Η ιστορία ενός αρχαίου ελληνικού πολεμικού κράνους που ανακαλύφθηκε στην Ολυμπία, ταξίδεψε στο Βερολίνο για να απονεμηθεί στον νικητή του μαραθωνίου του 1936 και κατέληξε να γίνει ο 904ος εθνικός θησαυρός της Νότιας Κορέας. Μια ιστορία αρχαιολογίας, αθλητισμού, αποικιοκρατίας και ανθρώπινης αξιοπρέπειας, με πρωταγωνιστή τον Κορεάτη μαραθωνοδρόμο Σον Κι-Τσονγκ.
Στο Εθνικό Μουσείο της Κορέας, στη Σεούλ, ο επισκέπτης συναντά έναν ολόκληρο κόσμο πολιτισμών. Αντικείμενα από τις μεγάλες κορεατικές δυναστείες, αλλά και ευρήματα από τη Μεσοποταμία, την Κεντρική Ασία, την Ινδία, την Κίνα και την Ιαπωνία συνθέτουν ένα πολυφωνικό αφήγημα της ανθρώπινης ιστορίας.
Κι όμως, μέσα σε αυτή την πολιτισμική συνάντηση, υπάρχει ένα αντικείμενο που μοιάζει να έχει τη δική του ξεχωριστή θέση. Σε μια αίθουσα του μουσείου, κάτω από διακριτικό φωτισμό, ένα αρχαίο ελληνικό κράνος εκτίθεται ως αυτοτελές έκθεμα. Δεν πρόκειται απλώς για ένα ακόμη κατάλοιπο ενός μακρινού πολιτισμού. Είναι το μοναδικό αντικείμενο δυτικής προέλευσης που έχει ανακηρυχθεί εθνικός θησαυρός της Νότιας Κορέας, φέροντας τον αριθμό 904.
Πρόκειται για ένα χάλκινο κορινθιακό κράνος του 6ου αιώνα π.Χ., το οποίο ανακαλύφθηκε το 1875 στον χώρο του ναού του Δία στην Αρχαία Ολυμπία. Ένα αντικείμενο που γεννήθηκε μέσα στον κόσμο των αρχαίων ελληνικών πολεμικών αναμετρήσεων, πέρασε στην ιερότητα του ολυμπιακού ιερού και, ύστερα από περίπου δυόμισι χιλιετίες, βρέθηκε να συμβολίζει την ελευθερία και την εθνική αξιοπρέπεια ενός λαού στην άλλη άκρη της Ασίας.
Το κράνος ανήκει στον χαρακτηριστικό κορινθιακό τύπο, ο οποίος κάλυπτε σχεδόν ολόκληρο το πρόσωπο του πολεμιστή, αφήνοντας ελεύθερα μόνο τα ανοίγματα για τα μάτια και το στόμα. Η προστασία του κεφαλιού, των παρειών και της μύτης αποτελούσε βασικό στοιχείο της αρχαίας πολεμικής εξάρτυσης, ενώ η χαρακτηριστική μορφή του κράνους το κατέστησε ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα αντικείμενα της αρχαίας ελληνικής οπλοτεχνίας. Η ανακάλυψή του πραγματοποιήθηκε κατά τις γερμανικές ανασκαφές στην Ολυμπία, που ξεκίνησαν το 1875 υπό τη διεύθυνση του αρχαιολόγου Ερνστ Κούρτιους. Το αντικείμενο θεωρείται ανάθημα προς τις ολυμπιακές θεότητες, πιθανότατα προσφορά ευγνωμοσύνης ή δέηση για μια μελλοντική νίκη στους αγώνες. Ας φανταστούμε, λοιπόν, το κράνος μέσα στο ιερό της Ολυμπίας. Κάποτε φορέθηκε από έναν πολεμιστή, ίσως σε κάποια σύγκρουση της εποχής του, και αργότερα αφιερώθηκε στον Δία. Η πολεμική του χρήση μετατράπηκε σε θρησκευτική προσφορά. Η ιστορία του, ωστόσο, δεν είχε ολοκληρωθεί.
