Μύθοι, αλήθειες και εναλλακτικές για την μείωση του ΦΠΑ | Τα παραδείγματα ευρωπαϊκών χωρών



Ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας και η πιθανή μείωσή του για ακόμη μια φορά βρέθηκε στο επίκεντρο των συζητήσεων στις εξαγγελίες των πολιτικών αρχηγών στην 90η ΔΕΘ. Κυριάκος Μητσοτάκης και Αλέξης Τσίπρας παρουσίασαν τα προγράμματα τους ενόψει εκλογών, με το ΦΠΑ να είναι στο επίκεντρο των ανακοινώσεων. 

Από τη μια πλευρά ο πρωθυπουργός επικαλέστηκε την Τράπεζα της Ελλάδος υποστηρίζοντας πως μόνο το 20% μιας μείωσης του φόρου περνά στις τιμές και έθεσε το ερώτημα γιατί η κυβέρνηση να διαθέσει δημοσιονομικό χώρο για να ωφεληθούν οριζόντια ακόμη και όσοι έχουν μεγάλη οικονομική άνεση ή οι τουρίστες. «Η συζήτηση για τον ΦΠΑ, ξέρετε, είναι λίγο επαναλαμβανόμενη. Θα επαναφέρω μόνο την έρευνα της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία μας λέει ξεκάθαρα ότι μόνο το 20% της μείωσης του ΦΠΑ καταλήγει στη μείωση των τιμών» Συνεχίζοντας ο κ. Μητσοτάκης επέμεινε ότι μια οριζόντια μείωση του ΦΠΑ δεν αποτελεί αποτελεσματικό τρόπο για να περάσει αντίστοιχη μείωση στο ράφι. «Και κάτι ακόμα. Η μείωση του ΦΠΑ αφορά όλους, και τους προνομιούχους και τους μη προνομιούχους», είπε. Και πρόσθεσε: «Δεν καταλαβαίνω γιατί σήμερα να καταναλώσουμε δημοσιονομικό χώρο για να στηρίξουμε αυτούς που έχουν μεγάλη οικονομική άνεση, τους τουρίστες που έρχονται στη χώρα μας, όταν μπορούμε τον ίδιο δημοσιονομικό χώρο να τον αξιοποιήσουμε για να στηρίξουμε στοχευμένα αυτούς που τον έχουν περισσότερο ανάγκη». 

Στην άλλη όψη του νομίσματος ο πρώην πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας τάχθηκε υπέρ μιας μείωσης του ΦΠΑ στα βασικά αγαθά προτείνοντας μείωση του συντελεστή στο 6% για βασικά είδη διατροφής και υγιεινής, με στόχο, όπως υποστήριξε, να μειωθεί άμεσα το κόστος για τα νοικοκυριά. Η πρόταση του κ. Τσίπρα δεν περιορίζεται, ωστόσο, μόνο στη μείωση του ΦΠΑ. Στο σχέδιο που παρουσίασε περιλαμβάνεται και η δημιουργία ψηφιακού παρατηρητηρίου τιμών, το οποίο θα παρακολουθεί την πορεία των τιμών σε ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα, από την παραγωγή μέχρι το ράφι. Παράλληλα, προβλέπεται η δυνατότητα παρέμβασης σε περιπτώσεις όπου διαπιστώνονται υπερβολικές αυξήσεις ή υπερτιμολογήσεις, με στόχο η μείωση του φόρου να μην απορροφηθεί από τα ενδιάμεσα στάδια της αγοράς, αλλά να φτάσει τελικά στον καταναλωτή. Ο Αλέξης Τσίπρας υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη παρέμβαση μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική ελάφρυνση για τα νοικοκυριά, κάνοντας λόγο για εξοικονόμηση που μπορεί να ξεπεράσει τα 600 ευρώ τον χρόνο. Έτσι, η πρόταση του Αλέξη Τσίπρα επιχειρεί να απαντήσει και στο βασικό επιχείρημα που χρησιμοποιεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης κατά της οριζόντιας μείωσης του ΦΠΑ: ότι η μείωση του φόρου δεν περνά στο σύνολό της στις τελικές τιμές. Η λογική της πρότασης είναι ότι η μείωση του ΦΠΑ πρέπει να συνοδεύεται από μηχανισμούς ελέγχου, ώστε το όφελος να φτάσει τελικά στο ράφι. 

