Την Τρίτη 22 Αυγούστου 1911, ο Louis Béroud έφτασε στο
Μουσείο του Λούβρου προκειμένου να συνεχίσει το ημιτελές έργο του. Ζωγράφος,
μαθητής του Bonnard, ο Béroud ανήκε στην κατηγορία εκείνη των καλλιτεχνών οι
οποίοι, εφοδιασμένοι με ειδική άδεια από τη διεύθυνση του Μουσείου, είχαν τη
δυνατότητα να ζωγραφίζουν μέσα στους χώρους του. Μάλιστα, η είσοδός τους
επιτρεπόταν από τις 8.30′ π.μ., μία ώρα δηλαδή προτού ανοίξουν οι πύλες για
τους επισκέπτες. Με την ευκαιρία της πρόσφατης τοποθέτησης υαλοπίνακα για λόγους
ασφαλείας σε μεγάλο αριθμό εκθεμάτων, ο Béroud απαθανάτιζε ζωγραφικά την
αντανάκλαση μιας γυναικείας μορφής επάνω στο τζάμι που προστάτευε τον θρυλικό
πίνακα της Gioconda, ενός από τα καυχήματα του Λούβρου.
Φτάνοντας στο λεγόμενο Τετράγωνο Σαλόνι του πρώτου ορόφου και στήνοντας το καβαλέτο του, διαπίστωσε ότι το αριστούργημα του Leonardo da Vinci απουσίαζε από τη θέση του. Απορημένος, απευθύνθηκε σε έναν παρακείμενο φύλακα, ο οποίος δεν έδειξε να ανησυχεί. “Θα το έχουν πάρει οι φωτογράφοι στον ειδικά διαρυθμισμένο γι’ αυτούς χώρο”, απάντησε. Πράγματι, στο πλαίσιο μιας αναβαθμισμένης επικοινωνιακής πολιτικής του Μουσείου, πολλά έργα αποκαθηλώνονταν και μεταφέρονταν για λίγο στο φωτογραφικό εργαστήρι προτού αναρτηθούν εκ νέου στη θέση τους. Επρόκειτο για μια συχνή πρακτική, με την οποίαν οι πάντες ήταν εξοικειωμένοι.
Το Τετράγωνο Σαλόνι του Λούβρου, το οποίο το 1911
φιλοξενούσε τη Gioconda.
Καθώς όμως ο χρόνος κυλούσε και ο πίνακας παρέμενε άφαντος,
ο συγκεκριμένος φύλακας μετέβη στο φωτογραφικό εργαστήρι για να εισπράξει την
απάντηση ότι ουδέποτε η Gioconda είχε μεταφερθεί εκεί. Όπως ήταν επόμενο,
σήμανε γενικός συναγερμός1.
Η αδιέξοδη πορεία των ερευνών
Της όλης υπόθεσης επιλήφθηκε προσωπικά ο αστυνομικός
διευθυντής του Παρισιού, Louis Lépine, θεωρούμενος επάξια ως ο καλύτερος του
είδους σε παγκόσμια κλίμακα την εποχή εκείνη. Μόλις η είδηση έγινε γνωστή, το
Λούβρο κατακλύστηκε, ούτε λίγο ούτε πολύ, από εξήντα (!) επιθεωρητές της
αστυνομίας, οι οποίοι ανέκριναν εξονυχιστικά ολόκληρο το προσωπικό και όσους
είχαν κάποια έμμεση εργασιακή σχέση με το Μουσείο στο τελευταίο χρονικό
διάστημα. Καθώς μάλιστα βρέθηκαν δακτυλικά αποτυπώματα επάνω στον υαλοπίνακα και
στην κορνίζα, άπαντες, μηδενός εξαιρουμένου, έδωσαν με χαρακτηριστική προθυμία
τα δικά τους. Ταυτόχρονα, οι αστυνομικές αρχές επιδώθηκαν σε μια προσπάθεια
ταυτοποίησης με υπόπτους και πρόσωπα, τα οποία δρούσαν εκτός Μουσείου. Οι
τεράστιος αριθμός και η πρωτόγνωρη, ακόμα, έρευνα με γνώμονα τη συγκεκριμένη
μέθοδο δεν οδήγησαν τα πράγματα σε κάποιο χειροπιαστό αποτέλεσμα3.
Αριστερά: Louis Lépine, αστυνομικός διευθυντής του Παρισιού. Δεξιά: Théophile Homolle, διευθυντής του Μουσείου του Λούβρου.
Μεγάλη συμμετοχή στην όλη δημοσιοποίηση του συμβάντος
διαδραμάτισε και ο Τύπος. Δεν ευαισθητοποίησε μόνο το αναγνωστικό κοινό σε
παγκόσμια κλίμακα. Το δίχασε σε αυστηρούς επικριτές του εγκλήματος και σε
εκείνους που απολάμβαναν και διασκέδαζαν με το θράσος των δραστών και τη
στασιμότητα των ερευνών. Από τις στήλες των εφημερίδων ξεπηδούσαν διάφορες
θεωρίες συνωμοσίας με κυρίαρχη εκείνη που απέδιδε την ηθική αυτουργία (εάν όχι
και την ίδια τη διενέργεια της κλοπής) στους Γερμανούς. Το καλοκαίρι του 1911 οι
διμερείς γαλλο-γερμανικές σχέσεις βρίσκονταν, είναι αλήθεια, στα πρόθυρα της
ρήξης εξαιτίας της κρίσης του Μαρόκου. Ταυτόχρονα με την εξαφάνιση της Gioconda
διεξάγονταν απεγνωσμένες διαπραγματεύσεις για τη διατήρηση της ειρήνης και την
αποφυγή διολίσθησης σε έναν γενικευμένο ευρωπαϊκό πόλεμο. Υπό αυτές τις
συνθήκες, πάθη και εξάψεις ήταν ικανά να οδηγήσουν στις πιο ακραίες εκδοχές:
αφαιρώντας τον πίνακα του da Vinci από το Λούβρο, η Γερμανία επιχειρούσε να
πλήξει και να ταπεινώσει τη Γαλλία σε μια στιγμή λεπτών ισορροπιών και
εύθραυστων συσχετισμών στο διεθνές στερέωμα4.
