχικά υπολείμματα στην κοινωνική οργάνωση, την ανάπτυξη του κινήματος των κατώτερων λαϊκών κοινωνικών στρωμάτων. Το μαρξιστικό ρεύμα, με τη γενική αντίληψη ότι οι κοινωνικές ανατροπές (επαναστατικά γεγονότα) αποτελούν ιστορική αναγκαιότητα και αναπόφευκτη εξέλιξη, διέκρινε αναμόρφωση των παραγωγικών δομών στη γαλλική οικονομία της εποχής και αντίστοιχη αλλαγή των κοινωνικών δεδομένων, ως στοιχείων που ώθησαν τη χώρα σε μια μετάβαση και απαίτησαν την αποκατάσταση της αντιστοιχίας των παραγωγικών σχέσεων και παραγωγικών δυνάμεων. Σε αυτό το μοντέλο, επιφυλασσόταν για τον πολιτισμό (εξέλιξη των ιδεών) δευτερεύων ρόλος.
Σε μια αλληλουχία καθηγητών στη Σορβόννη, ο σοσιαλιστής ζωρεσικός Λεφέβρ (Georges Lefebvre), σύγχρονος του Ζωρές, οι κομμουνιστές Σομπούλ (Albert Soboul) και Βοβέλ (Michel Vovelle), θεωρούσαν ότι η γαλλική επανάσταση ήταν το πρότυπο της επανάστασης των αστών, των πόλεων και των αγροτών, με επίδραση σε παγκόσμια κλίμακα. Η περίοδος 1793-1794 ήταν η εμβάθυνση των όρων της πρώτης περιόδου της επανάστασης (1789-1792).
Ο Λεφέβρ, γεννηθείς το 1874, ήταν δεξιοτέχνης της κλασσικής μαρξιστικής ανάλυσης, με εκτίμηση της αλληλεπίδρασης των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών φαινομένων, θεώρηση τάξεων προνομιούχων και μη, πάλη αυτών. Υπήρχε ήδη παλαιά συγγραφική παραγωγή (του Φωρ) για τον σοσιαλισμό στη γαλλική επανάσταση, που είχε συνέχεια (με έργα των Λιχτεμπερζέ και Ζωρές) έως το τέλος του 19ου – αρχές 20ού αιώνα και αποτέλεσε το υπόστρωμα ανάπτυξης της σκέψης του Λεφέβρ. Το προτεινόμενο σχήμα ήταν η επανάσταση των ευγενών (Assemblée des notables) και το κοινοβούλιο του Παρισιού μέχρι το 1788, η αστική επανάσταση (Assemblée nationale constituante) το 1789, η λαϊκή επανάσταση (Τρόμος) μετά το 1792. Ως καθηγητής στη Σορβόννη μετά το 1935, διέπρεψε για τις έρευνές του στην ιστορία των αγροτικών πληθυσμών, ζήτημα νευραλγικό εφόσον έδιδε λαβή για σκέψεις στο θέμα της ποικιλότητας των δρόμων της ανάπτυξης και της μετάβασης των καθυστερημένων κοινωνιών στον καπιταλισμό.
Ο Σομπούλ, γεννηθείς το 1914, σταθερό μέλος του γαλλικού κομμουνιστικού κόμματος από το 1939, μαθητής του Λεφέβρ, με τον οποίο συνεργάσθηκε για τη διαμόρφωση, στη Γαλλία, της μαρξιστικής σχολής ιστορίας32, τον διαδέχθηκε στη Σορβόννη το 1967. Επέβαλε την άποψη ότι ο Τρόμος, μη γενικευμένη πρακτική αλλά δράση οφειλόμενη σε ολίγα άτομα του επαναστατικού χώρου, ήταν η απάντηση στη μοναρχική βία και τις ξένες επεμβάσεις, που στοίχισαν εκατόμβες θυμάτων στα χαμηλά στρώματα της γαλλικής κοινωνίας. Η προσέγγιση του Λεφέβρ και του Σομπούλ ταυτιζόταν με τις αντιλήψεις της σχολής των Ανάλ (Ecole des Annales), τάσης της οποίας οι εκπρόσωποι, Μπλοχ (Marc Bloch), Φεβρ (Lucien Febvre), Μπρωντέλ (Fernand Braudel) επικεντρώνονταν όχι στα αιματηρά ή μη γεγονότα αλλά στα ρεύματα, οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά, πολιτιστικά, που διέτρεχαν την ιστορία, με στήριξη των διαπιστώσεων σε εξαντλητική φυλλομέτρηση των πρωτογενών ιστορικών πηγών (αρχεία, ντοκουμέντα, μαρτυρίες) αντί της ανάλωσης σε στοχασμούς33.
