Ιστορίες, σκέψεις, μνήμη στην άκρη του χρόνου

 

Ο Τζούλιαν Μπαρνς έπειτα από σχεδόν πέντε δεκαετίες συγγραφικής παρουσίας και τρεις υποψηφιότητες για το βραβείο Booker, το οποίο και απέσπασε το 2011 για το μυθιστόρημά του Ένα κάποιο τέλος, υπογράφει, σε ηλικία 78 χρονών, το τελευταίο του έργο με τίτλο Αναχωρήσεις. Παρότι στο οπισθόφυλλο το βιβλίο χαρακτηρίζεται ως έργο μυθοπλασίας, για να διευκρινιστεί αμέσως μετά ότι αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι αληθινό, η αλήθεια είναι ότι ο αναγνώστης είναι αδύνατον να το διαβάσει χωρίς να το προσλάβει ως ένα είδος αυτομυθοπλασίας.

Άλλωστε ο Μπαρνς, πέρα από την επιλογή της πρωτοπρόσωπης αφήγησης και την ταύτιση του επαγγέλματος του αφηγητή με εκείνο του ίδιου του συγγραφέα, εντάσσει και πλήθος στοιχείων που ενισχύουν την αυτοβιογραφική διάσταση του έργου, όπως αναφορές σε γεγονότα της ζωής του ή σε σκέψεις που τον απασχολούν καθ’ όλη τη διάρκεια της συγγραφικής του πορείας. Επιδιώκει μάλιστα να καταστήσει σαφή την αυτοβιογραφική διάσταση του έργου του, όπως όταν αναφέρεται στις σπουδές του ‒καλώντας μάλιστα τον αναγνώστη να επιβεβαιώσει με μια αναζήτηση στο google την αλήθεια των λεγομένων του‒, παρόλο που ο ίδιος υπονομεύει διαρκώς τη δυνατότητα αυτή όπως θα δούμε και στη συνέχεια.  

Υπό αυτή την έννοια, το έργο μπορεί να χαρακτηριστεί ως υβριδικό, με έντονα στοιχεία αυτομυθοπλασίας, καθώς συγκεντρώνει αρκετά από τα βασικά γνωρίσματα του είδους, αλλά και αναφορές σε συγγραφείς που διαμόρφωσαν τη σκέψη του συγγραφέα και τον τρόπο που αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα, με κυρίαρχους τον Προυστ και την περίφημη μαντλέν του, τη Βιρτζίνια Γουλφ, τον Νίτσε, τον Όσκαρ Ουάιλντ, τον Φλωμπέρ και τη Ζορζ Σαντ, τον Άπνταϊκ, τον Μπωντλαίρ, τον Ισμαήλ Κανταρέ, τον Έλιοτ και άλλους. Φυσικά, το πιο τυπικό χαρακτηριστικό του είδους είναι οι ιστορίες που περιστρέφονται γύρω από τη ζωή και τις εμπειρίες του συγγραφέα, αλλά και το έντονο αυτοαναστοχαστικό στοιχείο που θέτει υπό αμφισβήτηση την αντικειμενικότητα της αυτοβιογραφικής αφήγησης. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Μπαρνς σε κάποιο σημείο: «όλα τα παραπάνω τα έγραψα από μνήμης ή μάλλον από αυτό στο οποίο είχε μεταμορφωθεί η μνήμη μέσω ενός συνδυασμού πραγματικών αναμνήσεων και συνεχών αναδιηγήσεων». Εύλογα θα αναρωτηθεί κανείς τι σημασία έχουν όλα αυτά και γιατί μια ανάγνωση του βιβλίου να εστιάσει γύρω από το αν πρόκειται για μυθοπλασία ή για ένα έργο με ισχυρό το βιωματικό στοιχείο.

