Δύο έργα, ένα δίδαγμα: Το κακό αν υπάρχει, μία είναι η θυσία.

 της Κατερίνας Γραμματικού
Φωτ. Αρτεμίσιο - Στα έλατα του θανάτου/Προσ. αρχείο Κ.Γ. 

Η ταινία “Evil does not exist” του Χαμαγκούτσι, είναι ένας ύμνος για την φύση. Ο φυσικός μας παράδεισος, η Εδέμ, δείχνει να απειλείται από τους ίδιους τους πρωτόπλαστους. Εκτός της αισθητικής της ταινίας, είδα και μια θυσία από ένα μέλος της κοινωνίας. Η Ιαπωνία, η χώρα της ευταξίας που διδάσκει τρόπους εξέλιξης και πολιτισμό, έχει κι αυτή δάση που βάλλονται από συμφέροντα και αντιμετωπίζουν τη φύση ως επενδυτικό αγαθό. Καλοθελητές κυνηγοί, από την άλλη, νέμονται, αν όχι τα εδάφη, τα θηράματα, και η σφαίρα τρυπώνει στο σώμα του ελαφιού ανοίγοντας μια πληγή στην οικουμένη.

Τα δάση ήταν ιερά κάποτε και οι Δρυάδες φύλακες και προστάτες. Σήμερα οι δασοφύλακες είναι κομμάτι επενδύσεων αλλά τα επιχειρηματικά σχέδια δεν πετυχαίνουν πάντα. Άλλωστε επιτυχία δεν είναι απόλυτα το οικονομικό όφελος, είναι τα διαρκή κοινωνικά οφέλη. Αυτό λοιπόν που με έκανε να αναρωτηθώ σε αυτή η ταινία, είναι αν το άδοξο τέλος ενός μόνο ατόμου, όσο αδύναμο, μικρό ή τρελό κι αν είναι, είναι ικανό (αρκεί) να θυσιαστεί για το κοινό καλό. Κατά πόσον είναι αναγκασμένος να γίνει παράφρων κάποιος, γιατί η γνώση και διανόηση - όλα αυτά που δεν τον βοήθησαν να απελευθερωθεί από τις αλυσίδες του και να τον σώσουν - μπορεί ως θυσία να τον αναγεννήσουν. Μήπως γι’ αυτό βάζει φωτιά στο ίδιο σου το σπίτι ο ήρωας, επικαλούμενος αυτή τη φορά μια άλλη ταινία, παλαιότερη, την «Θυσία» του Ταρκόφσκι.

 

Τα άγρια ελάφια είναι δειλά, λέει ο ήρωας στο “Evil does not exist”. Μα όταν τα κτυπήσεις στην κοιλιά γίνονται εχθρικά, σκοτώνουν.

Από την άλλη, «ούτε να προσευχηθούμε δεν μπορούμε» λέει ο ήρωας στη «Θυσία» του Ρώσου Ταρκόφσκι. Η κατάρα του σύγχρονου ανθρώπου, είναι η αναγνώριση της έσχατης αδυναμίας του (γράφει ο Μάκης Μωραΐτης για την ταινία).

Κάνοντας μία δεύτερη σκέψη πάνω σε αυτές τις δύο ταινίες, βρήκα ένα ουσιαστικό κρυμμένο: την ήττα.

Πολλοί άνθρωποι παλεύουν με την ήττα, αυτή που έχει δυό ποδάρια και ξέρει να πατάει γερά πάνω στη γη. Η μετριοφροσύνη τους, η ταπεινοφροσύνη αυτών των ανθρώπων, ελλείψει περηφάνειας (όχι κακής ψευδο-υπερηφάνειας συναποτελούμενης από υποκρισία και κενοδοξία), δεν τους επιτρέπει να ελευθερώσουν τον άνθρωπο που σφίγγουν στην κοιλιά τους. Αυτό που ενίοτε κάνουν – ως πληγωμένα ελάφια - είναι να εξαπολύουν πυρά εναντίον της αδικίας και ανομίας, πετυχαίνοντας τελικά να στρέφουν το μαχαίρι στο σώμα τους, ως ένδειξη κοινωνικής καταπίεσης, δυσφορίας και προσωπικής διάψευσης όταν τη μετρούν ως μορφή ατίμωσης. Αυτή η κοινωνική αυτοκτονία δεν αφαιρεί την ψυχή από το σώμα, αφαιρεί ένα κομμάτι του κοινωνικού ιστού, πολύτιμου για την πραγμάτωση των επιθυμιών του συνόλου.

Οι ηττοπαθείς είναι κατηγορία σύγχρονου ανθρώπου που έχει δεμένα τα χέρια και τα πόδια και σπαράζει από δικαίωση. Κάπου κάπου νιώθει να τον φιμώνουν κιόλας και εξοργίζεται. Σπάει τα δεσμά του και προσπερνάει πάνω στη στροφή, ξέροντας πως είναι αυτοκαταστροφικό. Η (αυτο)θυσία του μοιάζει με απελευθέρωση ή εξιλέωση, σαν να θέλει να διδάξει πως ο (υπαρξιακός) θάνατος νικάει εν ζωή, παρότι αυτός είναι ήδη αλλού. Το κακό, όπως και ο διάβολος, πότε υπάρχει κι άλλοτε δεν υπάρχει. Είναι επινόηση και το να τα επικαλείσαι μορφή εξαπάτησης του νου.

  

Post a Comment

Νεότερη Παλαιότερη