Ο Βοβέλ (Michel Vovelle), γεννηθείς το 1933, διάδοχος του Σομπούλ το 1982, σταθερό μέλος του γαλλικού κομμουνιστικού κόμματος, συνέχισε την προοδευτική παράδοση των ιστορικών ερευνών για τη γαλλική επανάσταση. Εισηγήθηκε την προσέγγιση της γαλλικής επανάστασης και των επαναστατικών νοοτροπιών των υποστηρικτών της με μεθόδους της ιστορίας των νοοτροπιών (histoire des mentalités), κλάδου της κοινωνικής ιστορίας (histoire sociale) που βρισκόταν κοντά στη μελέτη της πολιτιστικής πλευράς των φαινομένων (histoire culturelle)34. Το προτεινόμενο ερμηνευτικό σχήμα ήταν η αναγνώριση της συνέχειας, την οποία συνιστούσε η γαλλική επανάσταση στο περιεχόμενο της ιστορίας της Γαλλίας. Ήταν αστική επανάσταση με λαϊκά ερείσματα, στην οποία δόθηκε βάθος από τα γεγονότα μετά το 1793. Η κοινωνική συμπεριφορά των λαϊκών στρωμάτων στον 20ό αιώνα αναπαρήγαγε απλώς την πολιτιστική σφραγίδα των αντιδημοκρατικών παρεκκλίσεων του παρελθόντος. Οι πρωτότυπες επεξεργασίες του Βοβέλ δεν επισκίαζαν τη μαρξιστική θεωρητική αφετηρία του ότι οι μάζες και η πάλη τους με τις δυνάμεις της εξουσίας συνιστούσαν τον μοχλό κίνησης της ιστορίας, και ειδικότερα τη μαρξιστική θεώρηση σύμφωνα με την οποία οι μάζες στη γαλλική επανάσταση κινήθηκαν σε ανοδική τροχιά παρέμβασης με απτά αποτελέσματα (εξουδετέρωση του βασιλέως, ιακωβινισμός).

Στη Γαλλία, επώνυμοι της ιστορικής επιστήμης, ο Λε Γκοφ (Jacques Le Goff), η Περρό (Michelle Perrot), ο Ρομάνο (Ruggiero Romano), η Αντωνιάδου (Hélène Antoniadis-Bibicou) –μέλη του γαλλικού κομμουνιστικού κόμματος ή θιασώτες του μαρξισμού–, ήταν συνοδοιπόροι στην οπτική και μεθόδους ερμηνείας της γαλλικής επανάστασης που αντιστρατεύονταν τη συντηρητική άποψη. Εξ αυτών, ο Λε Γκοφ, γεννηθείς το 1924, μαθητής του Μπλοχ, διευθυντής της Ανωτάτης Σχολής Κοινωνικών Επιστημών, εργάσθηκε πάνω σε θέματα κουλτούρας, τομέως στον οποίο αναγνώριζε ορισμένη αυτονομία σε σχέση με την οικονομική-κοινωνική προσέγγιση (πάλη των τάξεων). Η Περρό, γεννηθείσα το 1928, κάτοχος διατριβής υπό την εποπτεία του Λαμπρούς (Ernest Labrousse), κομματικό μέλος από το 1946 έως το 1957, συγγραφέας μαρξιστικών βιβλίων, δίδαξε στη Σορβόννη, όπου συμμετείχε στα γεγονότα του Μάη 1968. Άλλοι ξένοι στοχαστές ιστορικοί που χρησιμοποιούσαν μεθόδους μαρξιστικής ανάλυσης, όπως ο Χομπσμπάουμ (Eric Hobsbawm) και ο Βαλλερστάιν (Emmanuel Wallerstein), αναμείχθηκαν, αντικρούοντας τη μέθοδο, σύμφωνα με την οποία η γαλλική επανάσταση έπαυσε να αποτελεί μία «μεγάλη αφήγηση» (σύνθεση των μερικών προς αναζήτηση του γενικού) και κατέστη γεγονοτολογική και χρονολογική35.