Στην έρευνα της Τράπεζας της Ελλάδος παρέπεμψε ο Κυριάκος Μητσοτάκης για να στηρίξει τη θέση του απέναντι σε μια οριζόντια μείωση του ΦΠΑ, όμως το ερώτημα που εξετάζει η έρευνα είναι κατά πόσο μια μείωση του φόρου καταλήγει τελικά στις τιμές που πληρώνει ο καταναλωτής. Το εύρημα που επικαλέστηκε ο πρωθυπουργός είναι ότι περίπου το 20% της μείωσης του ΦΠΑ μετακυλίεται στις τελικές τιμές. Αυτό σημαίνει ότι μια μείωση του φόρου δεν οδηγεί απαραίτητα σε αντίστοιχη μείωση της τιμής ενός προϊόντος στο ράφι. 

Η τιμή που βλέπει ο καταναλωτής, άλλωστε, διαμορφώνεται σε διαφορετικά στάδια, από την παραγωγή και τη διανομή μέχρι την πώληση. Σε κάθε ένα από αυτά παρεμβάλλονται επιχειρήσεις, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει το πόσο από τη φορολογική ελάφρυνση θα φτάσει τελικά στον καταναλωτή. Ωστόσο, εδώ βρίσκεται και μια σημαντική λεπτομέρεια καθώς το «20%» δεν αποτελεί έναν γενικό κανόνα για κάθε μείωση ΦΠΑ. Η έρευνα εξετάζει συγκεκριμένες περιπτώσεις και, κυρίως, τη βραχυχρόνια επίδραση προσωρινών μειώσεων του φόρου. Η μετακύλιση που προκύπτει από την ανάλυση κινείται στην περιοχή του 19%-25%. Επομένως, το συγκεκριμένο ποσοστό δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί αυτούσιο για οποιαδήποτε μελλοντική μείωση του ΦΠΑ. Σημασία έχει και το αν η μείωση είναι προσωρινή ή μόνιμη. Μια μόνιμη μείωση μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη μετακύλιση στις τιμές, καθώς οι επιχειρήσεις γνωρίζουν ότι ο χαμηλότερος συντελεστής θα παραμείνει σε ισχύ. Ρόλο παίζει και ο ανταγωνισμός. Όσο περισσότερες επιχειρήσεις ανταγωνίζονται για τον ίδιο καταναλωτή, τόσο μεγαλύτερη είναι η πίεση να περάσει η φορολογική ελάφρυνση στην τελική τιμή. Αντίθετα, σε μια αγορά με μικρότερο ανταγωνισμό, ένα μέρος της μείωσης μπορεί να παραμείνει στα περιθώρια των επιχειρήσεων. Με άλλα λόγια, η έρευνα της Τράπεζας της Ελλάδος δίνει βάση στο επιχείρημα του πρωθυπουργού ότι η μείωση του ΦΠΑ δεν περνά αυτόματα ολόκληρη στις τιμές. Δεν λέει όμως ότι, ανεξάρτητα από το προϊόν, την αγορά και τη διάρκεια του μέτρου, μόνο το 20% κάθε μείωσης ΦΠΑ θα φτάσει στην τσέπη του καταναλωτή. 