Το εγχείρημα της αυτομυθοπλασίας

Η απάντηση φαίνεται να εντοπίζεται στο γεγονός ότι κάτι τέτοιο μας ενδιαφέρει στον βαθμό που λέει κάτι σημαντικό για την εποχή μας και υπό αυτή την έννοια αξίζει να το παρατηρήσουμε. Η ρευστότητα της σύγχρονης συνθήκης, το ευμετάβλητο του εαυτού στη μεταμοντέρνα εποχή και η διαρκής ανάγκη στοχασμού πάνω στην προσωπική ταυτότητα αποτελούν ζητήματα που απασχολούν σταθερά το σύγχρονο αυτομυθοπλαστικό μυθιστόρημα, ένα είδος που τα τελευταία χρόνια γνωρίζει ολοένα και μεγαλύτερη διάδοση, ξεπερνώντας τα όρια της γαλλικής αυτομυθοπλαστικής παράδοσης, όπως αυτή εκφράστηκε μέσα από τις προσωπικές αφηγήσεις συγγραφέων όπως η Ερνό και μεταγενέστερα ο Λουί. Η αυξανόμενη παρουσία της αυτομυθοπλασίας καταδεικνύει μια βαθύτερη πολιτισμική τάση, που σχετίζεται με την ελευθερία του σύγχρονου ατόμου να αυτοπροσδιοριστεί. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Μπαρνς: «το διαζύγιο, η ομοφυλοφιλία και η ψυχοθεραπεία είναι κοινός τόπος, ενώ το φύλο έχει γίνει πιο ρευστό. Όλα αυτά είναι ευπρόσδεκτα, όσο κι αν άργησαν, και κάποιες φορές νιώθουμε βαθιά συμπόνια για όσους σε προηγούμενους αιώνες έζησαν φρικτά παγιδευμένοι στη φυλακή των κοινωνικών, θρησκευτικών και σεξουαλικών επιταγών». Την ίδια στιγμή, όμως, ένα τέτοιο εγχείρημα καθίσταται ολοένα δυσκολότερο σε μια εποχή όπου η βιωμένη πραγματικότητα μετασχηματίζεται διαρκώς υπό την επίδραση της τεχνολογίας και των νέων μέσων. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αναδύεται ένας κατακερματισμένος και πολλαπλός εαυτός, αλλά ταυτόχρονα και η ανάγκη να σταθούμε απέναντί του και να τον ορίσουμε μέσω της αφήγησης. Άλλωστε, αν το υποκείμενο της αυτοβιογραφίας δεν αντιστοιχεί σε έναν προϋπάρχοντα πραγματικό εαυτό, όπως υποστηρίζει το Τζούντιθ Μπάτλερ, αλλά διαμορφώνεται μέσα από την ίδια την αφήγηση, τότε κάθε εγγραφή τού εγώ εμπεριέχει αναγκαστικά ένα στοιχείο αυτομυθοπλασίας. Πρόσφατα έργα όπως Ο κηπουρός και ο θάνατος του Γκοσποντίνοφ, Η ξένη της Ντουραστάντι ή το Αυτό που δεν έχει όνομα της Μπονέτ καθώς και πλήθος άλλων, κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση.

Η επιστροφή στο παρελθόν

Επιστρέφοντας στο βιβλίο, θα λέγαμε ότι πέρα από τον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται η αυτομυθοπλαστική αφήγηση, ιδιαίτερη σημασία αποκτούν και τα ίδια τα γεγονότα που ο συγγραφέας επιλέγει να αφηγηθεί. Το τι αποφασίζει να εντάξει στην αφήγηση και τι να αφήσει εκτός αποτελούν μέρος της ίδιας της κατασκευής του αφηγηματικού εαυτού, γεγονός που αποκτά ακόμα μεγαλύτερη βαρύτητα και ενδιαφέρον όταν πρόκειται για το τελευταίο έργο ενός συγγραφέα. Από αυτή την οπτική παρατηρούμε ότι το βιβλίο του Μπαρνς περιστρέφεται γύρω από δύο άξονες. Ο ένας αφορά τη μνήμη και τον τρόπο με τον οποίο αυτή εγγράφει και επανανοηματοδοτεί τα επιμέρους γεγονότα που συνθέτουν τη ζωή του συγγραφέα, κι αυτό θα λέγαμε ότι είναι αρκετά κοινότοπο ‒με την έννοια ότι αναπόφευκτα το συναντάμε σε κάθε τέτοιου είδους αφήγηση‒, ο δεύτερος όμως εστιάζει στην ερωτική ιστορία δύο φίλων του Μπαρνς από την εποχή των σπουδών του στην Οξφόρδη, του Στίβεν και της Τζιν. Πρόκειται για δύο πρόσωπα με εκ διαμέτρου αντίθετους χαρακτήρες: εκείνος εσωστρεφής και χαμηλών τόνων, εκείνη δυναμική, παρορμητική και εξωστρεφής. Ο αφηγητής, ως τρίτο πρόσωπο στην ιστορία, συναναστρέφεται το ζευγάρι για περίπου δεκαοκτώ μήνες, προτού χαθεί η επαφή τους μετά τον χωρισμό τους, λειτουργώντας κατά κάποιον τρόπο συμπληρωματικά ως προς τη σχέση τους. Σαράντα χρόνια αργότερα, οι δρόμοι τους διασταυρώνονται ξανά, και ο ίδιος αναλαμβάνει ενεργό ρόλο στην επανασύνδεσή τους, συμβάλλοντας στην ολοκλήρωση μιας σχέσης που είχε μείνει ανολοκλήρωτη στη νεότητά τους.

