Με το σημερινό νομοσχέδιο για τον Πολιτισμό δεν ιδρύεται απλώς μία ανώνυμη εταιρεία στο Δημόσιο, αλλά αποκρυσταλλώνεται νομοθετικά η πολιτική στρατηγική της κυβέρνησης, με την οποία το κράτος αντιμετωπίζει την πολιτιστική κληρονομιά και κάθε έννοια πολιτισμού πρώτα και κύρια ως εμπόρευμα, επισήμανε ο ειδικός αγορητής του ΚΚΕ Γιάννης Δελής, μιλώντας στην Ολομέλεια της Βουλής για το συγκεκριμένο σχέδιο νόμου.
Το νομοσχέδιο, που έχει προκαλέσει τις έντονες αντιδράσεις των εργαζομένων του υπουργείου Πολιτισμού, προβλέπει τη σύσταση Ανώνυμης Εταιρείας που θα αναλάβει δραστηριότητες του ΟΔΑΠ (Οργανισμός Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτιστικών Πόρων), καθώς και τη δημιουργία ενός νέου φορέα για τη διαχείριση επισκέψιμων χώρων ενάλιας πολιτιστικής κληρονομιάς.
Ο Γ. Δελής τόνισε ότι η πολιτική αυτή χαράσσεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και υπηρετείται από όλες τις αστικές κυβερνήσεις, με εργαλεία τη διαχρονική κρατική υποχρηματοδότηση του Πολιτισμού, την τραγική υποστελέχωση κρίσιμων υπηρεσιών του, την απαξίωση της αρχαιολογικής υπηρεσίας, την εργασιακή ομηρία και ανασφάλεια χιλιάδων συμβασιούχων, το πιο πρόσφορο έδαφος για κάθε είδους εργολάβους και επιχειρηματίες της πολιτιστικής κληρονομιάς, που τη βλέπουν ως αξεσουάρ, μέρος της τουριστικής βιομηχανίας.
Ιδιαίτερα επισήμανε ότι υποβαθμίζεται ο μορφωτικός, εκπαιδευτικός, κοινωνικός χαρακτήρας και ρόλος, που αντικειμενικά ενσωματώνει η πολιτιστική κληρονομιά, γεγονός που αναδεικνύεται με τη μη αναγραφή τους στο παρόν νομοσχέδιο. Η στόχευση του υπουργείου είναι η αναπτυξιακή δυναμική του πολιτισμού, δηλαδή η υποταγή του στο κέρδος. Ο βουλευτής του ΚΚΕ σχολίασε τα λεγόμενα της υπουργού για την Τεχνητή Νοημοσύνη, που -όπως είπε- οδεύουμε σε ένα πέρασμα της κοινωνίας της γνώσης και της πληροφορίας στην κοινωνία και την οικονομία των εμπειριών, τονίζοντας ότι ο πολιτισμός αντί να αποτελεί πηγή γνώσης και ιστορικής συνείδησης, ξεπέφτει σε ένα ακόμα προϊόν κατανάλωσης, ενώ και η όποια επίσκεψη σε μνημεία και μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους αντιμετωπίζεται ως μία ακόμα εμπειρία αναψυχής, ως μία αποσπασματική αισθητηριακή επαφή.
Αναφέρθηκε επίσης στη συνολική επισκεψιμότητα σε τέτοιους χώρους, εξαιτίας των αυξήσεων σε εισιτήρια. «Αυτό που σας ενδιαφέρει είναι το Δημόσιο να λειτουργεί με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και να δίνει ευκαιρίες, να ανοίγει πεδία κερδοφορίας στο ιδιωτικό κεφάλαιο, προωθώντας βέβαια την εμπορική αξιοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς», πρόσθεσε.
Μεταξύ άλλων, στάθηκε επίσης στη στάση των αστικών κομμάτων σχετικά με τη στήριξη της κυβέρνησης σε αυτή την πολιτική στον δρόμο της ΕΕ, στις εργασιακές συνθήκες των εργαζομένων στον Πολιτισμό και, κυρίως, στον Κινηματογράφο και τέλος υπενθύμισε τον «τρομονόμο» για την Τέχνη, μια ευρωπαϊκή οδηγία με πρόσχημα την «καταπολέμηση της τρομοκρατίας», αντιμετωπίζοντας ως ύποπτο κάθε τι ριζοσπαστικό, κάθε τι αντισυστημικό, κάθε έργο που παίρνει το μέρος του λαϊκού κινήματος.

Δημοσίευση σχολίου