Ο ρόλος του Τύπου δεν περιορίστηκε στην ειδησεογραφία.
Πολλές υπήρξαν οι εφημερίδες εκείνες, οι οποίες υπόσχονταν γενναιόδωρες αμοιβές
σε όσους προσκόμιζαν αξιόπιστες πληροφορίες, εγγυώμενες ταυτόχρονα την ανωνυμία
και το ακαταδίωκτο. Τα πάντα, βέβαια, στον βωμό της αύξησης της κυκλοφορίας.
Εμπνευσμένος από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, ο Βέλγος κλεπτομανής και
τυχοδιώκτης Géry Pieret ομολόγησε στην εφημερίδα Paris-Journal έναντι αδρής
αμοιβής ότι το 1907 είχε αφαιρέσει από το Μουσείο του Λούβρου ορισμένα ιβηρικά
αγαλματίδια, τα οποία και πούλησε αμέσως. Έχοντας ανάγκη για χρήματα, επανέλαβε
το παράπτωμα το 1911, αποσπώντας εκ νέου από το Λούβρο διάφορα
μικροαντικείμενα, τα οποία παρέδωσε αυτοπροσώπως στην εφημερίδα προτού σπεύσει
να εξαφανιστεί από προσώπου γης.
Η αλήθεια είναι πως με τη στάση, την οποία είχαν υιοθετήσει, ενίσχυσαν τις σε βάρος τους υποψίες. Επί χρόνια ολόκληρα επαίρονταν με εμφανή αλαζονεία πως διατηρούσαν στη διάθεσή τους προϊόντα κλοπής. Θορυβημένοι όμως από την ψύχωση και την υστερία που διαδέχθηκαν την εξαφάνιση της Gioconda, επιχείρησαν να απαλλαγούν από τα κλοπιμαία πετώντας τα στον Σηκουάνα. Τελευταία στιγμή δίστασαν, παραδίδοντάς τα σε έναν γνωστό τους εκδότη εφημερίδας. Το αποτέλεσμα ήταν να συλληφθούν και κρατηθούν προληπτικά με την κατηγορία της συμμετοχής σε κλοπή, δίχως να προσδιορίζεται εάν η εν λόγω κλοπή αφορούσε τα ιβηρικά αγαλματίδια (το πιθανότερο) ή την ίδια την Gioconda (ο ευσεβής πόθος των αστυνομικών αρχών). Ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων, ο Picasso αφέθηκε ελεύθερος αυθημερόν. Ο Apollinaire μεταφέρθηκε στις φυλακές Santé όπου κρατήθηκε επί πέντε ημέρες. Ο ανακριτής Joseph Drioux, επιφορτισμένος με τη διερεύνηση της κλοπής της Gioconda, διέταξε τελικά την αποφυλάκισή του. Eν κατακλείδι, ο ποιητής πληγώθηκε ανεπανόρθωτα από τη δυσάρεστη αυτή εμπειρία. Η φήμη του αμαυρώθηκε, απώλεσε πολλούς φίλους με διασυνδέσεις, τέλος, τον εγκατέλειψε για τον ίδιο λόγο ο μεγάλος του έρωτας, η Marie Laurencin, την οποία τού είχε παλαιότερα συστήσει ο Picasso. Ο Guillaume Apollinaire υπήρξε, πέραν πάσης αμφιβολίας, η μεγαλύτερη παράπλευρη απώλεια της υπόθεσης της αρπαγής της Gioconda5.
Αριστερά: ο Pablo Picasso σε φωτογραφία του 1908. Δεξιά: ο
Guillaume Apollinaire εξέρχεται από το γραφείο του ανακριτή Drioux. Το καπέλο
κρύβει σκόπιμα τις χειροπέδες.
Οι εμμονές των υπευθύνων, η αναποτελεσματικότητα των ερευνών
και η επικριτική στάση της κοινής γνώμης είχαν οδηγήσει τις αρχές σε
λανθασμένες εκτιμήσεις. Από τα διαθέσιμα μέχρι τότε στοιχεία υπήρχαν μαρτυρίες,
σύμφωνα με τις οποίες ο πίνακας του da Vinci βρισκόταν κανονικά στη θέση του τη
Δευτέρα 21 Αυγούστου στις 7.00 π.μ. (τις Δευτέρες το Μουσείο ήταν κλειστό για
το κοινό). Σύμφωνα με τις ίδιες μαρτυρίες, δύο ώρες αργότερα έλειπε από τη θέση
του. Επομένως η κλοπή είχε διαπραχθεί μέσα σε εκείνο το δίωρο, δηλαδή 24
ολόκληρες ώρες προτού σημάνει γενικός συναγερμός. Στο σημείο αυτό πρέπει να
επισημανθεί εκ νέου πως η προσωρινή αφαίρεση έργων τέχνης από τη θέση τους για
φωτογραφική αναπαραγωγή και για λόγους συντήρησης αποτελούσε κοινή πρακτική την
εποχή εκείνη. Συνεπώς ή ύπαρξη κενών θέσεων στους τοίχους δεν προβλημάτιζε
κανέναν. Επιπροσθέτως, οι πίνακες ήταν αναρτημένοι σε κοντινή απόσταση ο ένας
από τον άλλον, με αποτέλεσμα μια απουσία να μη γίνεται αμέσως αντιληπτή.
Ειδικότερα δε όσον αφορά τη Gioconda, η οποία ναι μεν ήταν δημοφιλής όχι όμως
στον βαθμό που είναι σήμερα, την εντόπιζε κανείς καταχωνιασμένη ανάμεσα σε άλλα
αριστουργήματα της ιταλικής Αναγέννησης. Δεδομένων και των μικρών, συγκριτικά,
διαστάσεων του πίνακα (77 X 53 εκ.), ήταν πολύ πιθανό με μια φευγαλέα ματιά η
απουσία να μη γινόταν άμεσα αντιληπτή.
Ο κενός χώρος στον τοίχο, έπειτα από την κλοπή. Είναι εμφανής η διαφορά των διαστάσεων σε σχέση με τους γειτονικούς πίνακες (Πηγή: Archivio di Stato di Firenze, Tribunale di Firenze, fascicoli penali, n. 64/1914, c 191c).
