Λόγια της Μοίρας




Ήλιε μου, πώς εβιάστηκες να πας να βασιλέψης,

ν' αφήσης το σπιτάκι σου κι' αλλού να πας να φέξης;

 Λόγια της Μοίρας

Άσματα θρηνητικά, εκφράζουν την οδύνη για τον θάνατο. Λόγια της μοίρας, στίχοι του πένθους, στιχουργήματα γυναικείας χειραφέτησης ήταν εκτός των άλλων τα Μοιρολόγια.

Θεσμός που δημιούργησε συλλογική μνήμη, μυθολογικός κώδικας από ύμνους για τελετουργικά που αφορούσαν το πλέον βαρύ γεγονός που μέτρο άλλο δεν έχει, τον θάνατο. Τραγούδια του Κάτω κόσμου, μετέφεραν τα δεινά της (μικρο)κοινωνίας, εκτός από την απώλεια, των οικονομικών στερήσεων, της πολιτικής καταπίεσης, των καταστροφών των πολέμων, της νοσταλγίας για τις χαμένες πατρίδες και την αναγκαστική μετανάστευση. Η φωνή του αδυνάτου φωνάζει και η γυναίκα οδύρεται πάνω στο σώμα του νεκρού, ωσάν Τρωάδα γυναίκα.

 

Η Μανιάτισσα μοιρολογήτρα εκφράζει την οδύνη της, θρηνεί τον σκοτωμένο νεκρό της: 

 

Α! κάλλιε μου κι’ αφέντη μου

αϊτέ μου και λεβέντη μου

αδικοσκοτωμένε μου

στο αίμα βουτηγμένε μου  

πλάτες μου σαν πατώματα  

πως θα σας φάν’ τα χώματα      

 

Θρήνος για τη νέα γυναίκα:   

 

Που πας διαμάντι να κρυφτείς, 

μάλαμα να σγουριάσεις         

και κόκκινο γαρούφαλο   

να κιτρινοφυλλιάσεις.   

 

Σε Μοιρολόγια του Άργους (όπως αναφέρει ο Οδ. Κουμαδωράκης στα «Δημοτικά τραγούδια του Άργους», εκδ. συλλόγου ΔΑΝΑΟΣ) διακρίνουμε τον πόνο και τον κατατρεγμό των ορφανών , το βαρύ πένθος της χήρας, την ανάγκη των ανθρώπων να επικοινωνήσουν με τους νεκρούς τους που βρίσκονται στα σκοτεινά κι αραχνιασμένα βασίλεια του χάροντα:

 

Ο χάρος αποφάσισε να φκιάσει περιβόλι

Παίρνει τις νιες για λεμονιές, τους νιους για κυπαρίσσια,

Παίρνει και τα μικρά παιδιά γαριφαλιές στις γλάστρες.

 

Η χαροκαμένη μάνα (συνεχίζει ο Οδ. Κουμαδωράκης), αναζητά απεγνωσμένα το γιό της , ο οποίος βρίσκεται στον κάτω κόσμο και βαριαναστενάζει, γιατί πόνεσε τη μανούλα του.

Σε Μοιρολόγια του Άργους βρίσκεται και το παρακάτω:

Ασπρίσανε τα μάτια μου κοιτάζοντας τις στράτες,

πασπάλιασεν η γλώσσα μου ρωτώντας τους διαβάτες.

Διαβάτες μου, στρατιώτες μου, καλοί μου στρατολάτες,

πέστε μου, πού’ν’η διάβα σας και που’ν’το πέρασμά σας;

Μην είδατε το γιόκα μου τον πολυαρρωστημένο;

-Εχτές προχτές τον είδαμε στου χάρου το σαράι.

Ο χάρος έτρωγε ψωμί κι εκείνος τον κερνούσε

Κι απ΄το πολύ το κέρασμα του’πεσε το ποτήρι.

Γυρίζει ο χάρος και του λέει, γλυκά τόνε ρωτάει.

