Οι 81 εαυτοί της εξουσίας κι ο Πεσσόα


Αν ο Πεσσόα ζούσε σήμερα στην Ελλάδα, ίσως να μην χρειαζόταν να δημιουργήσει δεκάδες ετερώνυμα, για να γράψει όλα όσα ήθελε να πει. Να μην έπρεπε να σχεδιάσει τόσες προσωπικότητες με διαφορετικές βιογραφίες, συνήθειες και χαρακτήρες, για να εξηγήσει τα ανεξήγητα. Αυτό σκεφτόμουν με αφορμή τη γέννησή του στις 13 Ιούνη του 1888, στη Λισαβόνα. Αν ζούσε ανάμεσά μας, δεν θα χρειαζόταν να επινοήσει τους θρυλικούς 81 διαφορετικούς «εαυτούς» του. Θα αρκούσε να ανοίξει την τηλεόραση. Εκεί, βλέποντας υπουργούς, τραπεζίτες, τεχνοκράτες, Ευρωπαίους αξιωματούχους, κυβερνητικούς εκπροσώπους, «αντιπολιτευόμενους» σωτήρες, συμβούλους ανάπτυξης, ειδικούς της αγοράς, δημοσκόπους, αναλυτές και επικοινωνιολόγους, ως υποψιασμένος που ήταν, θα αναγνώριζε πίσω από τόσα πρόσωπα, διαφορετικά κοστούμια, μάσκες, λογότυπα και διαφορές στη ρητορική, τον ίδιο παράφρονα συγγραφέα - σκηνοθέτη. Τον καπιταλισμό. Αυτόν που συνηθίζει ν' αλλάζει συνεχώς ηθοποιούς, αλλά ποτέ το έργο. Και μάλιστα ένα έργο πολυανεβασμένο, βαρετό κι αποτυχημένο. Στα χρόνια των μνημονίων το ονόμασαν «εθνική σωτηρία», ζητώντας θυσίες για να σωθεί η χώρα. Υστερα οι θυσίες έγιναν απαραίτητες για να έρθει η ανάπτυξη. Μετά, για να σταθεροποιηθεί η «ανάπτυξη». Σήμερα οι ίδιες θυσίες βαφτίζονται αναγκαίες, για να αντέξει η οικονομία τις διεθνείς κρίσεις, τους πολέμους, τις γεωπολιτικές αναταράξεις. Μόνο που το αποτέλεσμα είναι πάντα το ίδιο και προβλέπει ότι αυτός που πρέπει σταθερά να πληρώνει είναι ο αδύναμος, ο μικρός επαγγελματίας, ο αυτοαπασχολούμενος, ο εργαζόμενος, ο συνταξιούχος. Αυτή είναι η μεγάλη - και η μόνη - σταθερά.

Ο διαρκής μηχανισμός οικονομικής ασφυξίας

Η νέα επίθεση έχει πολλά ονόματα. Τεκμαρτή φορολόγηση. MyData. OpenBusiness. Ψηφιακό πελατολόγιο. Ηλεκτρονικά βιβλία. Πρόστιμα. Υποχρεώσεις. Πιστοποιήσεις. Διασυνδέσεις. Ατελείωτη ψηφιακή γραφειοκρατία. Αυτός ο εφιαλτικός κυκεώνας είναι ο εκσυγχρονισμός τους και στην πράξη συγκροτεί έναν διαρκή μηχανισμό οικονομικής ασφυξίας, για χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις. Ο υδραυλικός, ο ηλεκτρολόγος, ο περιπτεράς, ο βιβλιοπώλης, ο μικρός έμπορος, δεν αντιμετωπίζονται ως άνθρωποι που παράγουν πλούτο. Αντιμετωπίζονται ως ύποπτοι, που οφείλουν καθημερινά να αποδεικνύουν την αθωότητά τους, απέναντι σε ένα κράτος που λεηλατεί τα πάντα. Που βλέπουν τους λογαριασμούς να συσσωρεύονται, τα ενοίκια να εκτοξεύονται και την ακρίβεια στην Ενέργεια και στις πρώτες ύλες να μετατρέπουν την επιβίωσή τους σε άθλο. Και μέσα σε αυτήν την καταστροφή, βιώνουν ένα ακόμα μαρτύριο, την πλύση εγκεφάλου καθημερινά, ότι η οικονομία πηγαίνει περίφημα. Ποια οικονομία άραγε; Η οικονομία των χρηματιστηριακών δεικτών ή η οικονομία της πραγματικής ζωής; Η οικονομία των μερισμάτων ή η οικονομία του οικογενειακού τραπεζιού; Αφού όσο η κοινωνική πλειοψηφία στενάζει, τα μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα πανηγυρίζουν, οι τράπεζες ανακοινώνουν δισεκατομμύρια κέρδη, οι ενεργειακοί όμιλοι πολλαπλασιάζουν τα έσοδά τους και οι μεγάλες εισηγμένες επιχειρήσεις καταγράφουν ιστορικά ρεκόρ. Είναι σαν να παρακολουθούμε δύο διαφορετικές χώρες. Στη μία, οι άνθρωποι μετρούν τα κέρματα για να βγάλουν τον μήνα. Στην άλλη μετρούν τα εκατομμύρια των μερισμάτων. Η χώρα - Ιανός!