Μια δεύτερη διαπίστωση έχει να κάνει με την όλη φιλοσοφία
των ερευνών. Όπως ήταν φυσικό, οι διωκτικές αρχές κινήθηκαν με βάση τη λογική.
Με αυτό το σκεπτικό σκιαγράφησαν το προφίλ του δράστη. Ήταν εμφανές πως ο
τελευταίος διατηρούσε άμεση σχέση με το Μουσείο. Διέθετε πρόσβαση σε αυτό τη
μοναδική μέρα της εβδομάδας που οι πόρτες ήταν κλειστές για τους επισκέπτες και
γνώριζε πολύ καλά τους χώρους έχοντας επιλέξει ένα δρομολόγιο ασφαλούς
διαφυγής6. Απόδειξη ήταν η εύρεση της κορνίζας και του υαλοπίνακα σε ένα κλιμακοστάσιο
υπηρεσίας, το οποίο οδηγούσε σε μια δευτερέουσα έξοδο, πλημμελώς φρουρούμενη.
Τέλος, ο τρόπος με τον οποίον ο πίνακας αποκαθηλώθηκε μέσα σε ελάχιστο χρονικό
διάστημα καθώς και η ευκολία, με την οποία το τελάρο αποκολλήθηκε από την
κορνίζα, άφηναν να εννοηθεί πως ο δράστης διέθετε τις στοιχειώδεις, έστω,
τεχνικές γνώσεις. Συνεπώς, η λογική όριζε ότι επρόκειτο για κάποιον μόνιμο ή
έκτακτο εργαζόμενο του Μουσείου. Εάν ο προβληματισμός είχε εστιάσει επάνω στον
στενότερο κύκλο του υπαλληλικού προσωπικού, τότε πιθανότατα ο γρίφος θα είχε
λυθεί και μάλιστα σχετικά εύκολα και γρήγορα. Όπως θα αναφερθεί παρακάτω, σε
μία από τις έρευνες στις οικίες των εργαζομένων, οι διωκτικές αρχές βρέθηκαν
ελάχιστα εκατοστά μακριά από τον κλαπέντα πίνακα δίχως να έχουν αντιληφθεί το
παραμικρό!
Το μεγάλο ατόπημα του αστυνομικού διευθυντή Lépine και των πέριξ αυτόν συνεργατών συνίσταται στο ότι επιχείρησαν ευθύς εξαρχής να εντοπίσουν τον ηθικό αυτουργό, τον εγκέφαλο της ληστείας, πεπεισμένοι πως επρόκειτο είτε για κάποιον μεγαλέμπορο έργων τέχνης είτε για κάποιον εύπορο μανιακό, ο οποίος επιθυμούσε διακαώς να έχει υπό την κατοχή του τον πίνακα απολαμβάνοντάς τον μόνος αυτός, ενδεχομένως δε και αγγίζοντάς τον. Αρκετά ονόματα γνωστών μεγαλεμπόρων, τραπεζιτών και επενδυτών από τις ΗΠΑ (J. P. Morgan) και την Αργεντινή διέρρευσαν στον Τύπο δίχως, φυσικά, να αποδειχθεί η παραμικρή εμπλοκή τους στην όλη υπόθεση. Αποτέλεσμα ήταν να διευρυνθεί εντυπωσιακά ο κατάλογος των υπόπτων και οι έρευνες να πελαγώσουν.
Τέλος, μια απρόσμενη, θετική ωστόσο τη φορά αυτή, συνέπεια της κλοπής ήταν η επικοινωνιακή διάσταση, την οποία αυτόματα προσέλαβε το αριστούργημα του da Vinci. Μέχρι το 1911, η Gioconda ήταν μεν δημοφιλής, όχι όμως στον βαθμό που είναι στις μέρες μας. Οι θαυμαστές της περιορίζονταν στον χώρο της τέχνης και της υψηλής διανόησης. Έτσι εξηγείται και ο τρόπος, με τον οποίον ο πίνακας εκτίθετο στο τετράγωνο σαλόνι, πρώτος μεταξύ ίσων. Η αρπαγή του από το Λούβρο και οι διαστάσεις που προσέλαβε το όλο γεγονός μέσα από τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων τον κατέστησαν γνωστό και δημοφιλή ανά τον κόσμο. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι το πλήθος, το οποίο συνέρεε καθημερινά μπροστά από τον κενό τοίχο, ήταν απείρως μεγαλύτερο από εκείνο που θαύμαζε το έργο ενόσω το τελευταίο ήταν τοποθετημένο κανονικά στη θέση του7.
Με την πάροδο του χρόνου και εξαιτίας της αδιέξοδης πορείας των ερενών, η υπόθεση ατόνησε. Μέσα στο 1912, το ναυάγιο του Τιτανικού μονοπώλησε το ενδιαφέρον του Τύπου και της κοινής γνώμης, με αποτέλεσμα η αρπαγή της Gioconda να καταχωριστεί σχεδόν στο αρχείο ως μη διελευκανθείσα.
Το απίστευτο χρονικό της ανάκτησης του πίνακα
Ο Alfredo Geri ήταν ένας ευυπόληπτος ιδιοκτήτης γκαλερί και
συλλέκτης, γνωστός στους κύκλους του και με σημαντικές διασυνδέσεις στην πόλη
της Φλωρεντίας όπου κατοικοέδρευε. Με την προοπτική της οργάνωσης κάποιας
έκθεσης, δημοσίευσε στον Τύπο αγγελία με την επισήμανση πως ήταν διατεθειμένος
να αγοράσει σε συμφέρουσα τιμή έργα τέχνης κάθε είδους και μορφής. Όπως ήταν
αναμενόμενο, η ανταπόκριση στην έκκλησή του υπήρξε μεγάλη, με αποτέλεσμα η
αλληλογραφία του να εμπλουτιστεί με προτάσεις προερχόμενες από ενδιαφερόμενους
πωλητές. Μια φθινοπωρινή ημέρα του 1913, ο Geri βρήκε στο γραμματοκιβώτιό του
μια επιστολή με ημερομηνία 24 Νοεμβρίου. Ως διεύθυνση αποστολής είχε τον αριθμό
μιας ταχυδρομικής θυρίδας του Παρισιού. Γραμμένη στα ιταλικά, έφερε την
υπογραφή “Leonardo V”. Ο συντάκτης προσφερόταν ούτε λίγο ούτε πολύ να τού
πουλήσει τη Gioconda με έκπτωση, μάλιστα, 25% έναντι άλλων, υποτιθέμενων,
αγοραστών: «Το έργο του Leonardo da Vinci βρίσκεται στην κατοχή μου. Από τη
στιγμή που ο καλλιτέχνης είναι Ιταλός, πιστεύω πως η Ιταλία είναι εκείνη που
οφείλει να το αποκτήσει. Το όνειρό μου είναι να επιστρέψω τον πίνακα εκεί όπου
ανήκει, στον τόπο, ο οποίος τον ενέπνευσε», κατέληγε ο αυτοαποκαλούμενος
Leonardo V8.
