
Το ευρωενωσιακό πλαίσιο που αξιοποιούν τα μονοπώλια για να «στραγγαλίζουν» το εισόδημα του μικροκαλλιεργητή ελαιοπαραγωγού και να κερδοσκοπούν σε βάρος της λαϊκής κατανάλωσης αναδεικνύει η Ευρωκοινοβουλευτική Ομάδα του ΚΚΕ με Ερώτηση που κατέθεσε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ο ευρωβουλευτής του ΚΚΕ Λευτέρης Νικολάου-Αλαβάνος.
Η Ευρωκοινοβουλευτική Ομάδα του ΚΚΕ επισημαίνει:
«Η ελαιοπαραγωγή στην Ελλάδα, η οποία διεξάγεται κατά κύριο λόγο από μικροκαλλιεργητές, βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σειρά κινδύνους: Οι παραγωγοί "στριμώχνονται" ανάμεσα στο εκτιναγμένο κόστος παραγωγής (ενέργεια, εφόδια, λιπάσματα), εξαιτίας και του ιμπεριαλιστικού πολέμου, και στις χαμηλές τιμές που επιβάλλουν οι τυποποιητές - βιομήχανοι και οι μεγάλες αλυσίδες διάθεσης.
Οι μεγαλέμποροι πιέζουν τις τιμές προς τα κάτω, χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα και τις διάφορες συγκυρίες στη διεθνοποιημένη αγορά. Συγκεκριμένα, τα στοιχεία που προκύπτουν από την πρόσφατη εμπορική δραστηριότητα αποκαλύπτουν μια επιπλέον «τρικυμία» που πνίγει τους παραγωγούς:
- Η πρόσφατη "διόρθωση" των στατιστικών της Ισπανικής Υπηρεσίας Πληροφόρησης και Ελέγχου Τροφίμων AICA (από τους 73.600 στους 90.161 τόνους πωλήσεων ελαιόλαδου) δείχνει ότι οι αριθμοί εργαλειοποιούνται για να δημιουργηθεί κλίμα αβεβαιότητας, το οποίο αξιοποιούν τα μονοπώλια για να συμπιέσουν τις τιμές.
- Η πρακτική των τριγωνικών εισαγωγών (κυρίως μέσω Πορτογαλίας) λειτουργεί ως κερκόπορτα για ελαιόλαδο τρίτων χωρών, όπως η Τυνησία. Με το πρόσχημα της "μεταποίησης και επανεξαγωγής", το ελαιόλαδο αυτό εισάγεται στην ΕΕ χωρίς δασμούς και τελικά «βαφτίζεται» ευρωπαϊκό.
Η Ειδική Έκθεση 1/2026 του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου ομολογεί ότι ενώ υπάρχει ένα δήθεν «ολοκληρωμένο πλαίσιο» για την προστασία των ελαιοπαραγωγών, στην πραγματικότητα επιτρέπεται στους μεγάλους παίκτες να διακινούν αδιαφανώς μεγάλες ποσότητες ελαιολάδου, όπως δείχνουν και τα "ανεξήγητα" πλεονάσματα στην Ισπανία.
Η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέσω των κανονισμών της ΚΟΑ ρίχνει "αέρα στα πανιά" των μεταποιητών και των μεγαλεμπόρων ελαιολάδου. Οι έλεγχοι στα λιμάνια είναι ανύπαρκτοι και η ιχνηλασιμότητα παραμένει "γράμμα κενό", με αποτέλεσμα να υπονομεύεται το εισόδημα του παραγωγού.
Την ίδια στιγμή, στην άλλη άκρη της αλυσίδας, η λαϊκή κατανάλωση αγοράζει το λάδι σε τιμές που δεν αντικατοπτρίζουν τη χαμηλή τιμή παραγωγού. Το "καπέλο" που μπαίνει κατά την τυποποίηση, τη διακίνηση και την πώληση είναι τεράστιο.
Η ΕΕ αρνείται πεισματικά να θεσπίσει εγγυημένες τιμές παραγωγού που θα διασφαλίζουν εισόδημα επιβίωσης, όπως και να επιβάλει πλαφόν στις τιμές λιανικής. Η ΚΑΠ αφήνει ελεύθερο το πεδίο στα μονοπώλια να κερδοσκοπούν ασύστολα».
Με βάση τα παραπάνω, ο ευρωβουλευτής του ΚΚΕ υπέβαλε τα εξής ερωτήματα:
«Πώς τοποθετείται η Επιτροπή απέναντι:
- στο γεγονός ότι το θεσμικό πλαίσιο της ΕΕ λειτουργεί ως μηχανισμός στήριξης της κερδοσκοπίας των μονοπωλίων, με πρακτικές όπως οι "τριγωνικές" εισαγωγές και το "βάφτισμα" λαδιού από τρίτες χώρες,
- στο γεγονός ότι η ίδια η Ειδική Έκθεση 1/2026 του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου επισημαίνει ότι το νομικό πλαίσιο της ΕΕ και οι έλεγχοι ιχνηλασιμότητας δεν καθιστούν πάντοτε δυνατή την εξακρίβωση της προέλευσης του ελαιόλαδου;
- στην ανάγκη να ληφθούν μέτρα στα λιμάνια και στα τελωνεία ώστε να υπάρχει καταγραφή των εισαγωγών, εξασφάλιση της ιχνηλασιμότητας και αξιόπιστων στατιστικών στοιχείων;».

Δημοσίευση σχολίου