Η επικίνδυνη αυταπάτη των «διαχειριστών»


Ο Φερνάντο Πεσσόα, από τους πιο παράξενους και γοητευτικούς συγγραφείς του 20ού αιώνα, έγραφε ότι μέσα του υπήρχαν πολλοί άνθρωποι. Μέσα στη σύγχρονη Ελλάδα υπάρχουν πολλοί διαχειριστές της ίδιας πολιτικής, που άλλος μιλά στο όνομα της αγοράς, άλλος στο όνομα της Ευρώπης ή της μεταρρύθμισης, κι άλλος της σταθερότητας και της προόδου. Ολοι όμως καταλήγουν πως όταν πρόκειται για μισθούς, δεν υπάρχουν χρήματα. Οταν πρόκειται για νοσοκομεία, δεν υπάρχουν πόροι. Οταν πρόκειται για σχολεία, δεν περισσεύουν κονδύλια. Οταν όμως πρόκειται για στρατιωτικούς εξοπλισμούς, για επιδοτήσεις μεγάλων ομίλων, για τραπεζικές διασώσεις και επενδυτικά κίνητρα, τα ταμεία ξαφνικά ανοίγουν διάπλατα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, η χώρα εμπλέκεται ολοένα και βαθύτερα στους διεθνείς ανταγωνισμούς. Από την Ουκρανία μέχρι τη Μέση Ανατολή, οι μεγάλες δυνάμεις συγκρούονται για αγορές, ενεργειακούς δρόμους, πρώτες ύλες και γεωπολιτική επιρροή. Και τότε οι λαοί πληρώνουν με αίμα και οι πολυεθνικές μετρούν κέρδη. Αυτή είναι η αλήθεια που κρύβεται πίσω από τα μεγάλα λόγια περί ελευθερίας, ασφάλειας και γεωστρατηγικής αναβάθμισης. Οι πόλεμοι δεν είναι ξένοι ούτε προς την ακρίβεια, ούτε προς τη φοροληστεία, ούτε προς τη φτωχοποίηση. Είναι η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Γιατί το ίδιο σύστημα που ζητά περισσότερες θυσίες από τους εργαζόμενους, είναι εκείνο που συντηρεί τους ανταγωνισμούς που γεννούν πολέμους. Και εδώ βρίσκεται ίσως η πιο επικίνδυνη αυταπάτη. Οτι δηλαδή αρκεί να αλλάξει ο διαχειριστής, να φύγει ο ένας και να έρθει ο άλλος. Η εμπειρία ωστόσο των τελευταίων δεκαπέντε ετών είναι αμείλικτη. Κυβερνήσεις αλλάζουν. Και υπουργοί και συνθήματα και υποσχέσεις. Η ουσία παραμένει και ο εφιάλτης συνεχώς χειροτερεύει. Γι' αυτό είναι μάταιο η συζήτηση να εξαντλείται στα πρόσωπα. Το ερώτημα είναι βαθύτερο: Ποιος παράγει τον πλούτο, ποιος τον καρπώνεται, ποιος αποφασίζει για τις προτεραιότητες της κοινωνίας, ποιος πληρώνει τον λογαριασμό; Και κυρίως, πόσο ακόμη θα θεωρείται φυσιολογικό να φορτώνονται όλα τα βάρη στους ίδιους ανθρώπους;

«Ολα αξίζουν τον κόπο, αν η ψυχή δεν είναι μικρή»