Η πρώτη, ενστικτώδης, αντίδραση του Geri ήταν πως επρόκειτο για κακόγουστη φάρσα. Δεν ήταν άλλωστε η πρώτη φορά που λάμβανε επιστολές ανάλογου ύφους, τις οποίες, όπως ήταν επόμενο, αγνοούσε στη συνέχεια. Το ίδιο ακριβώς ήταν διατεθειμένος να πράξει και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Προτού, ωστόσο, καταστρέψει την επιστολή, έκρινε σκόπιμο να ενημερώσει τον Giovanni Poggi, προσωπικό του φίλο και διευθυντή της περίφημης Galleria degli Uffizi, του σημαντικότερου δηλαδή μουσείου της πόλης, εξειδικευμένου σε έργα τέχνης της ιταλικής Αναγέννησης. Εκείνος ήταν εκ των πραγμάτων ο καθ΄ ύλην αρμόδιος προκειμένου να αξιολογήσει την όλη κατάσταση. Έχοντας προηγουμένως διαβάσει με τη δέουσα προσοχή την επιστολή, ο Poggi συνέστησε στον φίλο του να διατηρήσει την επαφή με τον αποστολέα, επιδιώκοντας συνάντηση μαζί του. Υπακούοντας τη συμβουλή, ο Geri απάντησε στις 29 Νοεμβρίου στον μυστηριώδη Leonardo V. καλώντας τον στη Φλωρεντία μαζί με τον πίνακα, διατηρώντας πάντως σοβαρές επιφυλλάξεις ως προς την αξιοπιστία της όλης υπόθεσης9. Η απάντηση (τηλεγραφική τη φορά αυτή) από το Παρίσι υπήρξε άμεση και καταφατική10.
Η πρώτη και η τελευταία σελίδα της επιστολής της 24/11/1913
προς τον Geri, με την υπογραφή “Leonardo V.” (Πηγή: Archivio
di Stato di Firenze, Tribunale di Firenze,fascicoli penali, n. 64/1914, c.
15r).
Στις 10 Δεκεμβρίου 1913 νωρίς το απόγευμα, ένας μικρόσωμος
Ιταλός έκανε την εμφάνισή του στην γκαλερί του Geri στον αρ. 12 της Via
Borgognissanti, λέγοντας ότι ονομάζεται Leonardo Vincenzo και πως είχε φέρει
μαζί του από το Παρίσι τη Gioconda. Επανέλαβε προφορικά το επιχείρημα που είχε
αναπτύξει στην επιστολή του, ότι δηλαδή ο πίνακας έπρεπε να επιστρέψει στην
πατρίδα του και να εκτίθεται μόνιμα στη Galleria degli Uffizi, σε περίοπτη
μάλιστα θέση. Αν και αιφνιδιασμένος καθότι δεν πολυπίστευε στη διενέργεια της
επίσκεψης, ο Geri διατήρησε την ψυχραιμία του ζητώντας να δει τον πίνακα
επειδή, όπως είπε, όφειλε να αποτελέσει αντικείμενο πραγματογνωμοσύνης.
Έκπληκτος, άκουσε τον συνομιλητή του να συμφωνεί με χαρακτηριστική ευκολία,
λέγοντας πως η Gioconda ήταν αυθεντική και βρισκόταν ασφαλής στο δωμάτιο του
ξενοδοχείου όπου διέμενε. Αποδέχθηκε την πρόταση να αναλάβει προσωπικά ο Poggi
τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης. Ακολούθως έθίγη το καίριο ζήτημα του
ύψους της αμοιβής. Σύμφωνα πάντοτε με τη μαρτυρία του Geri, ο Leonardo Vincenzo
το προσδιόρισε σε 500.000 ιταλικές λίρες (το αντίστοιχο των 2.588.574,78
σημερινών ευρώ), ποσό αρκετά ευκαταφρόνητο για την εποχή εκείνη. Η συνάντηση
κανονίστηκε για την επομένη το απόγευμα11.
Στις 19.30 μ.μ. της 11ης Δεκεμβρίου, οι Geri και Poggi μετέβησαν στο Albergo Tripoli-Italia (σήμερα λειτουργεί ως Albergo della Gioconda) της Via Panzani. Στο δωμάτιο αρ. 20 ανέμενε στωικά ο Leonardo Vincenzo. Ζήτησαν αμέσως να δουν τον πίνακα. Ο συνομιλητής τους άνοιξε ένα άσπρο σεντούκι με διπλό πάτο. Αφού αφαίρεσε ορισμένα χρησιμοποιημένα ρούχα και ένα ζευγάρι παλιά υποδήματα, άνοιξε το κάτω μέρος, οπότε και αποκαλύφθηκε η Μόνα Λίζα με όλη της τη μεγαλοπρέπεια, τοποθετημένη εκεί μέσα με μεγάλη προσοχή και φροντίδα. «Με το που είδαμε τον πίνακα, δημιουργήθηκε μέσα μας η αίσθηση ότι επρόκειτο πράγματι για το αριστούργημα του Leonardo da Vinci», περιέγραψε αργότερα ο Geri. «Το χαμόγελο της Gioconda ξαναζωντάνευε στη Φλωρεντία. Το κοιτάζαμε έκθαμβοι και κατασυγκινημένοι. Την ίδια στιγμή, ο Leonardo V. μας παρακολουθούσε με ένα συγκαταβατικό χαμόγελο λες και είχε ζωγραφίσει εκείνος τον πίνακα! Προκειμένου δε να άρει πάσα αμφιβολία, έδειξε την πίσω πλευρά του πίνακα, όπου διακρίνονταν πεντακάθαρα η σφραγίδα του Λούβρου και ο αριθμός καταγραφής του έργου. Μια επιπρόσθετη απόδειξη πως ο πίνακας ήταν αυθεντικός»12.
