Fatherland: Η Γερμανία δίχως χρώμα

 Κατερίνας Γραμματικού


Στην ταινία Fatherland του Paweł Pawlikowski η κόρη μοιάζει κάπως αμέτοχη σε όσα γίνονται γύρω της, στηρίζει όμως τον πατέρα στην επιστροφή του και γίνεται μάρτυρας ενός φανερού συλλογικού τραύματος.  

Ποια είναι αυτή η πατρική γη; Έχουμε πατρίδα επειδή είναι ο τόπος καταγωγής μας; Αν διαλέξουμε μια άλλη, δεδομένου ότι δεν είμαστε χαρισματικά μυαλά και διάνοιες από τρίτες χώρες, θα δεχτούμε τα πυρά των εθνοφρουρών, την τυπολατρία του έθνους-κράτους. Δίχως χώρα υπάρχω; Άπατρις σήμαινε κάποτε κι εξορία.

Αν η ταινία είναι ψυχρή είναι αρχιτεκτονικά τέλεια δομημένη.

Αν η τέχνη ενώνει και η ίδια η ταινία ταυτίζεται με την ένωση. Φανερώνεται ωστόσο παντού η μοναξιά του καλλιτέχνη, το ανικανοποίητο και το ουτοπικό σύννεφο που πάει συνεχώς να φτάσει και ολοένα ματαιώνεται. Ό,τι τον πληγώνει τον δικαιώνει και ενίοτε τον ρημάζει. Η πολιτική από την άλλη, εκ των πραγμάτων κατακερματίζει, πολώνει και καταβάλλει. Το πνεύμα κι αυτό διχάζεται.

Η παντοδυναμία του πατέρα αφήνει στο πέρασμά του ίχνη νοσταλγίας και θλίψης.

Πρόκειται άλλωστε για ένα νομπελίστα συγγραφέα, τον Τόμας Μαν, ασχέτως αν μοιάζει με περιφερόμενο θίασο άμα τη επιστροφή του στην πατρίδα, αυτήν που άφησε μία και περνώντας ο Ναζισμός της άφησε για κληρονομιά σύνορα. Τα εσωτερικά σύνορα υπήρχαν πάντα, η εγκατάστασή τους όταν παίρνουν σάρκα και οστά είναι η ειδοποιός διαφορά. Η έξοδος από τον εθνικοσοσιαλισμό της ντροπής και μισαλλοδοξίας ακόμα ταπεινώνει ένα τέτοιο μυαλό και είμαστε στα 1949. Η δημοκρατία της Βαϊμάρης δεν ευοδώθηκε, χωρίς να προλάβει να τον προστατεύσει -όπως και κάθε τέχνη δεν μπορεί να αποτρέψει το αποτρόπαιο και αναπόφευκτο- και η σβάστικα καταδιώκει κάθε αντιρρησία και αλλόθρησκο. Η ανοικτή Αμερική τον περιμένει.

Όταν επιστρέφει, φέρνει μαζί του το παρελθόν και τις τιμές που τον δικαιώνουν ως ένα μεγάλο πνεύμα, θρεμμένο με τα ιδανικά και τις αρχές της γερμανικής διανόησης και φιλοσοφίας που δεν ξέχασε ποτέ.

Ξεκινώντας από την δυτικόστροφη πλέον Φρανκφούρτη του Γκαίτε, αναγνωρίζει κι ο ίδιος τώρα το αντίπαλο δέος, την Ρωσόφιλη Βαϊμάρη και καλείται ως συγγραφέας και διανοούμενος, ο μεγάλος αυτός Μαν, να γεφυρώσει στο οδοιπορικό του στην πληγωμένη μάνα γη. Αυτή που τον υποδέχεται με ιδιαίτερη λαμπρότητα, σεβασμό και δέος, στρώνοντας εναπομείναντα πέταλα ενός αυταρχικού ολοκληρωτικού συστήματος και μιάς αλησμόνητης οικονομικής υπεροχής. Όπου κι αν πηγαίνει τον παρακολουθούν και τον διασκεδάζουν, τον αγκαλιάζουν και τον φιλοξενούν.