Βρισκόμαστε στο Βερολίνο, τον Αύγουστο του 1936. Οι 11οι Ολυμπιακοί Αγώνες της σύγχρονης εποχής διεξάγονται στη ναζιστική Γερμανία, με τον Αδόλφο Χίτλερ να επιχειρεί να μετατρέψει τη διοργάνωση σε μια τεράστια επίδειξη της πολιτικής και ιδεολογικής ισχύος του καθεστώτος του. Ανάμεσα στους αθλητές που βρίσκονται στην εκκίνηση του μαραθωνίου είναι ο Αργεντινός Χουάν Κάρλος Ζαμπάλα, χρυσός ολυμπιονίκης του 1932 στο Λος Άντζελες και φαβορί για τη νίκη. Ανάμεσα στους 56 δρομείς βρίσκεται και ένας νεαρός αθλητής από την Κορέα, ο Σον Κι-Τσονγκ (Sohn Kee-chung). Μόνο που δεν μπορεί να αγωνιστεί με το πραγματικό του όνομα.
Η Κορέα βρίσκεται από το 1910 υπό την ιαπωνική αποικιακή κυριαρχία. Η Ιαπωνία έχει προσαρτήσει βίαια τη χώρα, επιβάλλοντας ένα καθεστώς πολιτικής και πολιτισμικής καταπίεσης. Η κορεατική γλώσσα και η εθνική ταυτότητα δέχονται συστηματικές πιέσεις, ενώ οι Κορεάτες αθλητές αναγκάζονται να συμμετέχουν στους διεθνείς αγώνες ως εκπρόσωποι της Ιαπωνίας. Έτσι, ο Σον εμφανίζεται στα ολυμπιακά αρχεία ως Σον Κιτέι (Son Kitei), με το ιαπωνικό όνομα που του έχει επιβληθεί. Στην αθλητική του εμφάνιση υπάρχει η ιαπωνική σημαία.
Ο αγώνας αρχίζει. Ο Ζαμπάλα εγκαταλείπει στα τελευταία στάδια της διαδρομής, ενώ ο Κορεάτης δρομέας διατηρεί έναν σταθερό ρυθμό. Σταδιακά περνά στην πρώτη θέση και τερματίζει σε χρόνο 2 ώρες, 29 λεπτά και 19 δευτερόλεπτα, σημειώνοντας νέο ολυμπιακό ρεκόρ. Έχει κερδίσει το χρυσό μετάλλιο. Έχει πετύχει κάτι που για κάθε αθλητή αποτελεί την κορυφαία στιγμή μιας ζωής. Όμως, όταν κοιτάζει τον πίνακα των αποτελεσμάτων, δεν βλέπει το όνομά του. Βλέπει το όνομα Σον Κιτέι και δίπλα την εθνικότητα της Ιαπωνίας. Η χαρά της νίκης συναντά την πικρία της υποχρεωτικής άρνησης της ίδιας του της ταυτότητας.
Η σιωπή πάνω στο βάθρο
Στον ίδιο αγώνα, ένας ακόμη Κορεάτης αθλητής, ο Ναμ Σουνγκ-Γιονγκ (Nam Seung-yong), κατακτά το χάλκινο μετάλλιο. Και εκείνος εμφανίζεται με το ιαπωνικό όνομα Σορίγιο Ναν. Κατά την τελετή απονομής, καθώς ακούγεται ο ιαπωνικός εθνικός ύμνος, οι δύο αθλητές στέκονται στο βάθρο με σκυμμένα τα κεφάλια. Δεν πανηγυρίζουν. Δεν συμμετέχουν στη στιγμή της εθνικής επιβεβαίωσης που επιδιώκει η Ιαπωνία. Μια φωτογραφία καταγράφει τη σκηνή και αποκτά ιδιαίτερη ιστορική σημασία. Ο Ναμ εμφανίζεται με την ιαπωνική σημαία στη φανέλα του. Ο Σον κρατά μπροστά του το κλαδί της δρυός, το οποίο είχε λάβει ως συμβολικό έπαθλο, καλύπτοντας έτσι το έμβλημα της χώρας που τον είχε αναγκάσει να αγωνιστεί με ξένη ταυτότητα. Η σιωπή τους δεν ήταν απλώς μια προσωπική αντίδραση. Ήταν μια πράξη διαμαρτυρίας απέναντι στην αποικιακή εξουσία. Ο Σον, μάλιστα, δεν έκρυβε την κορεατική του καταγωγή. Υπέγραφε με κορεατικούς χαρακτήρες και, σύμφωνα με μαρτυρίες, συνόδευε συχνά την υπογραφή του με ένα μικρό σχέδιο της πατρίδας του. Στις επαφές του με δημοσιογράφους επέμενε ότι ήταν Κορεάτης και όχι Ιάπωνας.