Alfredo Geri, o άνθρωπος που έφερε πίσω τη Gioconda.
Θέλοντας να έχει τη συνείδησή του ήσυχη και να κερδίσει
πολύτιμο χρόνο, ο Poggi δήλωσε πως η Gioconda έπρεπε πάραυτα να μεταφερθεί στη
Galleria degli Uffizi για τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης. Διαπιστώνοντας
τον δισταγμό του συνομιλητή του, υποσχέθηκε μια ακόμα μεγαλύτερη αμοιβή στην
περίπτωση που προέκυπτε ότι ο πίνακας ήταν αυθεντικός. Με βαριά καρδιά ο
Leonardo Vincenzo τύλιξε το έργο με ένα κόκκινο σεντόνι, το έβαλε κάτω από τη
μασχάλη του και συνοδευόμενος από τους Geri και Poggi ανέβηκε σε μια άμαξα με
προορισμό το Μουσείο. Κατόπιν νέας άσκησης πίεσης, δέχθηκε να αφήσει εκεί τον
πίνακα και να επιστρέψει στο ξενοδοχείο αναμένοντας το τελικό πόρισμα. Ήδη από
την προηγούμενη ημέρα, ο Poggi είχε ενημερώσει τηλεγραφικά τον Corrado Ricci,
πρόεδρο του Εθνικού Ιδρύματος Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης με έδρα τη
Ρώμη, ο οποίος έσπευσε στη Φλωρεντία όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Με την πρώτη
ματιά αποφάνθηκε περί της αυθεντικότητας του πίνακα. Η επόμενη κίνηση ήταν να
ενημερωθεί η αστυνομία για τη σύλληψη του δράστη και η ιταλική κυβέρνηση για το
χαρμόσυνο νέο. Λίγες ώρες αργότερα, στις 12 Δεκεμβρίου, ο δράστης συνελήφθη στο
δωμάτιό του δίχως να αντιτάξει την παραμικρή αντίσταση. Το πραγματικό του όνομά
ήταν Vincenzo Peruggia με καταγωγή από το χωριό Dumenza της Λομβαρδίας.
Η διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης στη Galleria degli
Uffizi. Στο κάτω μέρος διακρίνεται το κόκκινο σεντόνι με το οποίο ο Vincenzo
Peruggia είχε πρόχειρα τυλίξει τον πίνακα. Στη φωτογραφία ο πίνακας φέρει μια
αυτοσχέδια κορνίζα.
Η Gioconda εκτέθηκε για μία εβδομάδα στη Galleria degli
Uffizi προκαλώντας πραγματική κοσμοσυρροή. Υπολογίζεται πως 30.000 περίπου
επισκέπτες παρήλασαν από μπροστά της μέσα σε χρονικό διάστημα τεσσάρων μόνο
ωρών. Η προσέλευση του πλήθους υπήρξε τέτοιας έκτασης, ώστε να προκληθούν
σοβαρά επεισόδια στην είσοδο του Μουσείου με συνακόλουθη τη δυναμική παρέμβαση
της αστυνομίας. Ακολούθησε σύντομη επισκέψη στο Palazzo Borghese της Ρώμης
οπότε και παραδόθηκε με κάθε επισημότητα στον πρέσβη της Γαλλίας, Camille Barrère
(21 Δεκεμβρίου). Στον δρόμο της επιστροφής εκτέθηκε για δύο ημέρες και στην
Pinacoteca di Brera του Μιλάνου (29-30 Δεκεμβρίου). Την επομένη το βράδυ, λίγο
πριν από την αλλαγή του χρόνου και έπειτα από απουσία 28 μηνών, επέστρεψε εκεί
όπου ανήκε δικαιωματικά, στο Μουσείο του Λούβρου. Ιδανικός πρωτοχρονιάτικος
μποναμάς για τους αναρίθμητους θαυμαστές της! Ο Alfredo Geri τιμήθηκε για την
ουσιαστική του συμβολή με το παράσημο Rosetta di Ufficiale dell’Istruzione
Pubblica και εισέπραξε το ποσό των 25.000 ιταλικών λιρών που ο Σύλλογος Φίλων
του Λούβρου είχε υποσχεθεί σε όποιον ανακάλυπτε τον πίνακα14.
Παρίσι, 4 Ιανουαρίου 1914. Η Gioconda επιδεικνύεται έξω από
το γραφείο της διεύθυνσης του Λούβρου.
Vincenzo Peruggia: η απομυθοποίηση μιας θεαματικής κλοπής
Ο Vincenzo Peruggia, γιος του Giacomo Peruggia και της
Celeste Rossi γεννήθηκε στις 8 Οκτωβρίου 1881 στη Dumenza, ένα γραφικό χωριό
των Άλπεων σε κοντινή απόσταση από τα σύνορα με την Ελβετία. Το 1908
εγκαταστάθηκε στο Παρίσι για βιοποριστικούς λόγους, ακολουθώντας το παράδειγμα
πολλών συμπατριωτών του. Αρχικά εργάστηκε ως ελαιοχρωματιστής στις οικοδομές.
Προσεβλήθη από μολυβδίαση (συχνή παρενέργεια του επαγγέλματος την εποχή
εκείνη). Χρειάστηκε μάλιστα να νοσηλευθεί επί ένα δεκαπενθήμερο. Θορυβημένος από
τη δυσάρεστη αυτή εμπειρία, άρχισε να αναζητεί απασχόληση σε παρεμφερείς,
λιγότερο επικίνδυνους όμως, τομείς. Η τύχη το έφερε έτσι ώστε η συγκυρία να
συμπέσει με μια αύξηση περιστατικών βανδαλισμών σε βάρος έργων τέχνης εντός των
μουσείων. Ευρισκόμενη προ απροόπτου, η διοίκηση του Λούβρου ανέθεσε στην
εταιρία A. Gobier την τοποθέτηση προστατευτικού υαλοπίνακα σε 1.600 περίπου
εκθέματα, συμπεριλαμβανομένης και της Gioconda. Προκειμένου να καταφέρει να
ανταποκριθεί στις ανάγκες της τεράστιας αυτής ανάθεσης μέσα σε σύντομο χρονικό
διάστημα, ο Gobier προσέλαβε έκτακτο υπαλληλικό προσωπικό. Σε αυτό
συγκαταλεγόταν και ο Peruggia. Μάλιστα, ο τελευταίος ήταν ένα από τα πέντε
μόλις άτομα, επιφορτισμένα με την ακριβή κοπή και την καθαριότητα των
υαλοπινάκων. Έτσι εισήλθε εντελώς ανυστερόβουλα στο άδυτο του Μουσείου και
απόκτησε επαφή με τον κόσμο της τέχνης.
