"Όλοι μας, όσοι φύγαμε για την Αμερική, κουβαλούσαμε δυο εφιάλτες. Ο ένας ήταν μην τύχει και πεθάνουμε εκεί, ξένοι και ανεπιθύμητοι. Ο άλλος ήταν μήπως μας πιάσει το Ιμιγκρέσο και μας στείλει πίσω, για να πεθάνουμε πάλι ξένοι – αυτή τη φορά στην πατρίδα μας".
Σαν σήμερα, 2η Ιανουαρίου 1892, άνοιξε το Έλις Άιλαντ στη Νέα Υόρκη, η πύλη της Αμερικής. Η πρώτη που πάτησε το νησί ήταν μια δεκαπεντάχρονη Ιρλανδέζα, η Άνι Μουρ. Από τότε, ως το 1954, έφτασαν εκεί δώδεκα εκατομμύρια άνθρωποι. Ανάμεσά τους και πάνω από μισό εκατομμύριο Έλληνες.
Η δική μας Οδύσσεια ξεκινούσε από το λιμάνι του Πειραιά. Το ταξίδι κρατούσε είκοσι δυο μέρες. Στριμωγμένοι, άλλοι στο κατάστρωμα κι άλλοι στα έγκατα του καραβιού, προσπαθούσαν να σταθούν στα πόδια τους. Πολλοί έβλεπαν θάλασσα για πρώτη φορά και τους θέριζαν οι ναυτίες και οι αρρώστιες. Κι όταν επιτέλους έφταναν, δεν τελείωνε τίποτα, τους περίμενε η υπηρεσία αλλοδαπών και οι γιατροί. Όποιος δεν περνούσε τις εξετάσεις, γυρνούσε πίσω με το ίδιο καράβι.
Κι αυτοί που έμεναν, δεν έβρισκαν την Αμερική να τους περιμένει με ανοιχτές αγκάλες. Άκουγαν προσβολές, τους έλεγαν «λιγδιάρηδες», «βρωμοέλληνες». Σε μαγαζιά, πινακίδες έγραφαν «Αμιγώς Αμερικάνικο. Όχι ποντίκια. Όχι Έλληνες». Μας φόρτωναν ως και την εγκληματικότητα, λες και κουβαλούσαμε κάποιο αόρατο στίγμα.
Στον Νότο, η κατάσταση χειροτέρευε. Εκεί οι Έλληνες βρέθηκαν στο στόχαστρο ακροδεξιών οργανώσεων, όπως η Κου-Κλουξ-Κλαν. Οι νόμοι που ίσχυαν για τους μαύρους ίσχυαν και για μας, γιατί δεν μας θεωρούσαν «λευκούς». Εφημερίδες έγραφαν: «Λευκή γυναίκα εθεάθη με Έλληνα!», λες και ήταν σκάνδαλο.
Η δουλειά δύσκολη υπόθεση. Όσοι δε χωρούσαν στις μεγαλουπόλεις της Ανατολικής Ακτής, ξεγελιούνταν από πράκτορες και τραβούσαν προς τη Δύση. Δούλεψαν σε όλη την ενδοχώρα: έβαζαν ράγες στα λιβάδια, άνοιγαν δρόμους, έσκαβαν υπονόμους, καθάριζαν γη από αγριόχορτα. Μετακινούνταν κρυφά πάνω σε φορτηγά τρένα, με λίγα φασόλια και ξερό ψωμί για όλες τις μέρες.
Κι εκεί, ακόμη κι από Έλληνες διακινητές την πάθαιναν. Τους έβρισκαν δουλειές με άθλιους όρους, για λογαριασμό εταιριών που τους ήθελαν φτηνό και σιωπηλό εργατικό δυναμικό. Ζούσαν σε παράγκες χωρισμένοι κατά εθνικότητα, χωρίς ασφάλεια και χωρίς καμιά προστασία. Αν κάποιος σκοτωνόταν ή σακατευόταν, τον αντικαθιστούσαν σαν να μην υπήρξε ποτέ.
Στις δύσκολες χρονιές –όπως στο Κραχ του ’29– οι Έλληνες έγιναν ξανά οι εύκολοι στόχοι. Όπως όλοι οι μετανάστες. «Μας παίρνουν τις δουλειές», έλεγαν. Κι αυτό δεν συνέβη μόνο στην Αμερική, το ίδιο και χειρότερο έγινε αλλού.
Κι όμως, όσο κι αν πονά, αυτά δεν είναι ιστορίες μόνο της ξενιτιάς. Τα ίδια έζησαν και οι δικοί μας πρόσφυγες όταν ήρθαν από τη Μικρά Ασία στην Ελλάδα. Ένα εκατομμύριο άνθρωποι, πολλοί από αυτούς παιδιά. Και αντί να τους ανοίξουμε την αγκαλιά, τμήματα της κοινωνίας –με καθοδήγηση συντηρητικών και ακροδεξιών– τους έστησαν απέναντι. Τους φώναζαν «τουρκόσπορους», «γιαουρτοβαφτισμένους», όπως είχαν αποκαλέσει και παλιότερους Έλληνες των νέων χωρών.
Ο τύπος συχνά έριχνε λάδι στη φωτιά. Ακόμα και το «-ογλου» έγινε αστείο για όσους ήθελαν να γελοιοποιήσουν τον πόνο του άλλου. Και επειδή ο πόλεμος είχε αφήσει χιλιάδες χήρες, η ρατσιστική προπαγάνδα έβρισκε αφορμή να μιλά για «ελαφρά ήθη».
Το σύστημα ήξερε τι έκανε: όσο πιο πολύ διαιρούσε ανθρώπους και πρόσφυγες, τόσο πιο εύκολα τους εκμεταλλευόταν όλους.

Δημοσίευση σχολίου