Και μέσα σε αυτό το σκηνικό υπάρχει ακόμη ένας «ετερώνυμος» της εξουσίας. Ενας από τους πιο χρήσιμους. Ο ετερώνυμος των δημοσκοπήσεων. Οχι της επιστημονικής έρευνας και των σοβαρών μετρήσεων, που επιχειρούν να καταγράψουν την κοινωνική πραγματικότητα. Αλλά εκείνου του μηχανισμού που, σύμφωνα με όσα καταγγέλλονται συχνά στον δημόσιο διάλογο, δεν αποτυπώνει τη γνώμη των πολιτών, αλλά προσπαθεί να τη διαμορφώσει. Πόσες φορές τα τελευταία χρόνια δεν είδαμε δημοσκοπήσεις να παρουσιάζουν μια εικόνα ειδυλλιακή για την κυβέρνηση, την ίδια στιγμή που η κοινωνία έβραζε από αγανάκτηση; Οι δημοσκοπήσεις πάντα μετατρέπονταν σε πολιτικό εργαλείο. Δεν λένε τίμια τι πιστεύει ο κόσμος. Προσπαθούν να του υποβάλλουν αυτό που θέλουν να πιστεύει. Δημιουργούν την ψευδαίσθηση μιας πανίσχυρης κυβέρνησης, μιας ανίκητης πολιτικής, ενός συστήματος χωρίς αντίπαλο. Είναι η γνωστή μέθοδος της ψυχολογικής πίεσης. Αν ο πολίτης βομβαρδίζεται καθημερινά με αριθμούς που του λένε ότι η πλειοψηφία συμφωνεί, αρχίζει να αμφιβάλλει για τη δική του κρίση. Αλλο αν η πραγματική ζωή δεν μετριέται πάντα σε ποσοστά και γραφήματα. Μετριέται στα ταμεία των καταστημάτων, στους λογαριασμούς της ΔΕΗ, στα ενοίκια, στις ουρές των νοσοκομείων, στις δυσκολίες της καθημερινότητας. Ο Πεσσόα σίγουρα θα αναγνώριζε και εδώ έναν ακόμη ετερώνυμο. Αυτόν της εικονικής πραγματικότητας. Αυτόν που εμφανίζεται κάθε βράδυ στα δελτία ειδήσεων, για να διαβεβαιώσει ότι η κοινωνία είναι ευχαριστημένη, ακόμη κι όταν εκείνη ουρλιάζει για το αντίθετο.

Η μόνη φερέγγυα δημοσκόπηση δεν διεξάγεται με τον άθλιο τρόπο τους, αλλά στους δρόμους, στους χώρους δουλειάς, στα συνδικάτα, στις γειτονιές. Και εκεί, καμία εταιρεία, κανένας χορηγός και κανένας επικοινωνιολόγος δεν μπορεί να κρύβει επ' άπειρον την αλήθεια. Η λεγόμενη «νέα κανονικότητα» δεν είναι φυσικό φαινόμενο, ούτε νόμος της φύσης. Είναι πολιτική επιλογή. Και κάθε πολιτική επιλογή μπορεί να αμφισβητηθεί. Μπορεί να ανατραπεί.

Ο Πεσσόα είχε γράψει ότι «όλα αξίζουν τον κόπο, αν η ψυχή δεν είναι μικρή». Η σημερινή Ελλάδα χρειάζεται ακριβώς αυτό. Κανείς να μη σκέφτεται με μικρή ψυχή και να σηκώσει το κεφάλι. Να πάψει να αποδέχεται ως μοιραίο ό,τι του επιβάλλεται και σίγουρα να πάψει να θεωρεί φυσιολογικό το παράλογο. Στους ανθρώπους που εργάζονται, που παράγουν, που δημιουργούν, που κρατούν όρθια την κοινωνία, δεν αξίζει να είναι καταδικασμένοι να ζουν με τον φόβο του επόμενου λογαριασμού, του επόμενου προστίμου, της επόμενης φοροεπιδρομής.

Η οργή που συσσωρεύεται σε κάθε γειτονιά, σε κάθε μαγαζί, σε κάθε χώρο δουλειάς, δεν είναι μόνο πρόβλημα. Είναι δύναμη! Το θέμα είναι αν θα μετατραπεί σε συλλογική διεκδίκηση. Γιατί η ιστορία δεν πρέπει να γράφεται από τους 81 εαυτούς της εξουσίας. Γράφεται από τα εκατομμύρια των ανθρώπων που κάποια στιγμή αποφασίζουν να πάψουν να παίζουν τον ρόλο που τους έγραψαν άλλοι. Και μόνο τότε το έργο αλλάζει. Ο συγγραφέας χάνει τον έλεγχο και μια νέα ιστορία αρχίζει.

Κρατάω για το τέλος αυτού του κειμένου ένα σημείωμα του Πεσσόα, που άντεξε στις κακουχίες του χρόνου: «Με τον ίδιο τρόπο που πλένουμε το κορμί μας, θα έπρεπε να πλένουμε και το πεπρωμένο μας, να αλλάζουμε ζωή, όπως αλλάζουμε ρούχα - όχι για λόγους επιβίωσης, όπως κάνουμε όταν τρώμε ή κοιμόμαστε, μα με εκείνο τον σεβασμό που έχουμε σαν τρίτοι απέναντι στον εαυτό μας».


Της
Σεμίνας Διγενή

Post a Comment

Νεότερη Παλαιότερη