«Τι έχεις παιδί μου , που βογκάς και βαριαναστενάζεις;

Μην πόνεσες τον τόπο σου , πόνεσες τους δικούς σου;

-Μήτε τον τόπο μου πονώ, μήτε τους ειδικούς μου,

πόνεσα τη μανούλα μου , την πολυπικραμένη».

 

Τα Μοιρολόγια είναι Μνημόσυνα προφορικά, άσματα ιαμβικού δεκαπεντασύλλαβου ή οκτασύλλαβου στίχου, στιχουργήματα που διέσωσαν μνήμες, χειραφέτησαν τη γυναίκα, διέσωσαν την παράδοση ως μορφή αναζήτησης της ταυτότητας, μακριά από τον φανταστικό εαυτό.

Οι μοιρολογίστρες γυναίκες, μαζί με τον θρήνο για την απώλεια του ανθρώπου τους, έκαναν δημόσια την συμφορά που τους έβρισκε, εκτόνωναν τον πόνο, έδιναν κοινωνική διάσταση σε ένα γεγονός που ξέφευγε από την οικογένεια γιατί δεν χωρούσε μέσα στο σπίτι. Μια σειρά από συναισθήματα και αγωνίες, κρυφούς καημούς και ερωτήσεις για τον άγνωστο Κάτω Κόσμο θίγονταν πάνω από το νεκρικό σώμα. Σαν κάλεσμα ακουγόταν, να απαντηθεί γύρευαν, πως θα διαχειριστούν τη δυστυχία που θα ακολουθούσε, όλα εκείνα που θα τους βρουν, θα υποστούν, ως συνέπεια του χαμού: την αναταραχή, την ορφάνια και τα μαύρα τσεμπέρια πως θα τα αντέξουν να τους καλύπτουν τα πρόσωπα οι γυναίκες!

 Κάποιος να μιλήσει με λόγια παρηγορητικά για τον μαρασμό που θα γεμίζει το σπίτι με μακριές σιωπές ήθελαν.

Ήλιε μου, πώς εβιάστηκες να πας να βασίλεψης,
ν' αφήσης το σπιτάκι σου κι' αλλού να πας να φέξης;


Στη Μάνη τραγουδούν για το χωριό, την τιμή και τον αξιακό κώδικα, το Γδικιωμό, τη βεντέτα που γεννά φονικά και διαιωνίζει το αίμα .

 Σπαθιά να βρέξεις ουρανέ, μαχαίρια να χιονίσεις,
κι εμένα απ’ τον αφέντη μου να μη με ξεχωρίσεις.

 Τα λόγια τους μαρτυρούν ένα ολόκληρο θεσμικό πλαίσιο και το Μοιρολόι γίνεται υπόγεια φωνή αντίστασης στο ανδρικό καθεστώς, ένα κατεστημένο πατριαρχίας και επιβολής που στηρίζονταν στο ιδιοκτησιακό καθεστώς και την περιουσία. Μιλούν και για την «ξενιτιά» της νύφης στο σπίτι του γαμπρού (το σόι του άντρα)

 Εδώ στο σπίτι που μ’ έδωσαν,

 πέτρα η καρδιά γεμίζει,

το ψωμί το τρώω με δάκρυα,

το νερό με το φαρμάκι.

Η πεθερά μου είναι γκρεμός κι ο πεθερός μου αντάρα,

κι ο άντρας μου ο αγαπητός, ξένος μες στο κρεβάτι.

Όλη τη μέρα στη δουλειά, τη νύχτα στο λυχνάρι,

κι αν πω μια λέξη παραπάνω, ο ουρανός χαλάει.

Μάνα μου, αν ήξερες τη μοίρα μου, θα ‘ρχόσουν να με πάρεις,

να με γλυτώσεις απ’ το ζυγό, απ’ το πικρό το σπίτι.

Μα τώρα η πόρτα έκλεισε και το κλειδί εχάθη,

κι έμεινα δούλα και σκλάβα εδώ, στα μαύρα μου τα πάθη.

