Κάθε χρόνο, τη δεύτερη Κυριακή του Μαΐου, η Γιορτή της Μητέρας επιστρέφει σαν ένας μικρός σταθμός μνήμης μέσα στον χρόνο. Δεν είναι όμως οι ανθοδέσμες ούτε οι τυπικές ευχές που χαρίζουν το πραγματικό νόημα της ημέρας. Είναι εκείνη η ανεξήγητη αίσθηση που ξυπνά μέσα μας όταν ακούμε τη λέξη «μαμά». Μια αίσθηση που μοιάζει με άρωμα παλιό, βαθιά ριζωμένο στη μνήμη του σώματος και της ψυχής.
«Εδώ μυρίζει μανούλα», λέει η γιαγιά, αγγίζοντας το σημείο ανάμεσα στον λαιμό και το στέρνο. Εκεί όπου ακουμπά ασυναίσθητα το κεφάλι ενός παιδιού όταν χωρά μέσα στην αγκαλιά της μητέρας του. Εκεί όπου ακόμη και ο ενήλικας αναζητά παρηγοριά στις δύσκολες στιγμές της ζωής. Η αγκαλιά αυτή δεν χάνεται ποτέ, απλώς αλλάζει μορφή καθώς περνούν τα χρόνια.
Η μητέρα υπήρξε ανέκαθεν μία από τις πιο ισχυρές μορφές στην τέχνη. Από τις βυζαντινές απεικονίσεις της Παναγίας έως τους σύγχρονους ζωγράφους, η μητρική μορφή αποτυπώθηκε ως σύμβολο προστασίας, θυσίας και αδιάρρηκτου δεσμού. Ανάμεσα στα πιο συγκινητικά έργα που αναδεικνύουν τη μητρότητα ξεχωρίζει ο πίνακας «Οι τρεις ηλικίες της Γυναίκας» του Αυστριακού ζωγράφου Γκούσταφ Κλιμτ, έργο που φιλοτεχνήθηκε το 1905.
Στον περίφημο αυτόν πίνακα, ο Κλιμτ δεν αποτυπώνει απλώς μια μητέρα με το παιδί της. Δημιουργεί μια ολόκληρη αλληγορία για τον κύκλο της ζωής. Στο κέντρο του έργου, η νεαρή μητέρα κρατά σφιχτά στην αγκαλιά της το κοιμισμένο βρέφος. Το παιδί ακουμπά πάνω στην καρδιά της, μέσα σε μια απόλυτη αίσθηση ασφάλειας. Τα χέρια της μητέρας περιβάλλουν το σώμα του παιδιού ακόμη και στον ύπνο, σαν μια ασπίδα απέναντι στον κόσμο.
Η σκηνή αυτή αποπνέει γαλήνη αλλά και μια υπόγεια συγκίνηση. Τα άνθη που στολίζουν τα μαλλιά της γυναίκας συμβολίζουν όχι μόνο τη νεότητα αλλά και την εσωτερική άνθιση που συνοδεύει τη μητρότητα. Η γυναίκα γίνεται δημιουργός ζωής, καταφύγιο και παρηγοριά ταυτόχρονα. Ο Κλιμτ, ωστόσο, δεν σταματά στην εικόνα της μητρικής ευτυχίας. Στην ίδια σύνθεση εισάγει και τη μορφή της γηραιάς γυναίκας, υπενθυμίζοντας τη φθορά του χρόνου. Η ζωή κινείται αδιάκοπα από τη γέννηση στη νεότητα και από εκεί στο γήρας. Κι όμως, μέσα σε αυτή τη διαδρομή, η μητρική αγάπη παραμένει αναλλοίωτη.
Ο λόγος της λογοτεχνίας έρχεται συχνά να συναντήσει αυτή τη ζωγραφική αλήθεια. Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης γράφει με συγκλονιστική τρυφερότητα: «Στην αγκαλιά σου τη γλυκειά, μανούλα μου, ν’ αράξω». Ο Οδυσσέας Ελύτης θα σημειώσει πως «κι ένα τέταρτο μητέρας αρκεί για δέκα ζωές». Και ο Γεώργιος Βιζυηνός υμνεί τη μητέρα που «όλη νύχτα κι όλη μέρα για το καλό μου προσπαθεί».
Οι στίχοι αυτοί δεν αποτελούν απλώς λογοτεχνικές αναφορές. Είναι ψηφίδες μιας συλλογικής εμπειρίας που ενώνει διαφορετικές εποχές και ανθρώπους. Διότι η μητέρα δεν είναι μόνο πρόσωπο· είναι μνήμη, άρωμα, φωνή και αφή.
Ο Γερμανός φιλόσοφος και ψυχαναλυτής Έριχ Φρομ είχε γράψει στην «Τέχνη της αγάπης» ότι η μητρική αγάπη είναι η πιο ανιδιοτελής μορφή αγάπης. Το πραγματικό της μεγαλείο, όπως υποστήριζε, δεν βρίσκεται μόνο στην αγάπη προς το νήπιο αλλά κυρίως στην αγάπη προς το παιδί που μεγαλώνει και απομακρύνεται από την αγκαλιά της.
Ίσως γι’ αυτό η λέξη «μαμά» παραμένει τόσο ισχυρή ακόμη και στην ενηλικίωση. Μέσα σε έναν κόσμο που αλλάζει διαρκώς, η μητρική παρουσία λειτουργεί σαν άγκυρα στα κύματα του χρόνου. Η αγκαλιά της γίνεται ο τόπος όπου ο άνθρωπος επιστρέφει νοερά όταν φοβάται, όταν πονά ή όταν αναζητά μια στιγμή γαλήνης.
Η τέχνη του Κλιμτ μάς θυμίζει τελικά κάτι βαθιά ανθρώπινο: πως η μητέρα δεν είναι μόνο η αρχή της ζωής, αλλά και η πιο ανθεκτική μνήμη της. Και όσο ο χρόνος, «γλύπτης των ανθρώπων παράφορος», μεταμορφώνει τα πρόσωπα και τις εποχές, η μυρωδιά της μητέρας και η δύναμη της αγκαλιάς της παραμένουν ανεξίτηλες μέσα μας.
Κων/νος Τζιαμπάσης

Δημοσίευση σχολίου