Στον αντίποδα, οι δυνάμεις στην εξουσία, μέσω των ακαδημαϊκών ομάδων οι οποίες προσέφεραν διανοητική και ιδεολογική υποστήριξη, μελέτησαν το φαινόμενο των επαναστάσεων, ώστε να έχουν τη δυνατότητα αντιμετώπισης αυτών. Η ιδεολογικοποίηση της επιστήμης διαμόρφωσε καταλλήλως την ιστοριογραφία. Στις εντάσεις του Ψυχρού Πολέμου, η ρωσική επανάσταση προβλήθηκε ως πραξικόπημα υπό την ηγεσία μίας εξτρεμιστικής διανόησης, το οποίο επέπλευσε με τον προσεταιρισμό της μάζας μέσω της προπαγάνδας περί ταξικών διαφορών και της διαφήμισης της βίας36.
Η αναθεώρηση της ιστορίας της γαλλικής επανάστασης, με στόχο τον τορπιλισμό του ιδεώδους της ρωσικής επανάστασης, απλώθηκε σε ποικίλα πεδία. Οι κατηγορίες ανάλυσης ήταν πολιτιστικού περιεχομένου, με αναγνώριση σε ορισμένες περιπτώσεις της κοινωνικής διαστρωμάτωσης (τάξεις) αλλά χωρίς εμπλοκές με την κατηγορία της πάλης των τάξεων. Η έννοια της ομάδας ελίτ, που αντικαθιστούσε την κοινωνική τάξη, αφορούσε σε πλέγματα εξουσίας η οποία πήγαζε από την πνευματική και πολιτιστική υπεροχή, με επακόλουθο την πολιτική και (παρεμπιπτόντως) οικονομική ισχύ. Μια ιστορική αναθεωρητική τάση υποστήριζε ότι η ολλανδική επανάσταση του 1568 ήταν ένας συμβιβασμός των εμπόρων με τις ελίτ, η αγγλική επανάσταση του 1640 ένας ανταγωνισμός αντίπαλων ελίτ. Σε αντίθεση με την αμερικανική επανάσταση (ορθότερα, αμερικανικός πόλεμος για ανεξαρτησία) του 1775, η οποία δεν γέννησε μίσος για τους αστούς, η γαλλική επανάσταση τους ανέδειξε σε εστία κάθε κακού. Η ευρωπαϊκή κουλτούρα, τόσο εξ ακροδεξιών όσο και εξ ευωνύμων, οδηγούσε σε συμπεριφορές εναντίον της αστικής τάξης. Η αντιδραστική συντηρητική παράταξη καυτηρίαζε τον ορθολογισμό της πεφωτισμένης μερίδας της, και των φιλοσόφων της, που απομάκρυνε την κοινωνία από τη θρησκεία και την παράδοση και θέσπισε το χωρισμό της εκκλησίας από το κράτος. Η αριστερά, καθοδηγούμενη από το Μαρξ, εγκαινίασε, από τη γέννηση της σοσιαλδημοκρατίας στο 19ο αιώνα, την αντιπαλότητα της εργατικής με την αστική τάξη. Στο επίκεντρο μεταφερόταν το ζήτημα της επαναστατικής βίας. Εν προκειμένω, διαμορφώθηκαν δύο ιστορικές αντιλήψεις. Η πρώτη υποστήριζε ότι ο τρόμος ήταν επιτελική κατάστρωση. Ο «σταλινισμός» στο σοβιετικό κράτος ισοπέδωσε τις εθνικές κουλτούρες, ισοπέδωσε τις παλαιές ελίτ του πνεύματος37. Η εργαλειοποίηση του φόβου συνοδευόταν από ρητορική, είχε κοινωνική αποδοχή38. Η δεύτερη άποψη επέμενε ότι ο ολοκληρωτισμός ήταν εγγενής. Ο διανοητικός σχεδιασμός για αποκατάσταση μίας ισορροπίας μεταξύ δικτατορίας του προλεταριάτου και δημοκρατίας βρισκόταν εκτός του περιγράμματος των κοινωνικών στοιχείων που χαρακτηρίζουν μία επανάσταση. Ο θάνατος του Στάλιν ήταν «το ξεκίνημα του τέλους39» (με την έννοια της απεμπόλησης της πολιτικών επιλογών της υπ’ αυτόν καθοδηγητικής ομάδας, άρα σύγκρουσης με την ουσία της επανάστασης –τον ολοκληρωτισμό–).