Η αντίδραση δεν άργησε να φανεί. Στην Κορέα, η εφημερίδα Dong-A Ilbo δημοσίευσε στις 25 Αυγούστου 1936 φωτογραφία του Σον από την απονομή, έχοντας αφαιρέσει από την εικόνα το σύμβολο της ιαπωνικής σημαίας. Η ιαπωνική διοίκηση απάντησε με την αναστολή της κυκλοφορίας της εφημερίδας για εννέα μήνες, ενώ δημοσιογράφοι της υπέστησαν διώξεις και βασανιστήρια.
Το κράνος που περίμενε πενήντα χρόνια
Υπάρχει, όμως, και μια δεύτερη ιστορία που συνδέει τον Σον με την Αρχαία Ολυμπία. Πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου, η αθηναϊκή εφημερίδα «Βραδυνή» είχε προσφέρει το αρχαίο κορινθιακό κράνος ως έπαθλο για τον νικητή του μαραθωνίου. Η επιλογή του δεν ήταν τυχαία. Το αρχαίο ελληνικό κράνος συμβόλιζε την ιστορική καταγωγή του αγωνίσματος και τη μνήμη του θρυλικού δρομέα που μετέφερε το μήνυμα της νίκης από τον Μαραθώνα στην Αθήνα.
Ωστόσο, η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή δεν επέτρεψε την απονομή του. Επικαλέστηκε τους τότε κανονισμούς περί ερασιτεχνισμού, σύμφωνα με τους οποίους δεν επιτρεπόταν η χορήγηση τέτοιων πρόσθετων επάθλων στους αθλητές. Έτσι, ενώ ο Σον είχε κερδίσει τον αγώνα, το κράνος δεν έφτασε ποτέ στα χέρια του. Παρέμεινε στη Γερμανία και αργότερα εκτέθηκε στο Μουσείο του Σαρλότενμπουργκ στο Βερολίνο. Χρειάστηκε να περάσουν δεκαετίες μέχρι να αρχίσει η προσπάθεια επιστροφής του. Το 1975, ο Σον αναγνώρισε το κράνος σε μια παλαιότερη φωτογραφία από τους Ολυμπιακούς Αγώνες και αναζήτησε την τύχη του. Ακολούθησαν διαπραγματεύσεις και πιέσεις από την κορεατική πλευρά, την ελληνική εφημερίδα που το είχε προσφέρει και την ελληνική ολυμπιακή κοινότητα. Τελικά, το 1986, πενήντα χρόνια μετά τη νίκη του στο Βερολίνο, το κράνος παραδόθηκε στον πραγματικό νικητή του μαραθωνίου. Η επιστροφή του αποτέλεσε μια συμβολική αποκατάσταση μιας ιστορικής αδικίας.
Το 1994 ο Σον Κι-Τσονγκ αποφάσισε να δωρίσει το κράνος στο Εθνικό Μουσείο της Νότιας Κορέας. Δεν το κράτησε ως προσωπικό τρόπαιο, παρότι είχε κάθε δικαίωμα να το θεωρεί το σημαντικότερο ενθύμιο της αθλητικής του διαδρομής. Η κορεατική πολιτεία είχε ήδη αναγνωρίσει την ιδιαίτερη ιστορική του αξία. Το 1987 το είχε ανακηρύξει Εθνικό Θησαυρό με τον αριθμό 904. Πρόκειται για μια εξαιρετικά ασυνήθιστη τιμητική διάκριση, καθώς είναι το μοναδικό αντικείμενο δυτικής προέλευσης που έχει ενταχθεί σε αυτή την κατηγορία της κορεατικής πολιτιστικής κληρονομιάς. Ο Σον, παραδίδοντάς το στο μουσείο, διατύπωσε μια φράση που συμπυκνώνει ολόκληρη την ιστορία του: «Αυτό το κράνος δεν είναι δικό μου. Ανήκει σε ολόκληρο τον λαό της Κορέας». Η ζωή του δεν σταμάτησε στον θρίαμβο του Βερολίνου. Μετά την απελευθέρωση της Κορέας από την ιαπωνική κυριαρχία το 1945, ο Σον ανέλαβε σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του κορεατικού μαραθωνίου. Το 1950 καθοδήγησε την ομάδα της Νότιας Κορέας που συμμετείχε στον Μαραθώνιο της Βοστώνης, όπου ο αθλητής Χαμ Κι-Γιονγκ κατέκτησε την πρώτη θέση.