 

Ο θρήνος συνοδευόταν από οργή και κοινωνική κριτική, γινόταν διαμαρτυρία στο δρόμο. Τα μοιρολόγια δίνουν το λόγο στα γυναικεία κλειστά στόματα (χωρίς πανό και διαδηλώσεις).

Από τα αρχαία χρόνια ακόμη, οι ζωντανοί αφηγούνται τα πάθη των νεκρών με λόγια όπως της Τρωαδίτισσας Ανδρομάχης, όταν στέκεται πάνω από το νεκρό σώμα του Έκτορα και θρηνεί όχι μόνο τον άντρα, αλλά και το μέλλον που χάνεται μαζί του.

 Άνδρα μου, νέος πέθανες, κι εμέν’ αφήνεις χήραν
στο σπίτι με το τρυφερό παιδί που εμείς οι δυο
οι άμοιροι εγεννήσαμεν· και δεν θα μεγαλώσει
οϊμένα, ότι γρήγορα τούτη θα πέσ’ η πόλις
τώρα που εσύ εχάθηκες   

Πρόλαβα κάποιες μοιρολογίστρες στο χωριό μου. Ακούω ακόμη εκείνη τη τσιρίδα να μου τρυπάει τα αυτιά μπαίνοντας στην καρδιά μου. Στο πένθος συμμετείχε όλο το χωριό, ήταν συλλογικός ο θρήνος. Να κάτι που χάνεται στις πόλεις: οι εκδηλώσεις πένθους. Κι αν κάτι δεν φανερώνεται εύκολα, είναι το δάκρυ, ως η μια ευθεία προσβολή στην ανθρώπινη ταπείνωση. Στις πόλεις οφείλεις να είσαι γενναίος ακόμη κι όταν ραγίζεις. Το πένθος μοιάζει να κατοικεί πελώρια μέσα κι έξω από τις προσόψεις των κτιρίων και ο άνθρωπος αν και μικρός, φαντάζει άτρωτος. Οι πόλεις συνήθισαν την μοναξιά ωσάν να είναι μικροί καθημερινοί θάνατοι.

 Ποια όμως η υπέρβαση του ανθρώπου στο θάνατο; Πως έρχεται η κάθαρση δίχως παρηγοριά;  

Δεν είναι κρίμα κι' άδικο, παραλογιά μεγάλη,
να στέκουν τα παλιόδεντρα και τα σαρακιασμένα,
να πέφτουνε τα νιόδεντρα με τάνθη φορτωμένα;
……………………………

Ήλιε μου, πώς εβιάστηκες να πας να βασίλεψης,
ν' αφήσης το σπιτάκι σου κι' αλλού να πας να φέξης;

Τα Μοιρολόγια ύφαιναν με τον τρόπο τους κομμάτια συλλογικής ταυτότητας, μνήμης, έναν τρόπο να θρηνούμε, όπως ο Καβάφης θρηνεί για τις χαμένες (ερωτικές) ευκαιρίες («Όσο μπορείς», «Απωλείπειν ο θεός Αντώνιο») ή τον θάνατο του αδελφού του (Στις 24 Γενάρη).

Δεν είναι ο χαμένος έρωτας ένα είδος πένθους; Δεν μοιάζει με τον θάνατο η απώλεια και η ευκαιρία που δεν ήρθε; Έχει στοιχεία συμβολικά για τον θάνατο ο ποιητής Κ. Καφάφης και την νοσταλγία που τόσο κοινή είναι με το μοιρολόι.

Το Σώμα που προσέλαβεν ο Θεός, κρύπτεται τώρα, ως φωτιστικός λύχνος, κάτω από την γην, ωσάν κάτω από τον κάδον που μετρούν τα σιτηρά και εκδιώκει το σκότος που βασιλεύει εις τον Άδη (εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής).

Στον αδελφό μου







Post a Comment

Νεότερη Παλαιότερη