Μια διακεκριμένη περίπτωση συνιστούσε ο Γάλλος ιστορικός Φυρέ (François Furet). Γεννηθείς το 1927, συμμετείχε στην αντίσταση κατά της γερμανικής κατάκτησης και των συνεργατών το 1944, κρίνοντας τότε ότι ο αγώνας ήταν η διέξοδος κατά του φασισμού. Κατά τη συνήθεια της εποχής, θήτευσε στο γαλλικό κομμουνιστικό κόμμα (από το 1949 έως το 1956). Εκπόνησε διατριβή υπό την επίβλεψη του Λαμπρούς για την αστική τάξη στον 18ο αιώνα, εντάχθηκε στη σχολή των Ανάλ και εργάσθηκε στο Εθνικό Κέντρο Ερευνών (CNRS), επιτυγχάνοντας και μια ευδόκιμη σταδιοδρομία στον πανεπιστημιακό χώρο, μέχρι και στη θέση, μετά το 1977, του διευθυντή της Ανωτάτης Σχολής Κοινωνικών Επιστημών –διαδέχθηκε το Λε Γκοφ–. Απεβίωσε το 1997 –συνεπεία ατυχήματος στο τέννις–. Μαζί με τον Φυρέ δούλεψε ο γαμπρός του, Ρισέ (Denis Richet). Γεννηθείς το 1927, μαθητής του Μπρωντέλ και Λαμπρούς, ήταν, και αυτός επίσης, καθηγητής στην ίδια Σχολή.
Η στροφή του Φυρέ στο συντηρητισμό τον έφερε στο προσκήνιο της πάλης των ιδεών, όταν, με τη διορατικότητα που απέκτησε χάρη στην προϋπηρεσία στον κομμουνισμό, ερμήνευσε τη γαλλική επανάσταση ως ευάλωτο σημείο της μαρξιστικής κατασκευής της ρωσικής επανάστασης.
Ο Φυρέ ισχυρίσθηκε ότι η γαλλική επανάσταση δεν ήταν ταξική σύγκρουση αλλά αντιδικία για την εφαρμογή των αστικών απαιτήσεων (ελευθερία, ισότητα), αγώνας υπέρ της ισοπολιτείας (égalitarisme). Η ανατροπή, με το πραξικόπημα του Ναπολέοντα το 1799 και με την παλινόρθωση της μοναρχίας το 1815, δεν εξάλειψε τις μνήμες του 1789, που αναβίωσαν στις επόμενες επαναστάσεις, το 1830 και1848, όπως και στην Κομμούνα του Παρισιού το 1871. Η επιλογή του Φυρέ –συνετή– ήταν να διεμβολίσει τη γαλλική επανάσταση, όχι την Παρισινή Κομμούνα. Παρατήρησε ότι, μολονότι οι αξίες της ελευθερίας, ισότητας, αδελφότητας δεν υφίσταντο οιαδήποτε αμφισβήτηση, με γενικευμένη πλέον την αποδοχή της «νομιμότητάς» τους, και ενώ ούτε η γαλλική επανάσταση ανταποκρινόταν σε οιαδήποτε οικουμενική πολιτική εκκρεμότητα, εντούτοις η επαναστατική ιστοριογραφία εξακολουθούσε να είναι το ίδιο ορμητική όπως στο παρελθόν. Βεβαιώθηκε ότι οι παλαιές ιδεολογικές συγκρούσεις με αφετηρία την υποστήριξη των ελίτ ή της δημοκρατίας είχαν αντικατασταθεί από τις διανοητικές και πολιτικές αντιδικίες τις οποίες γεννούσε η σοσιαλιστική επανάσταση. Ερεύνησε τις αναλύσεις των Μαρξ και Ένγκελς –οικείες, από την εποχή της στράτευσής του στο κομμουνιστικό κίνημα– και εντόπισε τα σημεία που ανασκευάζονταν από τις γραμμικές και απλοποιημένες –κατά την άποψή του– επεξεργασίες των μαρξιστών ιστορικών. Αποκαλύπτοντας εξαντλητική μεθοδικότητα, συνέλεξε και σχολίασε κείμενα του Μαρξ για τη γαλλική επανάσταση, για να καταλήξει στη διαπίστωση ότι η θέση του «νεαρού Μαρξ» [η πρώιμη φάση ανάπτυξης της σκέψης του διανοητή] για την αστική πρωτοβουλία ίδρυσης του δημοκρατικού καθεστώτος υπέστη αλλαγές από τον «ύστερο Μαρξ» προς όφελος του επαναστατικού ντετερμινισμού, με την αναγόρευση των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων της γαλλικής κοινωνίας σε φορέα των ανατροπών που οδήγησαν σε επόμενες ρήξεις με το σύστημα40.