Για δεκαετίες συνέχισε να υπηρετεί τον αθλητισμό της χώρας του, ως προπονητής και σύμβολο μιας γενιάς που είχε στερηθεί ακόμη και το δικαίωμα να εκπροσωπεί τον εαυτό της. Η πιο συγκινητική αναγνώριση ήρθε το 1988. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Σεούλ, ο ηλικιωμένος πλέον Σον επιλέχθηκε να εισέλθει στο Ολυμπιακό Στάδιο κρατώντας την ολυμπιακή φλόγα. Αυτή τη φορά δεν φορούσε τα σύμβολα μιας ξένης χώρας. Εκπροσωπούσε την ελεύθερη πατρίδα του, μπροστά σε δεκάδες χιλιάδες συμπατριώτες του που τον υποδέχθηκαν όρθιοι. Πέθανε το 2002, αφήνοντας πίσω του μια ιστορία που ξεπερνά τα όρια του αθλητισμού.
Όταν ένα αρχαιολογικό εύρημα γίνεται φορέας μνήμης
Σήμερα, το κορινθιακό κράνος της Ολυμπίας εξακολουθεί να εκτίθεται στο Εθνικό Μουσείο της Κορέας. Η αρχαιολογική του αξία είναι δεδομένη. Η ιστορική του διαδρομή, όμως, είναι εκείνη που του προσδίδει μια δεύτερη, ιδιαίτερη διάσταση. Από το ιερό του Δία στην Ολυμπία, όπου ένας άγνωστος πολεμιστής το αφιέρωσε στις θεότητες, μέχρι το Βερολίνο του 1936, όπου προοριζόταν να τιμήσει έναν αθλητή που δεν μπορούσε να δηλώσει ελεύθερα την εθνικότητά του, και από εκεί στη Σεούλ, το αντικείμενο απέκτησε διαδοχικές σημασίες.
Ένα αρχαιολογικό εύρημα δεν είναι πάντοτε μόνο η ύλη από την οποία κατασκευάστηκε, η τεχνική που χρησιμοποιήθηκε ή η εποχή στην οποία ανήκει. Είναι και οι άνθρωποι που το χρησιμοποίησαν, οι κοινωνίες που το διαφύλαξαν, οι ιστορικές συγκυρίες που το μετακίνησαν και οι μνήμες που τελικά συνδέθηκαν μαζί του. Το κράνος του 6ου αιώνα π.Χ. δεν γνωρίζει σύνορα. Δεν ανήκει αποκλειστικά στην Κόρινθο, στην Ολυμπία ή στην Κορέα. Ανήκει στην κοινή ανθρώπινη ιστορία. Και η διαδρομή του αποδεικνύει πως ένα αντικείμενο μπορεί να γίνει γέφυρα ανάμεσα σε διαφορετικούς πολιτισμούς, ακόμη και όταν οι πολιτικές εξουσίες προσπαθούν να υψώσουν τείχη ανάμεσά τους.
Ο Σον Κι-Τσονγκ έτρεξε 42 χιλιόμετρα και 195 μέτρα για να κερδίσει έναν μαραθώνιο. Χρειάστηκε, όμως, να περιμένει μισό αιώνα για να αναγνωριστεί το όνομά του και να αποκτήσει το έπαθλο που δικαιωματικά του ανήκε. Ίσως τελικά αυτή να είναι η βαθύτερη αξία της ιστορίας του. Ότι η αξιοπρέπεια δεν μετριέται με μετάλλια, ούτε η ελευθερία απονέμεται από επιτροπές. Κατακτάται καθημερινά, με πράξεις που μπορεί να μοιάζουν μικρές, αλλά αφήνουν το αποτύπωμά τους στον χρόνο. Και κάπου εκεί, μέσα στη σιωπή μιας αίθουσας του Εθνικού Μουσείου της Κορέας, ένα αρχαίο ελληνικό κράνος εξακολουθεί να αφηγείται την ιστορία ενός ανθρώπου που δεν επέτρεψε ποτέ σε κανέναν να του αφαιρέσει το όνομά του.
Κωνστατνίνος Τζιαμπάσης, αρχαιολόγος








Δημοσίευση σχολίου