ΤΙ ΕΓΙΝΕ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΧΩΡΕΣ 

Το ερώτημα για το αν μια μείωση του ΦΠΑ περνά τελικά στις τιμές δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Παραδείγματα από άλλες ευρωπαϊκές χώρες δείχνουν ότι η εικόνα μπορεί να είναι αρκετά διαφορετική, ανάλογα με το προϊόν, τη διάρκεια του μέτρου και τον ανταγωνισμό στην αγορά. Γερμανία: Το 2020 η γερμανική κυβέρνηση μείωσε προσωρινά τον κανονικό ΦΠΑ από 19% σε 16% και τον μειωμένο από 7% σε 5%. Μελέτη του ifo Institute, που εξέτασε περίπου 130.000 προϊόντα σε γερμανικά σούπερ μάρκετ, υπολόγισε ότι περίπου το 70% της μείωσης του φόρου πέρασε στους καταναλωτές. Άλλη μελέτη του ZEW, που βασίστηκε σε περισσότερες από 100 εκατ. συναλλαγές, εκτίμησε τη μετακύλιση ακόμη υψηλότερα, περίπου στο 86%.

Ισπανία: Η περίπτωση της Ισπανίας έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η παρέμβαση αφορούσε βασικά τρόφιμα. Από τον Ιανουάριο του 2023, ο ΦΠΑ σε ορισμένα βασικά τρόφιμα μειώθηκε από 4% σε 0%, ενώ σε προϊόντα όπως τα ζυμαρικά και το μαγειρικό λάδι από 10% σε 5%. Τα στοιχεία από την εφαρμογή του μέτρου δείχνουν ότι μεγάλο μέρος της μείωσης πέρασε τελικά στις τιμές. Μελέτη της Τράπεζας της Ισπανίας, η οποία εξέτασε περίπου 10.000 τρόφιμα που πωλούνταν μέσω διαδικτύου, κατέληξε ότι η μετακύλιση της μείωσης του ΦΠΑ στις τελικές τιμές ήταν σχεδόν πλήρης. Αντίστοιχα, ανάλυση του EsadeEcPol εκτίμησε ότι πάνω από το 90% της μείωσης μεταφέρθηκε στις τιμές στα μεγάλα σούπερ μάρκετ κατά τους πρώτους δύο μήνες εφαρμογής του μέτρου. Η ισπανική περίπτωση δείχνει, επομένως, ότι μια μείωση του ΦΠΑ μπορεί να περάσει σε μεγάλο βαθμό στον καταναλωτή, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι το ίδιο ποσοστό μετακύλισης ισχύει σε κάθε χώρα, προϊόν ή χρονική περίοδο. Βρετανία: Διαφορετική εικόνα παρουσιάζει το Ηνωμένο Βασίλειο. Τον Δεκέμβριο του 2008 ο κανονικός ΦΠΑ μειώθηκε προσωρινά από 17,5% σε 15%, σε μια προσπάθεια στήριξης της οικονομίας. Μελέτη του Institute for Fiscal Studies διαπίστωσε ότι αρχικά η μείωση πέρασε στις τιμές, όμως ένα μέρος της επίδρασης αντιστράφηκε μέσα στους επόμενους μήνες. 

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ Ο ΦΠΑ; 

Ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) είναι ένας έμμεσος φόρος που πληρώνουμε όταν αγοράζουμε ένα προϊόν ή μια υπηρεσία. Με απλά λόγια, κάθε φορά που αγοράζουμε κάτι, ένα μέρος της τιμής που πληρώνουμε καταλήγει στο κράτος ως ΦΠΑ. Για παράδειγμα, αν ένα προϊόν κοστίζει 100 ευρώ χωρίς ΦΠΑ και ο συντελεστής είναι 24%, ο καταναλωτής πληρώνει τελικά 124 ευρώ. Τα 24 ευρώ είναι ο ΦΠΑ που περιλαμβάνεται στην τελική τιμή. Αυτό σημαίνει ότι όταν γίνεται λόγος για μείωση του ΦΠΑ, το ζητούμενο είναι να μειωθεί και το ποσό του φόρου που περιλαμβάνεται στην τελική τιμή. Ωστόσο, η μείωση του φόρου δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η τιμή στο ράφι θα μειωθεί κατά το ίδιο ποσό. Στην τελική τιμή ενός προϊόντος παίζουν ρόλο και άλλα στοιχεία, όπως το κόστος παραγωγής, η μεταφορά, η χονδρική και λιανική πώληση, αλλά και το περιθώριο κέρδους των επιχειρήσεων. Έτσι, αν μειωθεί ο ΦΠΑ, το πόσο από αυτή τη μείωση θα φτάσει τελικά στον καταναλωτή εξαρτάται και από το πώς θα κινηθούν οι επιχειρήσεις σε κάθε στάδιο της αγοράς. Αυτός είναι και ο λόγος που η συζήτηση για τον ΦΠΑ δεν αφορά μόνο το πόσο μειώνεται ο φόρος, αλλά και το αν και σε ποιο βαθμό η μείωση αυτή περνά τελικά στην τιμή που πληρώνει ο καταναλωτής. 

ΤΙ ΛΕΝΕ ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΙ 

Ο καθηγητής στο τμήμα οικονομικών επιστημών του ΑΠΘ, Νικόλαος Βαρσακέλης επισημαίνει ότι το πρώτο ερώτημα είναι κατά πόσο μια μείωση του ΦΠΑ θα φτάσει τελικά στον καταναλωτή. Όπως εξηγεί, στην Ελλάδα η εικόνα δεν είναι πάντα ίδια με αυτή άλλων ανεπτυγμένων οικονομιών και, σε ορισμένες περιπτώσεις, η μείωση μπορεί να μην περάσει στην τελική τιμή, αλλά να καταλήξει στα περιθώρια του παραγωγού ή των επιχειρήσεων. Παράλληλα, θέτει στο τραπέζι το ζήτημα της φοροδιαφυγής και της μεγάλης έκτασης της «μαύρης οικονομίας». Σύμφωνα με τον ίδιο, η Ελλάδα εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγαλύτερο βαθμό στους έμμεσους φόρους σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αν και η εικόνα αυτή έχει βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια, καθώς η ηλεκτρονικοποίηση των συναλλαγών περιορίζει σταδιακά τη φοροδιαφυγή. Ο κ. Βαρσακέλης σημειώνει ακόμη ότι το ζήτημα των τιμών δεν μπορεί να απομονωθεί από τους υπόλοιπους παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος. Το ενεργειακό κόστος, για παράδειγμα, δεν αφορά μόνο την τιμή της βενζίνης που βλέπει ο καταναλωτής, αλλά επηρεάζει έμμεσα και το κόστος παραγωγής, μέσω των πρώτων υλών και των εισροών που χρησιμοποιούν οι αγρότες και οι βιομηχανίες. Ένα ακόμη ζήτημα που θέτει είναι η λειτουργία του ανταγωνισμού. Όπως αναφέρει, σε ορισμένους κλάδους της ελληνικής αγοράς υπάρχουν πιο ολιγοπωλιακές συνθήκες, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τη βιομηχανία τροφίμων και τα απορρυπαντικά. Αυτό, σύμφωνα με τον ίδιο, επηρεάζει και τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται οι τιμές και το κατά πόσο μια φορολογική ελάφρυνση μπορεί να φτάσει στον καταναλωτή. Ο ίδιος προσθέτει και έναν παράγοντα που, όπως λέει, δεν συζητούν συχνά οι πολιτικοί: την καταναλωτική συνείδηση. Ως παράδειγμα αναφέρει τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, σημειώνοντας ότι στην Ελβετία το ποσοστό των καταναλωτών που επιλέγουν private label φτάνει το 57%, ενώ στην Ελλάδα βρίσκεται περίπου στο 25%. Κατά τον ίδιο, η μεγαλύτερη στροφή των καταναλωτών σε φθηνότερες εναλλακτικές θα μπορούσε να λειτουργήσει ως επιπλέον πίεση στην αγορά. «Αυτά είναι τα τρία μεγάλα δομικά προβλήματα σε σχέση με τον πληθωρισμό», σημειώνει, αναφερόμενος στο κόστος παραγωγής, τη λειτουργία του ανταγωνισμού και την καταναλωτική συνείδηση, σε μια περίοδο που η ακρίβεια εξακολουθεί να επιβαρύνει τα ελληνικά νοικοκυριά. 