Ο Φυρέ κατανοούσε ότι η κλασσική σχολή (η ορθόδοξη άποψη του Σομπούλ) είχε δημιουργήσει ένα «νόμιμο» κλειστό σύστημα πρόσληψης των γεγονότων της γαλλικής επανάστασης, που είχε αναδειχθεί σε θεσμοθετημένο καλούπι για τη διαχείριση της ιστορίας της χώρας. Ο Σομπούλ είχε επιβάλει την αντίληψη ότι η εξέλιξη της γαλλικής επανάστασης ήταν ωρίμανση προς την κατεύθυνση μιας λαϊκής δημοκρατίας. Ο Ροβεσπιέρος ήταν το πιο ριζοσπαστικό στοιχείο της αστικής τάξης, άρα δύναμη απελευθέρωσης. Ο Φυρέ αποτόλμησε το ανάποδο, ισχυριζόμενος ότι με το Ροβεσπιέρο έκλεισε ο δρόμος προς τη φιλελεύθερη κοινωνία, ότι ο Ροβεσπιέρος ήταν η προμετωπίδα του νέου και χειρότερου δεσποτισμού.

Επί των ημερών του Φυρέ, κατά την αντιδικία του με τον επικεφαλής της σχολής της Σορβόννης, Βοβέλ, ο στόχος ήταν η επιβολή, εναλλακτικά προς την πάλη των τάξεων, του αναθεωρημένου μοντέλου, το οποίο στηριζόταν στην άποψη της παρέκκλισης της επανάστασης εξαιτίας της βίαιης παρεμβολής ενός εξωτερικού παράγοντα (οι λαϊκές μάζες). Η εξέλιξη της σκέψης του Φυρέ οδήγησε στην κατασκευή ότι ο Τρόμος ήταν ειδοποιό γνώρισμα της επαναστατικής ιδεολογίας. Ο ιακωβινισμός δεν ήταν απλά ένα πολιτιστικό γνώρισμα των μαζών, κληρονομημένο από τις φάσεις βίας του παρελθόντος. Ήταν μήτρα του ολοκληρωτισμού.
Είναι ιδιαίτερα αξιοπερίεργο το γεγονός ότι ο εκπρόσωπος της Ανωτάτης Σχολής Κοινωνικών Επιστημών, σχολής στην οποία συνέβαιναν συσσωματώσεις της αριστερής διανόησης του Παρισιού, συγκρούσθηκε με τη Σορβόννη, ίδρυμα που αποτελούσε πυλώνα των φιλελεύθερων εκδοχών της κυρίαρχης ιδεολογίας. Η ερμηνεία ίσως προσδιορισθεί στην εξαιρετική βαρύτητα του θέματος της γαλλικής επανάστασης, επί του οποίου θεμελιώθηκε η Γαλλική Δημοκρατία και οικοδομήθηκε το φαντασιακό της γαλλικής κοινωνικής, πολιτικής και πολιτιστικής (εθνικής) ταυτότητας, όλα τα στοιχεία –συγκεντροποίηση του κράτους, λαϊκή παιδεία και λοιπά– που παραμένουν επίκαιρα, νευραλγικής σημασίας, σήμερα.
Μεθοδολογικά, ο Φυρέ χώρισε σε δύο μέρη τη μελέτη της γαλλικής επανάστασης: το πρώτο έως το 1792 και το δεύτερο –του Τρόμου– έως το Θερμιδώρ (πτώση Ροβεσπιέρου). Ο Τρόμος τεκμηρίωσε τον ολοκληρωτισμό, ο οποίος ενεγράφη ως προϊόν της επαναστατικής ιδεολογίας. Δεδομένου ότι η γαλλική επανάσταση προμήθευε ιστορική εμπειρία στη σύγχρονη αριστερά, δεν μπορούσε να αποφευχθεί η σύγκριση νεότερων επαναστατικών κινημάτων με τους Ιακωβίνους41. Ο Φυρέ αποφάνθηκε ότι ο κομμουνισμός και ο φασισμός είχαν κοινές ρίζες στον σοσιαλισμό και αντινεοφιλελευθερισμό. Ο κομμουνισμός και ο φασισμός είχαν εγγενή χαρακτηριστικά ολοκληρωτισμού. Διαφοροποιήθηκε ελαφρώς από την άποψη ότι ο φασισμός ήταν αμυντική κίνηση κατά του κομμουνισμού, με τη θέση ότι ο φασισμός και μπολσεβικισμός ήταν αποτελέσματα του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου. Ο πόλεμος ήταν η επιρροή του έθνους στην κοινωνία υπό την ηγεμονία της αστικής τάξης, η κατίσχυση του εθνικισμού επί της εργατικής τάξης και των μη προνομιούχων κοινωνικών στρωμάτων. Η επανάσταση του 1917 ήταν η επικράτηση του διεθνισμού επί του ιμπεριαλισμού. Αντίθετα, ο φασισμός ήταν η αντίδραση του εθνικισμού εναντίον του κοσμοπολιτισμού42.
