Η προσέγγιση του Ιμπραήμ και οι πρώτες συγκρούσεις
Το απόγευμα της 5ης Ιουνίου 1825 οι προφυλακές του Ιμπραήμ εμφανίστηκαν στις θέσεις Καρίτσα και Λοζά, κοντά στην Πολιανή. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, συνοδευόμενος από μικρή δύναμη αγωνιστών, κινήθηκε προς την περιοχή για να παρακολουθήσει τις κινήσεις του εχθρού. Όπως αναφέρει ο Φωτάκος, οι Έλληνες κατέλαβαν ισχυρή θέση και άνοιξαν πυρ κατά των Αιγυπτίων ιππέων, οι οποίοι αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Η ενέργεια αυτή απέτρεψε την αιχμαλωσία γυναικόπαιδων που είχαν καταφύγει στην περιοχή του Αγίου Νικήτα.
Οι δυνάμεις του Ιμπραήμ στρατοπέδευσαν στην Πολιανή, ενώ οι Έλληνες παρέμειναν στις θέσεις τους παρακολουθώντας τις κινήσεις του εχθρού. Τη νύχτα οι Αιγύπτιοι πυρπόλησαν σπίτια της Πολιανής, και οι φλόγες φώτιζαν ολόκληρη την περιοχή μέχρι το Άκοβο. Ο Μιχαήλ Οικονόμου περιγράφει χαρακτηριστικά ότι η περιοχή φωτιζόταν «ως εν ημέρα», ενώ οι Έλληνες αγωνιστές παρέμεναν άγρυπνοι περιμένοντας την εξέλιξη των γεγονότων.
Το τάμα του Σωτήρος και η προετοιμασία της άμυνας
Το πρωί της 6ης Ιουνίου οι δυνάμεις του Ιμπραήμ κινήθηκαν μέσω Χώκαιμας, Παρεκκλησίου, Ραβανέικων και Σουλήνας προς τη Δραμπάλα. Την ίδια ώρα οι κάτοικοι και οι αγωνιστές της περιοχής συγκεντρώθηκαν στην Αγία Σωτήρα. Σύμφωνα με τα απομνημονεύματα του Γεωργίου Γεωργαντά, τελέστηκε λειτουργία και στη συνέχεια ο Κολοκοτρώνης απηύθυνε συγκινητικό λόγο στους συγκεντρωμένους.
Ο Γέρος του Μοριά προειδοποίησε για τον μεγάλο κίνδυνο που πλησίαζε, εκφράζοντας όμως παράλληλα την πίστη του στη θεία βοήθεια. Οι παρευρισκόμενοι ορκίστηκαν ότι, αν κατάφερναν να αποκρούσουν τον Ιμπραήμ, θα ανήγειραν μεγαλύτερο ναό προς τιμήν του Σωτήρος Χριστού. Το γεγονός αυτό έμεινε στη μνήμη των κατοίκων ως «Το Τάμα του Σωτήρος».
Αμέσως μετά, οι άνδρες κατευθύνθηκαν στις προκαθορισμένες θέσεις τους. Στην τραπεζόραχη της Δραμπάλας άρχισαν να κατασκευάζουν πρόχειρα ταμπούρια από πέτρες, ενώ στην περιοχή της Αγίας Παρασκευής γονάτισαν και προσευχήθηκαν πριν ξεκινήσουν τις οχυρωματικές εργασίες.
Η οχύρωση της Δραμπάλας
Η επιλογή της Δραμπάλας δεν ήταν τυχαία. Το δύσβατο και βραχώδες έδαφος προσφερόταν για άμυνα απέναντι σε έναν πολυάριθμο και καλύτερα εξοπλισμένο αντίπαλο. Ο Αντώνης Κολοκοτρώνης, γνωρίζοντας άριστα την περιοχή, οδήγησε ελληνικές δυνάμεις σε καίριες θέσεις, ενώ η πρώτη γραμμή άμυνας οργανώθηκε στον Άγιο Θεράποντα και στη Νεραϊδόβρυση.
Καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας κατέφθαναν ενισχύσεις από διάφορες περιοχές της Πελοποννήσου. Ο Γενναίος Κολοκοτρώνης και ο Κανέλλος Δεληγιάννης έφθασαν με ισχυρές δυνάμεις και κατέλαβαν τις οχυρές θέσεις της Δραμπάλας. Η εμπροσθοφυλακή τους συγκρούστηκε άμεσα με τους Αιγυπτίους και, παρά τη μεγάλη αριθμητική υπεροχή των τελευταίων, κατόρθωσε να συγκρατήσει τις επιθέσεις τους επί δύο περίπου ώρες.
Η μεγάλη σύγκρουση
Οι δυνάμεις του Ιμπραήμ συγκεντρώθηκαν στο Μεσοβούνι, απέναντι από τη Δραμπάλα, όπου κατασκεύασαν οχυρώσεις και εγκατέστησαν το πυροβολικό τους. Σύμφωνα με τον Φωτάκο, τα τέσσερα ορεινά κανόνια τους βομβάρδιζαν αδιάκοπα τα ελληνικά ταμπούρια.
Οι περιγραφές των συγχρόνων αποδίδουν την ένταση της μάχης με δραματικούς τόνους. Ο Αθανάσιος Γρηγοριάδης αναφέρει ότι η γη έτρεμε από τη συνεχή εκπυρσοκρότηση των πυροβόλων και των όλμων, ενώ πυκνά νέφη καπνού σκέπαζαν το πεδίο της μάχης.