Βιομετρικό δελτίο της ιταλικής Σήμανσης αμέσως μετά τη
σύλληψη του Peruggia (Πηγή: Archivio di Stato di Firenze,Tribunale di Firenze,
fascicoli penali, n. 64/1914, c. 151/1a)
Ακόμα πιο αποκαλυπτική είναι η περιγραφή της αρπαγής του
πίνακα. Εκπλήσσει με τον ερασιτεχνισμό, το θράσος, ταυτόχρονα όμως και με την
αποτελεσματικότητα, με την οποία διεκπεραιώθηκε το όλο εγχείρημα: «Ένα πρωί
πήγα στο Λούβρο και αντάλλαξα μερικές κουβέντες με φίλους που εξακολουθούσαν να
εργάζονται εκεί. Επωφελούμενος από μια στιγμή περισπασμού απομακρύνθηκα από
αυτούς δίχως να γίνω αντιληπτός και εισήλθα στην αίθουσα όπου βρισκόταν
αναρτημένη η Gioconda. Η αίθουσα ήταν κενή κι’ εκείνη μου χαμογελούσε. Ήμουν
πλέον αποφασισμένος να την πάρω μαζί μου. Μέσα σε δευτερόλεπτα ξεκρέμασα τον
πίνακα από τον τοίχο. Αφαίρεσα την κορνίζα και κατευθύνθηκα προς μια σκάλα
υπηρεσίας που γνώριζα εκ των προτέρων και την εγκατέλειψα εκεί. Επαναλαμβάνω
πως δεν χρειάστηκαν παρά λίγα δευτερόλεπτα μόνο για όλα αυτά. Επανήλθα στην
αίθουσα όπου ο πίνακας με περίμενε. Τον σκέπασα με την μπλούζα εργασίας που
φορούσα, τον πήρα κάτω από τη μασχάλη μου κι’ έφυγα ανενόχλητος. Δεν με είχε
δει κανείς. Δεν με υποπτεύθηκε κανείς. Έκτοτε, πόσα πράγματα ειπώθηκαν, πόσα
γράφτηκαν! Πόσες υποθέσεις έγιναν γύρω από τον πιθανό δράστη και τα κίνητρα που
τον έσπρωξαν! Ειπώθηκε ακόμα ότι επρόκειτο για κάποιον βάνδαλο, ο οποίος,
υποκινούμενος από το κτηνώδες ένστικτο της καταστροφής, είχε κλέψει τον πίνακα
με σκοπό να τον εξαφανίσει. Ούτε μία στιγμή δεν σκέφτηκαν την απλούστερη
εκδοχή: εκείνη της κλοπής από έναν κακομοίρη σαν εμένα με κίνητρο ασφαλώς να
επωφεληθεί από την ενέργειά του, αλλά και διακατεχόμενο από έναν απεριόριστο
σεβασμό προς το αθάνατο αυτό έργο».
Η δίκη του Vincenzo Peruggia ενώπιον του Ποινικού
Δικαστηρίου της Φλωρεντίας τον Ιούνιο του 1914.
Πράγματι, οι έρευνες ανέδειξαν ορισμένες πτυχές της όλης
υπόθεσης, προτού η περίφημη επιστολή της 24ης Νοεμβρίου 1913 σταλεί προς στον
Geri. Ο Vincenzo Peruggia κράτησε τη Gioconda στο παριζιάνικο δωμάτιό του για
περίπου δύο χρόνια και τρεις μήνες, από το 1911 έως το 1913. Τον Ιούλιο του
1913, όταν άρχισε να συνειδητοποιεί ότι η επιστροφή του πίνακα στην Ιταλία δεν
θα ήταν τόσο απλή υπόθεση, αποφάσισε να επισκεφθεί διερευνητικά το Λονδίνο.
Σύμφωνα με όσα προέκυψαν από τις ανακρίσεις, επιδίωκε να ζητήσει συμβουλές σε
μια χώρα, την Αγγλία, η οποία φάνταζε κάπως ουδέτερη. Μετέβη στο κατάστημα με
αντίκες των αδελφών Duveen στην Old Bond Street, έναν δρόμο γνωστό για τις
γκαλερί τέχνης και τους οίκους δημοπρασιών που φιλοξενούσε. Εκεί διηγήθηκε την
ιστορία του αναλυτικά, εισπράττοντας την απάντηση πως όφειλε να επιστρέψει
άμεσα τον πίνακα στον νόμιμο ιδιοκτήτη του, το Λούβρο. Στις 5 Οκτωβρίου του
ιδίου έτους, ο Peruggia απηύθυνε επιστολή στον πολιτικό υποψήφιο της εκλογικής
του περιφέρειας, ονόματι Luchini, ζητώντας του να μεσολαβήσει στον Σύλλογο
Leonardo da Vinci που πίστευε ότι συνέλεγε τα έργα του μεγάλου ζωγράφου της
Αναγέννησης, ώστε να πουλήσει τη Gioconda έναντι χρηματικού ποσού.
Αυτοσυστήθηκε μάλιστα ως ένας ένθερμος ψηφοφόρος της εκλογικής περιφέρειας Gavirate,
υπογράφοντας ως «Monsieur P. P.». Στις 25 Νοεμβρίου, απευθύνθηκε επίσης σε
κάποιον Corvisieri, παλαιοπώλη της Ρώμης, κάνοντάς του μια πρόταση σχεδόν
πανομοιότυπη με εκείνη που την ίδια ακριβώς στιγμή είχε υποβάλει προς τον Geri.
Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις επαναλαμβάνεται ο διακαής πόθος η Gioconda να
επιστρέψει στη Φλωρεντία, όπου είδε το φως τo 1503, και μάλιστα στη Galleria
degli Uffizi. Σε όλες τις επιστολές υπάρχει αναφορά περί οικονομικής
αποζημίωσης. Ωστόσο, καμία από τις προαναφερθείσες προσπάθειες δεν οδήγησε σε
συγκεκριμένο αποτέλεσμα, ούτε σε προσφορές για αγορά, πλην φυσικά της
ανταπόκρισης του Geri, η οποία και οδήγησε τελικά στην ευτυχή ανάκτηση του
πίνακα.
Δύο ερωτήματα παραμένουν προς εξυχνίαση τώρα πια που ο ορίζοντας έχει ξεκαθαρίσει στο μεγαλύτερό του ποσοστό. Το πρώτο αφορά τα κίνητρα της κλοπής και έχει ήδη απαντηθεί ως επί το πλείστον από τα πρακτικά της δίκης. Η επιστροφή του πίνακα έναντι χρηματικής αμοιβής φαίνεται πως είχε φωλιάσει στον νου του Peruggia. Από την αρχή όμως; Οι αδιάσειστες αποδείξεις καλύπτουν την τελευταία μόνο πράξη του δράματος. Τί σκεφτόταν άραγε τη στιγμή που τον αφαιρούσε από το Λούβρο; Ο ίδιος και οι επίγονοί του κόπτονται πως είχε κινηθεί από αγνά πατριωτικά αισθήματα. Αυτή άλλωστε υπήρξε και η κύρια υπερασπιστική γραμμή καθόλη τη διάρκεια της δίκης. Όταν στις 12 Δεκεμβρίου του 1913 αντίκρισε έπληκτος τους αστυνομικούς στην πόρτα του ξενοδοχείου, το τελευταίο πράγμα που ανέμενε ήταν να συλληφθεί. Τους υποδέχθηκε με τα ακόλουθα χαρακτηριστικά λόγια: «Εάν το έργο του Leonardo da Vinci επιστρέφει σήμερα στη γενέτειρά του, αυτό το οφείλετε στον Vincenzo Perrugia, γιο του Giacomo, 22 ετών από την Dumenza, εδώ και καιρό εγκατεστημένο στο Παρίσι. Είμαι διακοσμητής, δηλαδή κατά κάποιο τρόπο καλλιτέχνης κι’ εγώ. Στη Γαλλία είδα στοιβαγμένα πολλά έργα, προϊόντα της δικής μας μεγαλοφυίας. Πόσες και πόσες φορές δεν στάθηκα μπροστά από τη Gioconda ενόσω εργαζόμουν στο Λούβρο! Αισθανόμουν βαθιά ταπεινωμένος κοιτάζοντάς την σαν να επρόκειτο για ένα λάφυρο, σαν μια δόξα της Γαλλίας».
Όσα αγνά κι’ αν ήταν τα αισθήματά του, στο συγκεκριμένο αυτό σημείο ο Peruggia είχε άθελά του υποπέσει σε ένα θεμελιώδες ιστορικό ατόπημα. Κάνοντας λόγο περί λαφύρου, υπαινισσόταν τα αναρίθμητα, πράγματι, έργα τέχνης που ο Ναπολέων Βοναπάρτης είχε κομίσει στη Γαλλία έπειτα από τη νικηφόρα εκστρατεία του στην Ιταλία (1796-1797). Με τη διαφορά του ότι η Gioconda δεν ανήκε σε αυτή την κατηγορία. Είχε συνοδεύσει τo 1516 τον da Vinci στο Amboise της περιοχής του Λίγηρα, όπου ο μεγάλος ζωγράφος πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Λίγο αργότερα μάλιστα, πούλησε τον πίνακα στον τότε προστάτη του, τον βασιλιά Φραγκίσκο Α΄, έναντι του ποσού των 4.000 χρυσών δουκάτων. Έκτοτε η Gioconda αποτελεί νομίμως κρατική περιουσία της Γαλλίας, διαφέροντας παρασάγγας από άλλες περιπτώσεις, όπως π.χ. εκείνη των Μαρμάρων του Παρθενώνα. Αυτό άλλωστε αποδείχθηκε περίτρανα από τη στάση, την οποία οι ιταλικές αρχές υιοθέτησαν το 1913. Παρά το γεγονός ότι ο πίνακας ανακτήθηκε στην ίδια τη γενέτειρά του, οι τελευταίες δεν διανοήθηκαν ούτε στιγμή να τον διεκδικήσουν, σπεύδοντας μάλιστα να τον επιδώσουν με κάθε επισημότητα εκεί όπου δικαιωματικά ανήκε. Τέλος, στην απόφαση του Peruggia είναι πιθανό να διαδραμάτισε κάποιο ρόλο και η δίψα για προσωπική εκδίκηση. Στις αρχές του αιώνα, οι Ιταλοί εργάτες, φτωχοί, αγράμματοι και απασχολούμενοι σε επαγγέλματα που ενέπνεαν μόνο περιφρόνηση, αντιμετωπίζονταν από τους Παριζιάνους ως πολίτες ήσσονος κατηγορίας. Ο ίδιος διατεινόταν πως δεν ήταν λίγες οι φορές που τον αποκαλούσαν υποτιμητικά «sale macaroni» (παλιομακαρονά).
Η ιστορία της Gioconda. Από την αγορά του πίνακα από τον
Φραγκίσκο Α΄ μέχρι την κλοπή του το 1911 και την ανάκτησή του δύο χρόνια
αργότερα.