Στο έργο αναψηλάφησης της γαλλικής επανάστασης43, στο οποίο διατυπωνόταν από τον Φυρέ η αντίληψη για τον αντιδημοκρατικό και ολοκληρωτικό πυρήνα της, θιγόταν αντιστρόφως το θέμα της μαγνητικής έλξης του μαρξισμού, που εμφανίσθηκε συγκροτημένα στη γαλλική διανόηση, ως αποτελέσματος της αναζήτησης των ριζών του κομμουνισμού στον ιακωβινισμό.
Ο Φυρέ, στο περιεχόμενο του κομμουνιστικού πολιτισμού –τον γνώριζε εξ ιδίας πείρας και τον συμμερίσθηκε κατά τα έτη της στράτευσής του στο γαλλικό κομμουνιστικό κόμμα–, με την αποδοχή της μονολιθικότητας, με την αυθυποβολή και αυτοπειθαρχία έναντι των προτάσεων προς ψήφιση που υποβάλλονταν εκ των άνω (από την ανώτερη καθοδηγητική βαθμίδα του κόμματος), βρήκε ομοιότητες με τις ανάλογες συμπεριφορές που διαμορφώθηκαν με τη λειτουργία της εξουσίας το 1792. Περαιτέρω, ο ίδιος αντέκρουσε τις απόψεις της σχολής των Ανάλ –από την οποία προερχόταν, υπετίθετο– για τη μακρά διάρκεια (la longue durée) διαμόρφωσης πολιτιστικών δομών στη Γαλλία, ειδικότερα –στην περίπτωση της γαλλικής επανάστασης– για τον ιστορικό σχηματισμό των δομών που οδήγησαν στα γεγονότα του 1789.
Με βάση τους ανωτέρω ισχυρισμούς, η αστική τάξη ήταν το θύμα, στο οποίο φορτώθηκαν εκ μέρους των λενινιστών τα κακά του ιμπεριαλισμού –ανώτατου σταδίου του καπιταλισμού– και η δημιουργία του φασισμού, και εκ μέρους του Χίτλερ η δημιουργία του κομμουνισμού.
Με τους ανωτέρω χρησμούς, θεωρούσε ο Φυρέ ότι κατόρθωνε να αποσιωπήσει τα αιτήματα του κομμουνισμού.
Ο Τρόμος μετατράπηκε, στην αντικομμουνιστική οπτική, σε σύνθημα. Σύμφωνα με το Μορέν (Edgar Morin), ήταν μια από τις μεγαλύτερες τραγωδίες της ιστορίας.
Οι θεωρίες περί δομών (όχι τάξεων) και περί αυτονομίας της κουλτούρας έναντι της οικονομίας δημιουργούσαν το διανοητικό υπόστρωμα άρθρωσης απόψεων που αναγνώριζαν στην επιτυχία των μπολσεβίκων το 1917 όχι αντικειμενικό υπόβαθρο αλλά ικανότητα λαοπλάνου προπαγάνδας. Πιο ισορροπημένες προσεγγίσεις αξιολόγησαν το κοινωνικό θεμέλιο, τις τότε τάσεις μέσα στην κοινωνία. Για την καταστροφή του τσαρισμού, του φιλελευθερισμού και της μετριοπαθούς σοσιαλδημοκρατίας ευθύνονταν η τυχαιότητα, η ύπαρξη μη δυτικής κουλτούρας, ο πόλεμος και οι διαλυτικές συνέπειες αυτού, η ανικανότητα των αστικών ελίτ και η κίνησή τους χωρίς σχέδιο. Εντοπίσθηκαν συνάμα οι ρωσικές ιδιαιτερότητες. Η ρωσική επανάσταση ονομάσθηκε από τους κομμουνιστές ιθύνοντες σοσιαλιστική, λαμβάνοντας υπόψη την επαγγελία οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Τέθηκε υπό κρίση το ζήτημα ότι, στην πραγματικότητα, στηρίχθηκε στην ειρήνη και στη διανομή της γης –αστικά αιτήματα–, καθιστώντας εμφανές το συμπέρασμα ότι τους σοσιαλιστικούς στόχους οραματιζόταν μόνο η ηγεσία, όχι η μάζα.