Παρά την έλλειψη τροφίμων, νερού και πολεμοφοδίων, οι Έλληνες αντιστάθηκαν σθεναρά. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η μαρτυρία του Φωτάκου, σύμφωνα με την οποία οι υπερασπιστές συναγωνίζονταν ποιος θα προλάβει να αρπάξει τα εχθρικά οβούζια πριν εκραγούν και να τα πετάξει έξω από τα οχυρώματα. Άλλοι τα σκέπαζαν με τις κάπες τους για να σβήσουν το φιτίλι. Ο μπουλουξής Ηλίας Καλότυχος φέρεται να εξουδετέρωσε περισσότερες από πενήντα οβίδες.
Το απόγευμα της πρώτης ημέρας έφθασαν νέες ενισχύσεις υπό τον Δημήτριο Πλαπούτα, τον Δημήτριο Τσιόκρη και άλλους Αρκάδες οπλαρχηγούς. Οι ελληνικές δυνάμεις εξαπέλυσαν γενική επίθεση και έφθασαν μέχρι τα εχθρικά οχυρώματα. Οι σημαιοφόροι των Αρκαδικών σωμάτων κάρφωσαν τις σημαίες τους στα οθωμανικά προμαχώνια, όμως δεν κατόρθωσαν να εκδιώξουν τον εχθρό από τις ισχυρά οχυρωμένες θέσεις του.
Η δεύτερη ημέρα και η οργανωμένη αποχώρηση
Στις 7 Ιουνίου η μάχη συνεχίστηκε με αμείωτη σφοδρότητα. Ο Κολοκοτρώνης επιχείρησε να πλήξει τα νώτα των Αιγυπτίων με συνδυασμένες κινήσεις, όμως η προσπάθεια δεν απέδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Ορισμένες ελληνικές δυνάμεις αποκρούστηκαν, ενώ το ιππικό του Ιμπραήμ κατόρθωσε να κινηθεί προς τον κάμπο του Λεονταρίου, καίγοντας χωριά και εγκαταστάσεις.
Οι Έλληνες βρέθηκαν σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση. Η έλλειψη νερού και πυρομαχικών γινόταν πλέον κρίσιμη, ενώ οι Αιγύπτιοι είχαν καταλάβει τις πηγές ανεφοδιασμού. Παρά ταύτα, η άμυνα δεν κατέρρευσε. Οι υπερασπιστές διατήρησαν τις θέσεις τους μέχρι τη νύχτα, προκαλώντας σημαντικές απώλειες στον αντίπαλο.
Αντιλαμβανόμενος ότι η συνέχιση της μάχης θα οδηγούσε σε άσκοπη φθορά, ο Κολοκοτρώνης αποφάσισε να διατάξει συντεταγμένη αποχώρηση. Χρησιμοποίησε μάλιστα ένα προκαθορισμένο σύστημα σημάτων με τρεις επαναλαμβανόμενες φωτιές, ώστε όλες οι ελληνικές δυνάμεις να αποσυρθούν ταυτόχρονα και με τάξη.
Πριν εγκαταλείψουν τα ταμπούρια τους, οι αγωνιστές μετέφεραν τους τραυματίες και έθαψαν τους νεκρούς συντρόφους τους. Ο παπα-Δημήτρης από τον Τετέμπεη διάβασε τα νεκρώσιμα πάνω από τους πρόχειρους τάφους τους. Κατόπιν οι Έλληνες αποχώρησαν μέσα στη νύχτα προς τον Τουρκολέκα και το Ίσαρι.
Η σημασία της μάχης
Παρότι η Μάχη της Δραμπάλας δεν κατέληξε σε ολοκληρωτική ελληνική νίκη, αποτέλεσε σημαντική στρατηγική επιτυχία. Οι περίπου 6.000 Έλληνες αγωνιστές κατόρθωσαν να ανακόψουν επί τρεις ημέρες την προέλαση μιας δύναμης που οι σύγχρονες πηγές υπολογίζουν σε περίπου 30.000 άνδρες. Σύμφωνα με τις ελληνικές μαρτυρίες, οι απώλειες των Αιγυπτίων ανήλθαν σε περίπου 800 νεκρούς και τραυματίες, ενώ οι ελληνικές σε περίπου 140.
Η μάχη απέδειξε ότι, παρά την ήττα στο Μανιάκι και την ισχύ του τακτικού στρατού του Ιμπραήμ, η ορεινή Πελοπόννησος μπορούσε ακόμη να αντισταθεί χάρη στην αποφασιστικότητα των αγωνιστών και στην ικανότητα του Κολοκοτρώνη να αξιοποιεί το έδαφος. Η Δραμπάλα αποτέλεσε έτσι μία από τις πρώτες ενδείξεις ότι η εκστρατεία του Ιμπραήμ δεν θα εξελισσόταν σε εύκολη κατάκτηση της Πελοποννήσου.
Στη συλλογική μνήμη των κατοίκων του Ακόβου, η μάχη έμεινε συνδεδεμένη όχι μόνο με τον ηρωισμό των υπερασπιστών αλλά και με το «Τάμα του Σωτήρος», μια συγκινητική έκφραση πίστης και ελπίδας μέσα στις πιο κρίσιμες στιγμές του Αγώνα.


Δημοσίευση σχολίου