Η φιλοσοφία του χρόνου και η Πρωτοχρονιά



Ίσως ο χρόνος να μην είναι τόσο άχρηστος όσο συχνά πιστεύουμε. Μπορεί να μην αποκαλύπτει την ουσία της ζωής, όμως λειτουργεί σαν πλαίσιο που μας επιτρέπει να αντέχουμε την απουσία της. Ένα νοητικό περίγραμμα μέσα στο οποίο τοποθετούμε τις εμπειρίες μας, ακόμη κι αν αυτές ξεφεύγουν από τις γραμμές του.

Κάθε Πρωτοχρονιά μοιάζει με μια επαναλαμβανόμενη τελετουργία όπου «αναγκάζουμε» τον χρόνο να υπακούσει σε ημερολόγια, αριθμούς, αντίστροφα μετρήματα. Μιλάμε για «παλιό χρόνο» που φεύγει και «νέο» που έρχεται, σαν να αλλάζουν βάρδια φύλακες της πραγματικότητας. Κι όμως, βαθιά μέσα μας, γνωρίζουμε ότι αυτή η βεβαιότητα είναι μια επιμελημένη σύμβαση.

Ο Fernando Pessoa, στο Βιβλίο της Ανησυχίας, δεν αμφισβητεί μόνο τον χρόνο, αμφισβητεί και το δικαίωμα μας να τον περιγράφουμε με τόση άνεση. Ο «χρόνος του ρολογιού» είναι ψευδής, γιατί μετρά τον χρόνο με το χώρο. Ο «χρόνος των συγκινήσεων» είναι επίσης ψευδής, γιατί μετρά τη διάθεση μας απέναντί του. Ακόμη και ο «χρόνος των ονείρων», όσο αληθινός κι αν μοιάζει, διαφεύγει. Έτσι γεννιέται η υποψία ότι ο χρόνος δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια κορνίζα, ένα τεχνούργημα που προσπαθεί να συγκρατήσει κάτι ξένο προς αυτό.

Memento mori: Η υπενθύμιση που διασχίζει τους αιώνες

Ίσως η σύγχυση μας γύρω από τον χρόνο να οφείλεται και στο γεγονός ότι δεν θέλουμε να κοιτάξουμε το αναπόφευκτο: τη θνητότητα. Μεταξύ των παλαιότερων memento mori — εκείνων των παραστάσεων που υπενθυμίζουν ότι κάθε άνθρωπος πρέπει κάποτε να πεθάνει  ξεχωρίζει ένα περίφημο ψηφιδωτό από την Πομπηία, σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Νάπολης.

Το μωσαϊκό, μέσα από την υποδειγματική διατήρησή του επί δύο χιλιετίες, παρουσιάζει μια σύνθεση που θα επηρεάσει τη μεσαιωνική και μπαρόκ εικονογραφία των «ματαιοδοξιών». Στο κεντρικό σημείο δεσπόζει ένα κρανίο: ο θάνατος. Πάνω από αυτό, ένας τροχός — σύμβολο της τύχης — ο οποίος περιστρέφεται όσο ο άνθρωπος είναι ζωντανός, κατευθύνοντας την ύπαρξη άλλοτε προς τον πλούτο (το περίτεχνο παλτό αριστερά) και άλλοτε προς τη φτώχεια (η ταπεινή στολή δεξιά). Ο τροχός σταματά όταν έρχεται ο θάνατος, τότε τίποτα δεν έχει αξία. Ο πλούτος και η φτώχεια χάνουν το νόημά τους. Όλα ισοπεδώνονται κάτω από το βλέμμα της θνητότητας.

Το ψηφιδωτό προέρχεται από το ρωμαϊκό τρικλίνιο μιας οικίας της Πομπηίας, όπου οι άνθρωποι έτρωγαν, γλεντούσαν και συζητούσαν. Η παρουσία του ήταν μια σιωπηλή, αλλά καθημερινή υπενθύμιση προς τον οικοδεσπότη και τους καλεσμένους: να παραμείνουν ταπεινοί, να θυμούνται ότι είναι θνητοί, και να μην αφήνουν την τύχη να τους αποπλανήσει.

Το αρχαίο αυτό memento mori λειτουργεί σαν γέφυρα που ενώνει εποχές και πολιτισμούς: μάς θυμίζει πως ο χρόνος δεν είναι απλώς μέτρηση, είναι η σκιά της φθοράς που κινείται μαζί μας.

Ο χρόνος ως στρώμα, όχι ως γραμμή

Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε η Πρωτοχρονιά δεν είναι μια πραγματική αρχή αλλά μια συλλογική ψευδαίσθηση συνέχειας. Τα σώματα φθείρονται, η μνήμη μπερδεύει τις χρονολογίες, και η συνείδηση παραμένει στρωματοποιημένη, σαν γεωλογική τομή της ψυχής.

Ο χρόνος δεν κυλά, συσσωρεύεται. Μέρες που κουβαλούν δεκαετίες, χρόνια διάφανα. Στιγμές ατελείωτες που παγιδεύουν μια ολόκληρη ζωή και άλλες που εξατμίζονται πριν προλάβουν να υπάρξουν.

Λέμε «δεν έχω χρόνο», ενώ έχουμε μόνο χρόνο. Δεν μας λείπει, μας βαραίνει. Όπως στην ταχυδακτυλουργία του Pessoa, ξέρουμε ότι κάτι μας ξεγελά, αλλά αγνοούμε τον μηχανισμό.

Η ψευδαίσθηση της νέας αρχής

Και όμως, αυτή η τεχνητή «αλλαγή του χρόνου» μάς προσφέρει κάτι: τη δυνατότητα μιας νοητής αρχής. Μας αφήνει να ξαναυποσχεθούμε, να διορθώσουμε, να επανεφεύρουμε τον εαυτό μας. Ακόμη κι αν είναι ψευδαίσθηση, ίσως είναι απαραίτητη.

Ο χρόνος, ως κορνίζα, δεν μετρά την ουσία, αλλά μας αφήνει να αντέχουμε την απουσία της. Η Πρωτοχρονιά δεν είναι στιγμή αλλαγής, αλλά στιγμή επίγνωσης. Μια στιγμιαία παύση όπου κοιτάμε κατάματα το μεγάλο αίνιγμα: τη θνητότητα, την τύχη, τη μνήμη, τη σύντομη λάμψη της ύπαρξης. Δεν χρειάζεται να ευχηθούμε «καλύτερο χρόνο». Ο χρόνος δεν αλλάζει. Εμείς αλλάζουμε τον τρόπο που τον καταννοούμε.

Μια ευχή που αξίζει

Αν κάτι αξίζει να ευχηθούμε είναι να ζήσουμε με περισσότερη προσοχή και λιγότερη αγωνία μέτρησης. Να ακούμε τον χρόνο όχι ως αριθμό, αλλά ως σιωπηλό συνοδοιπόρο. Ανεξιχνίαστο, άδικο, αλλά παρόν.

Και ίσως τότε, έστω και για μια στιγμή, η κορνίζα θα χαθεί και θα δούμε καθαρά το αίνιγμα που τόσα χρόνια προσπαθεί να μας πλαισιώσει.


Χρόνια Πολλά. Καλή Χρονιά

Κων/νος Τζιαμπάσης.

Post a Comment

Νεότερη Παλαιότερη