Στις νέες συνθήκες μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, καταγράφηκε επιστροφή της ιστοριογραφίας της ρωσικής επανάστασης στη θεωρία περί πραξικοπήματος. Εξάλλου, κυριάρχησαν στην ακαδημαϊκή βιβλιογραφία οι μεταμοντέρνες θεωρήσεις. Δεν διακρίνονταν κοινωνικές τάξεις μέσα στην κοινωνία, δεν πραγματοποιούνταν γενικεύσεις, δεν αξιολογούνταν οι αντικειμενικές συνθήκες, η έρευνα στρεφόταν στον πολιτισμό, τη συνείδηση, τη γλώσσα, τη νοηματοδότηση.
Η επανάσταση σήμερα
Με την εξαφάνιση του σοβιετικού φαινομένου, εντάθηκε η ανάγκη της ιστορικής –συνεπώς ιδεολογικής και φιλοσοφικής– αποσαφήνισης. Ακόμη και οι εχθροί του κομμουνισμού παραδέχθηκαν το αδιανόητο –πριν από ένα τέταρτο του αιώνα– της δυνατότητας κατάρρευσης του σοβιετικού συστήματος. Ήταν άτοπη οιαδήποτε εκτίμηση ότι η προωθητική δύναμή του, η οκτωβριανή επανάσταση, είχε εκπνεύσει.
Οι αντίπαλοι του κομμουνισμού υπογράμμισαν τη διαπίστωση ότι η κομμουνιστική ιδεολογία επέζησε μόνο σε καθεστώτα, τα οποία συνέχισαν να διακηρύσσουν το στρατηγικό στόχο (σοσιαλισμός) και αναθεώρησαν την τακτική (ο δρόμος προς το στόχο του σοσιαλισμού) με προσαρμογή σε χαρακτηριστικά του καπιταλιστικού συστήματος που προηγουμένως είχαν δαιμονοποιήσει, την αγορά (σοσιαλιστική οικονομία της αγοράς), επιχειρηματικότητα και ανταγωνισμό, προσωπική ανέλιξη, ατομική ιδιοκτησία. Ουδεμία αναφορά καταγράφεται πλέον στο ιδεολογικό παρελθόν, τον μαρξισμό- λενινισμό, την πάλη των τάξεων, τη δικτατορία του προλεταριάτου.
Στις δύο χώρες των ευρωπαϊκών επαναστάσεων, η διαφορά της κατάστασης στη Γαλλία (στην περίοδο ανάμεσα στις δύο βασιλείες –από την επανάσταση το 1789 έως την παλινόρθωση το 1815–) και στη Σοβιετική Ένωση είναι ότι η δεύτερη δεν νικήθηκε σε θερμό πόλεμο. Αυτοδιαλύθηκε, μετά από κατάρρευση (σύμφωνα με τους αντιπάλους, λόγω των εσωτερικών αντιφάσεων), ή, έστω, εξωτερική υπόσκαψη (εξαιτίας της ανατρεπτικής δράσης του ιμπεριαλισμού –σύμφωνα με τη θέση των υποστηρικτών–), με αποσύνθεση όλων των ορατών στοιχείων που την απάρτιζαν. Ο κομμουνιστικός πολιτισμός εξαερώθηκε. Δεν κατέλειπε μια αδιαφιλονίκητη ιστορία πίσω του, προς μνημόνευση. Εξάλλου, στη μακρο-κλίμακα, η γαλλική επανάσταση άφησε μια κληρονομία μνήμης, ιδεολογίας, θεσμών, που συνέβαλαν στη διαμόρφωση του γαλλικού έθνους και κράτους και γενικότερα στην εκγύμναση του δυτικού κόσμου. Ο Οκτώβριος 1917, αντιθέτως –σύμφωνα με τους εχθρούς του–, απωθήθηκε στα παρασκήνια. Δεν άφησε μια επαγγελία, που θα απευθυνόταν ευρύτερα σε όλα τα στρώματα της κοινωνίας, νόμους και αρχές, κοινωνική συνοχή, οικονομία. Δεν κατέλειπε ένα εμφανές ιστορικό μήνυμα, όπως ακριβώς συνέβη με τους Γερμανούς, οι οποίοι δεν άφησαν ίχνη ιστορίας προς μίμηση, πίσω τους, στη διάρκεια του 20ού αιώνα. Ήταν ένα κλειστό κύκλωμα στο φαντασιακό, που άρχισε με την Οκτωβριανή επανάσταση και έληξε με τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης.