Το δεύτερο ερώτημα σχετίζεται εκ νέου με την ανικανότητα των
γαλλικών διωκτικών αρχών. Ενώ αυτές κινητοποίησαν έναν εντυπωσιακό, για την
εποχή εκείνη, μηχανισμό και είχαν στη διάθεσή τους ευθύς εξαρχής όλα τα
στοιχεία, στάθηκε αδύνατο να διελευκάνουν την υπόθεση της κλοπής. Ο Louis
Lépine εθεωρείτο ως ο αποτελεσματικότερος αστυνομικός διευθυντής σε παγκόσμια
κλίμακα. O Alphonse Bertillon είχε εισαγάγει την επαναστατική μέθοδο του
βιομετρικού εντοπισμού των εγκληματιών μέσω της ταυτοποίησης των δακτυλικών τους
αποτυπωμάτων. Και τέτοια, ανήκοντα ασφαλώς στον δράστη, βρέθηκαν σε άριστη
κατάσταση επάνω στον εγκαταλειμμένο υαλοπίνακα της Gioconda. Όλοι οι έχοντες
άμεση ή έμμεση εργασιακή σχέση με το Μουσείο του Λούβρου εξετάστηκαν με αυτόν
τον τρόπο. Όλοι πλην ενός: του Vincenzo Peruggia! Πόσο μάλλον που ο τελευταίος
είχε συλληφθεί το 1909 για παράνομη οπλοφορία και τα αποτυπώματά του
συμπεριλαμβάνονταν στις καταστάσεις της Σήμανσης, που αριθμούσαν όμως συνολικά
750.000 υπόπτους. Το επιχείρημα πως οι αρχές είχαν κληθεί να εξετάσουν ούτε
λίγο ούτε πολύ 7.500.000 δακτυλικά αποτυπώματα (750.000 Χ 10 δάκτυλα) θα
μπορούσε σε τελευταία ανάλυση να λειτουργήσει ως ελαφρυντικό στοιχείο για το
φιάσκο της έρευνας.
Εκεί όμως που δεν μπορεί να λειτουργήσει κανένα απολύτως ελαφρυντικό, είναι στην περίπτωση της αιφνίδιας επίσκεψης ενός αστυνομικού στο δωμάτιο του Peruggia στον αριθμό 5 της Rue de l’Hôpital Saint-Louis λίγο καιρό μετά την κλοπή. Τον βρήκε να τρώει ατάραχος το μεσημεριανό του. Έπειτα από μια φευγαλέα ματιά στον χώρο, έφυγε πεπεισμένος ότι ο πίνακας δεν βρισκόταν εκεί. Πώς θα ήταν, άλλωστε, δυνατόν να κρύβεται σε έναν τόσο άθλιο χώρο από κάποιον φτωχό εργάτη, οι γνώσεις του οποίου περί τέχνης ήταν μηδαμινές; Κι’ όμως, από την έρευνα που πραγματοποιήθηκε στον ίδιο χώρο έπειτα από τη σύλληψη του Peruggia στη Φλωρεντία, αποδείχθηκε πως δεν είχε καθόλου ληφθεί υπόψη μια αποθήκη για καυσόξυλα, διαστάσεων 1,80 Χ 1,80 μ., ακριβώς πίσω από το κρεββάτι. Η Mona Lisa βρισκόταν εκεί, ήσυχη, διακριτική και, όπως πάντα, χαμογελαστή!
Η αποθήκη καυσόξυλων όπου επί 28 μήνες ήταν κρυμμένη η
Gioconda.
Περισσότερο απλά, απλοϊκά, δεν θα μπορούσαν να έχουν τα
πράγματα σε κάθε επίπεδο: κλοπής, απόκρυψης και ανάκτησης του πίνακα. Αυτό
υπήρξε το στοιχείο εκείνο, το οποίο αποπροσανατόλισε πλήρως τις έρευνες των
διωκτικών αρχών. Όσο δε για τον Vincenzo Peruggia, έναν αγράμματο, κακομοίρη
εργάτη, ο οποίος ζώντας μέσα στη δική του καθημερινότητα, επί δυόμισι όμως
ολόκληρα χρόνια συμβίωσε με το δημοφιλέστερο, στις μέρες μας, έργο τέχνης
φυλάσσοντάς το με ιδιαίτερη τρυφερότητα και φροντίδα (δεν υπέστη την παραμικρή φθορά),
είναι βέβαιο πως ένοιωθε κατά καιρούς με τον δικό του τρόπο την εθνική χορδή να
πάλλεται μέσα του.
Ο άνθρωπος που έκλεψε τη Μόνα Λίζα και την έκρυβε για 2 χρόνια
Mona Lisais Missing – The Man Who Stole The Masterpiece | Full documentary by JoeMedeiros (2013)
Η σύνταξη του παρόντος κειμένου είχε ολοκληρωθεί όταν, στις
19 Οκτωβρίου 2025, έλαβε χώρα η θεαματική ληστεία των κοσμημάτων του Στέμματος
της Γαλλίας από το Μουσείο του Λούβρου. Η αντιπαραβολή με την αρπαγή του 1911
είναι αναπόφευκτη, αν και τη φορά αυτή το έγκλημα διαπράχθηκε με θρασύτατο και
εξόχως προκλητικό τρόπο. Η αμηχανία των διωκτικών αρχών και η μέχρι στιγμής
αδυναμία τους να εντοπίσουν (επισήμως τουλάχιστον) τους δράστες, τον εγκέφαλο
της ληστείας και τα κλοπιμαία, επιφορτώνοντας μάλιστα ξένες χώρες με την
κατηγορία της ηθικής αυτουργίας δίχως κανένα απολύτως αποδεικτικό στοιχείο,
αποτελεί ακριβή αναπαραγωγή των όσων συνέβησαν μόλις έγινε αντιληπτή η κλοπή
της Gioconda. Μήπως στην περίπτωση αυτή βρισκόμαστε ενώπιον της επιβεβαίωσης
του γνωστού αποφθέγματος, σύμφωνα με το οποίο η Ιστορία ναι μεν
επαναλαμβάνεται, αλλά μόνο ως φάρσα;
Γιάννης Μουρέλος
Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Ομότιμος Καθηγητής Σύγχρονης
Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ, τ. Διευθυντής και τ.
Αντιπρόεδρος του Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (ΙΜΧΑ). Διδάκτωρ
Σύγχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Σορβόννης (Université Paris IV -
Sorbonne). Είναι συγγραφέας αυτοτελών μελετών και άρθρων που έχουν δημοσιευθεί
στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Έχει παρασημοφορηθεί από τη Γαλλική Κυβέρνηση με
τα διάσημα του Τάγματος των Ιπποτών των Γραμμάτων και Τεχνών (Chevalier des Arts
et des Lettres).
Πηγή: Επιμύθιον















Δημοσίευση σχολίου