Το ερώτημα που διατρέχει το έργο και ενισχύεται από την ιστορία του ζευγαριού, η οποία σ’ ένα βαθύτερο επίπεδο ανάγνωσης συμβολοποιείται, στρέφεται γύρω από το αν έχει τελικά νόημα η επιστροφή στο παρελθόν. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο πιο ανθρώπινο, το οποίο νομίζω ότι συνοψίζεται στην εξής πρόταση: «το πρόβλημα είναι ότι δεν μπορείς να κάνεις νέους παλιούς φίλους». Ο συγγραφέας, κλείνοντας τον συγγραφικό του κύκλο, επιλέγει να σταθεί στην ιστορία δύο παλιών του φίλων ίσως τελικά γιατί, προχωρώντας η ζωή, οι άνθρωποι μες στη μοναξιά τους αναπολούν τους παλιούς τους φίλους, έχοντας διαπιστώσει πως η οικειότητα που ένιωθαν μαζί τους δεν μπορεί ποτέ να δημιουργηθεί εκ νέου στο παρόν.

Με κατάλληλη αποστασιοποίηση

Η αφήγηση της ιστορίας των δύο φίλων, ακόμα κι αν παραμένει αμφίσημη ως προς τη σχέση της με την πραγματικότητα (όπως λέει ο αφηγητής, αν αθέτησε εκείνη την υπόσχεση να μη γράψει γι’ αυτούς, πόσο αξιόπιστη είναι η τωρινή του διαβεβαίωση περί αυθεντικότητας;), λίγη σημασία έχει εφόσον λειτουργεί ποικιλοτρόπως στο κείμενο. Αφενός δημιουργεί έναν συνεκτικό αφηγηματικό ιστό έτσι ώστε ο αναγνώστης να μη χαθεί στην αποσπασματικότητα της μεταμοντέρνας αφήγησης του Μπαρνς κι, αφετέρου, λειτουργεί ως διαρκής υπενθύμιση ότι, ενώ γνωρίζουμε την αρχή και το τέλος της ζωής μας, το ενδιάμεσο παραμένει ένα ασταθές κουβάρι μνήμης (υπενθυμίζουμε ότι η τριάδα δεν είχε συναντηθεί για σαράντα χρόνια), το οποίο μετατρέπεται σε ιστορία μόνο τη στιγμή που το αφηγούμαστε και επιχειρούμε να του δώσουμε μορφή και νόημα.

Συνολικά, θα λέγαμε ότι ο Μπαρνς με τις Αναχωρήσεις δεν απογοητεύει τους φανατικούς του αναγνώστες ούτε και τους λάτρεις του συγκεκριμένου λογοτεχνικού είδους. Πρόκειται για ένα βιβλίο ήσυχο, με το οποίο δεν προσδοκά να κάνει ένα μεγαλειώδες συγγραφικό φινάλε, όπως συνέβη για παράδειγμα με τον ΜακΚάρθι, ωστόσο η ευφυής του πρόζα παραμένει εντυπωσιακή. Και παρά τη διαρκή υπενθύμιση του θανάτου και την αναπόφευκτη μελαγχολία του τέλους, είναι σημαντικό να ειπωθεί ότι ο αναγνώστης δεν βαραίνει καθόλου συναισθηματικά καθώς η αφήγηση παραμένει ζωηρή και με διαρκείς εναλλαγές, με τον συγγραφέα να επιτυγχάνει την κατάλληλη αποστασιοποίηση από το υλικό του έτσι ώστε να μη διολισθαίνει ούτε στιγμή στον μελοδραματισμό.


Σημείωση: Αναδημοσίευση από την Εποχή


Post a Comment

Νεότερη Παλαιότερη