Πολλοί μελετητές, επιχειρώντας μια νέα εκτίμηση της πτώσης του κομμουνισμού, ανακατασκεύασαν το πλαίσιο των ενδογενών και εξωγενών παραγόντων, που θα μπορούσαν να διευκρινίσουν τις πτυχές της ιστορίας του κινήματος. Το κίνημα διέθετε φορείς εθνικούς, ένα στην κάθε χώρα, που υπέστησαν κραδασμό μετά το 20ό συνέδριο του σοβιετικού κόμματος το 1956 και την αλλαγή πλεύσης της νέας καθοδηγητικής ομάδας υπό το Ν. Σ. Χρουστσώφ. Από τη δεκαετία 1960 παρατηρήθηκε η υιοθέτηση νέας οπτικής, που αντανακλούσε τις διαφοροποιήσεις μέσα στο ανθρώπινο δυναμικό, καθώς παλαιά στελέχη (μεταξύ τους και διανοούμενοι) έφευγαν και τα νέα ευνοούσαν την ενωτική τακτική. Στις χώρες της Δύσης, τα εθνικά κομμουνιστικά κόμματα προχώρησαν σε αναζήτηση συμμαχιών με τους όμορους πολιτικούς-κοινωνικούς φορείς. Ακολούθησε η στρατηγική της αναμονής (αποκλεισμός του επαναστατικού μέσου της συνωμοσίας και της εφόδου). Οι αλλαγές στις αντικειμενικές συνθήκες (μοντέρνα εργατικά στρώματα, ανάδυση νέων θεσμών) και στους υποκειμενικούς όρους (ανανέωση στον πολιτισμό των νέων κοινωνικών στρωμάτων, μη επιδεκτικών σε αναπαραστάσεις του μηνύματος της παραδοσιακής ρητορικής) κόστισαν τη βαθμιαία απομόνωση του κάθε κομμουνιστικού κόμματος από την κοινωνία και οδήγησαν τους υποστηρικτές σε απομάκρυνση, που έλαβε τελικά τη μορφή της αποχώρησης. Στο παράδειγμα της Γαλλίας, μετά την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων η καταγγελία του «σοβιετικού ολοκληρωτισμού» (περιλήφθηκαν οι χρονικές περίοδοι επί καθοδήγησης Χρουστσώφ, Λ. Ι. Μπρέζνιεφ και λοιπών που προηγήθηκαν του Μ. Σ. Γκορμπατσώφ) δεν απέτρεψε το διαμελισμό του κομμουνιστικού κόμματος.
Στο παράδειγμα της Ελλάδας, οι αλλαγές στους συσχετισμούς –στην ιδεολογία και πολιτική αντίληψη– που απειλούσαν τις θέσεις των «κληρονόμων» (κατά Μπουρντιέ) εκδηλώνονταν μετά το 1989 με κρίσεις. Παρά τις αλλαγές στις συνθήκες και στην κοινωνία, η παλαιά ρητορική και πρακτική (σύστημα δράσης) άντεξαν, μάλιστα με ορισμένη διεύρυνση του ακροατηρίου παρά τη ριζική ηλικιακή αλλαγή. Σε αυτή την επιτυχία ενδεχομένως συνέβαλε η διατήρηση αναλλοίωτων των δομών της εργατικής τάξης (η εργατική απασχόληση δεν υπέστη σοβαρές αλλαγές, ενώ ο εργατικός πολιτισμός αναπαράγεται με προσήλωση, σε σημαντικό βαθμό, στην παράδοση).
Οι ανωτέρω επισημάνσεις είναι ελάχιστες, μέσα στο χάος των γεγονότων και καταστάσεων που αναμένουν ιστορική, κοινωνιολογική, φιλοσοφική εξήγηση. Επιγραμματικά, μπορεί να υποστηριχθεί ότι, στην Ευρώπη, ο κομμουνισμός υπήρξε ένα καταφύγιο, το όραμα απέναντι στις ακραίες εκφάνσεις του καπιταλιστικού συστήματος. Δεν υπήρχε άμεση εμπειρία, όπως στη Σοβιετική Ένωση, ώστε να κριθεί ο κομμουνισμός για την πραγματιστική τακτική του κόμματος (la raison de Parti), τα συμφέροντα του κράτους (la raison d’État), την πολιτική (civique) εξέλιξη. Η απόσταση από την εξουσία επέτρεπε την παραγωγή και αναμετάδοση ενός μύθου, που προσήλκυε τις μάζες. Για τους ορθολογιστές, επίσης, εν πολλοίς παραμένει μυστηριώδης ο μηχανισμός στη νόηση του ανθρώπου, από τον οποίο κινητοποιείται η ονειροπόληση και το συναίσθημα απέναντι στα μηνύματα κοινωνικής συστράτευσης.
Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Δημοσίευση σχολίου