Το λαβωμένο Βερολίνο να τον αγαπά το ίδιο εκείνη την εποχή;

Ο άνθρωπος και συγγραφέας Μαν, όπως μας παρουσιάζεται, παραμένει διανοούμενος, η σκέψη του δεν διαβρώθηκε. Αγαθός και αγέρωχος δεν μοιάζει συνένοχος κανενός. Δεν προσβάλλεται από καμία ταπείνωση, δεν πτοείται ηθικά και συναισθηματικά, ακόμα και στο άκουσμα του θανάτου του γιού του, ο οποίος δεν άντεξε την παντοδυναμία ενός τέτοιου πατέρα ή απλά λάθεψε ο νους του από τις εξαρτήσεις και την ψυχική εξουθένωση. Ο Μαν παραμένει αμόλυντος σαν όλους τους φευγάτους διανοούμενους της Ελλάδας εν καιρώ πολέμου και τυραννίας. Επέλεξε να αποστασιοποιηθεί από τις συνθήκες που δυνάστευαν το πνεύμα του, όχι κι από τραύμα, αφού το τραύμα είναι εσωτερικευμένο και οι ενοχές δεν ανήκουν μόνο στους εμπλεκόμενους αλλά στον καθένα, όσο μακριά κι αν βρίσκεται· Ενώ η υπαρξιακή αγωνία ακολουθεί τους πάντες σκιωδώς. Κι αν ο πόλεμος δεν είναι υπόθεση όπλων όσο οικονομικών μέσων, όπως έχει γραφτεί, είναι υπόθεση όλων να μην τα χρησιμοποιούν.

Που πήγαν αλήθεια τα εθνικοσοσιαλιστικά ιδεώδη αν όχι κάρπισαν σε δυστυχισμένες υπάρξεις και τα άνθη τους δρέπουν τώρα απόγονοι, θηρία ανήμερα ενός διαρκώς άνισου τρόπου διανομής πλούτου και προνομίων που κάθε άλλο δεν απέφερε ούτε ο Β’ΠΠ;  

Οι χορωδίες παραμένουν και σήμερα, δεν είναι κληρονομιά των ΝΑΖΙ βέβαια, οι φωνές τους τρυπούν όμως και διαπερνούν κάθε αποτρόπαιο έγκλημα που εξακολουθεί να συμβαίνει με την ανοχή ή την επιλεκτική μνήμη και ακοή των πολλών, για τα σπαρμένα στρατόπεδα, τα σημερινά γκέτο των προσφύγων, την βία και την ανοχή στη βία. Ο σουρεαλισμός και η ελευθερία του Μπάουχαους ξενίζουν, έως τρομάζουν πολλούς, ακόμα και στις μέρες μας. Ο πολιτισμός έγινε αγαθό για εισιτήρια. Αν οι μετέπειτα πλάκες ηλεκτρόφωνου, της κραταιάς πλέον βιομηχανικής ανατολικής Γερμανίας (η οποία θα παρήγαγε μαζικά πολιτισμικά αγαθά), επαναλαμβάνουν το πνεύμα του Γκαίτε και του Μπαχ, του ίδιου του Τόμας Μαν όσο και του ιδεώδους του Ανθρωπισμού που μεταφέρεται για κληρονομιά της μεγάλης Γερμανίας και αυτό ο (πολωνός) σκηνοθέτης το εκπληρώνει ως κινηματογραφική ιδέα.  

Η ταινία μοιάζει να θέλει φιλότιμα να συγκολλήσει τα ρημαγμένα πλακάκια της επέλασης του πολέμου και είναι όλοι αναγκασμένοι, εκείνη την εποχή (στα 1949, εποχή Ψυχρού πολέμου), να προσπαθήσουν γι’ αυτό. Η πολιτική ωστόσο, θα υψώσει το δικό της τείχος και οι άνθρωποι θα μοιραστούν ξανά και ξανά, δημοκρατικά γαρ, σε στρατόπεδα - ομοσπονδίες.

Ο Όμηρος μιλά για την πατρίδα και τη επιστροφή στο σπίτι . Στα γερμανικά το σπίτι ως τόπος που ανήκεις γράφεται Heim (die Heimkehr = επιστροφή στην πατρίδα). Είναι η αρχαιοελληνική εστία. Στα γερμανικά Heimweh δηλώνεται η νοσταλγία για την πατρίδα. Είναι Η νόστος η νόστος του Οδυσσέα για το σπίτι του.

Και το πατέρας, ετυμολογικά και μόνο, έχει κάτι από πατρίδα. Αν και μητρική παραμένει η γλώσσα και μητέρα γη η φύση.

Ένα καλό κομμάτι ιστορίας και αισθητικής είναι αυτή η ταινία, χωρίς σιρόπια και γαρνιτούρες. Τρώγεται εύκολα και ζητάς κι άλλο.

Post a Comment

Νεότερη Παλαιότερη