Ο καθηγητής στο τμήμα οικονομικών επιστημών του Διεθνούς Πανεπιστημίου Ελλάδος, Νίκος Καρτάλης εξηγεί ότι, σύμφωνα με την οικονομική θεωρία, μια μείωση του ΦΠΑ μπορεί να έχει άμεσο αποτέλεσμα στην τσέπη του καταναλωτή, υπό την προϋπόθεση όμως ότι στην αγορά υπάρχει επαρκής ανταγωνισμός μεταξύ των επιχειρήσεων. Όπως σημειώνει, όταν σε έναν κλάδο επικρατούν ολιγοπωλιακές συνθήκες και υπάρχουν λίγες επιχειρήσεις που ελέγχουν μεγάλο μέρος της αγοράς, υπάρχει ο κίνδυνος η μείωση του φόρου να μην περάσει στις τελικές τιμές. «Σε περίπτωση όπου και στην Ελλάδα υπάρχει ολιγοπώλιο και μπορούν οι επιχειρήσεις μεταξύ τους να συνεννοούνται για τις τιμές, μια μείωση του ΦΠΑ μπορεί να μην έχει αποτελέσματα αν δεν γίνει έλεγχος στους όρους της αγοράς», αναφέρει. Ο ίδιος φέρνει ως παράδειγμα την αγορά των σούπερ μάρκετ, όπου, όπως υποστηρίζει, δραστηριοποιείται ένας περιορισμένος αριθμός μεγάλων επιχειρήσεων. Σύμφωνα με τον κ. Καρτάλη, η περιορισμένη παρουσία ανταγωνιστών μπορεί να δημιουργήσει συνθήκες που δεν επιτρέπουν στις μειώσεις φόρων να φτάσουν στον καταναλωτή, με αποτέλεσμα οι τιμές να παραμένουν υψηλές. «Υπάρχει μια στρέβλωση της αγοράς στην Ελλάδα που, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να μειωθεί. Δηλαδή να μειωθούν τα ολιγοπώλια, να υπάρχει ελεύθερη αγορά, να υπάρχει ανταγωνισμός, έτσι ώστε να μπορεί η κάθε μείωση των φόρων να μετακυληθεί αμέσως στον καταναλωτή», σημειώνει. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται στα σούπερ μάρκετ, αλλά εμφανίζεται και σε άλλους κλάδους, όπως η κινητή τηλεφωνία, οι ασφαλιστικές εταιρείες και οι τράπεζες. Επομένως, το ζήτημα είναι ευρύτερο και αφορά τη δομή της ελληνικής οικονομίας. «Το πρόβλημα της εθνικής οικονομίας είναι διαρθρωτικό. Οποιοδήποτε μέτρο για να εφαρμοστεί, πρέπει πρώτα να λύσουμε το πρόβλημα του ανταγωνισμού στην Ελλάδα», υπογραμμίζει. Κατά τον ίδιο, η ενίσχυση του ανταγωνισμού θα πρέπει να προηγηθεί οποιασδήποτε φορολογικής ελάφρυνσης, ώστε οι επιχειρήσεις να μην μπορούν να απορροφήσουν τη μείωση του φόρου και το όφελος να μετακυλίεται τελικά στις τιμές που πληρώνει ο καταναλωτής.

Πηγή: Παραλάξη

Post a Comment

Νεότερη Παλαιότερη