Υπάρχουν ροφήματα που δεν φτιάχνονται απλώς, συμβαίνουν. Ανάβεις το μάτι, βάζεις νερό να ζεσταθεί και, πριν ακόμη βράσει, η κουζίνα αρχίζει να αλλάζει εποχή. Πορτοκάλι και λεμόνι ανοίγουν τον χειμώνα σαν παράθυρο στον ήλιο, η κανέλα και το γαρύφαλλο δένουν τον αέρα με μνήμες, και το μέλι, λίγο ή όσο αντέχει η καρδιά, γλυκαίνει τη στιγμή. Αν προστεθεί και μια ιδέα κονιάκ, τότε η κούπα γίνεται καταφύγιο.
Στο μπρίκι ή στο μικρό κατσαρολάκι, τα εσπεριδοειδή κόβονται στα τέσσερα, σαν να μοιράζονται. Δυο κούπες νερό, λίγα κομμάτια από μανταρίνι, ένα τέταρτο πορτοκαλιού, ένα τέταρτο λεμονιού. Ένα ξυλάκι κανέλας, τέσσερα–πέντε γαρύφαλλα, ένα ολόκληρο μοσχοκάρυδο — όχι τριμμένο, ολόκληρο, για να δώσει άρωμα χωρίς να φωνάξει. Το βράσιμο είναι ήσυχο, σχεδόν τελετουργικό. Το σπίτι γεμίζει Χριστούγεννα πριν ακόμη τα στολίδια βγουν από το κουτί.
Στο φλιτζάνι, ο καθένας αποφασίζει τη γλύκα του. Μέλι ή ζάχαρη, κι αν θέλει, δύο κουταλάκια κονιάκ — τόσο όσο να ζεστάνει τον λαιμό και τη διάθεση. Αυτό το τσάι δεν είναι μόνο νόστιμο και βιταμινούχο. Μαλακώνει τον λαιμό, απαλύνει το κρύο, και το σημαντικότερο, δημιουργεί ατμόσφαιρα. Μπορείς να το φτιάξεις ακόμη και με τις φλούδες από φρούτα που ήδη χρησιμοποίησες αλλού, τίποτα δεν πάει χαμένο όταν το άρωμα έχει τον πρώτο λόγο. Είναι ρόφημα της Σαρακοστής και των Χριστουγέννων μαζί, του χειμώνα που σφίγγει και της ζεστασιάς που αντιστέκεται.
Στο τέλος, μένει μια κούπα στο τραπέζι και μια ευγνωμοσύνη μικρή, καθημερινή. Για τις συνταγές που κυκλοφορούν από χέρι σε χέρι, για τις κουζίνες που μοσχοβολούν, για τις λέξεις που συνοδεύουν το αχνιστό ρόφημα: καλή Σαρακοστή, καλή ζεστασιά, να είμαστε καλά.

Δημοσίευση σχολίου