Το κλεμμένο χαμόγελο. Η μυθιστορηματική αρπαγή της «Gioconda» από το Μουσείο του Λούβρου το 1911

 


Η διαπίστωση της κλοπής

Την Τρίτη 22 Αυγούστου 1911, ο Louis Béroud έφτασε στο Μουσείο του Λούβρου προκειμένου να συνεχίσει το ημιτελές έργο του. Ζωγράφος, μαθητής του Bonnard, ο Béroud ανήκε στην κατηγορία εκείνη των καλλιτεχνών οι οποίοι, εφοδιασμένοι με ειδική άδεια από τη διεύθυνση του Μουσείου, είχαν τη δυνατότητα να ζωγραφίζουν μέσα στους χώρους του. Μάλιστα, η είσοδός τους επιτρεπόταν από τις 8.30′ π.μ., μία ώρα δηλαδή προτού ανοίξουν οι πύλες για τους επισκέπτες. Με την ευκαιρία της πρόσφατης τοποθέτησης υαλοπίνακα για λόγους ασφαλείας σε μεγάλο αριθμό εκθεμάτων, ο Béroud απαθανάτιζε ζωγραφικά την αντανάκλαση μιας γυναικείας μορφής επάνω στο τζάμι που προστάτευε τον θρυλικό πίνακα της Gioconda, ενός από τα καυχήματα του Λούβρου.

Φτάνοντας στο λεγόμενο Τετράγωνο Σαλόνι του πρώτου ορόφου και στήνοντας το καβαλέτο του, διαπίστωσε ότι το αριστούργημα του Leonardo da Vinci απουσίαζε από τη θέση του. Απορημένος, απευθύνθηκε σε έναν παρακείμενο φύλακα, ο οποίος δεν έδειξε να ανησυχεί. “Θα το έχουν πάρει οι φωτογράφοι στον ειδικά διαρυθμισμένο γι’ αυτούς χώρο”, απάντησε. Πράγματι, στο πλαίσιο μιας αναβαθμισμένης επικοινωνιακής πολιτικής του Μουσείου, πολλά έργα αποκαθηλώνονταν και μεταφέρονταν για λίγο στο φωτογραφικό εργαστήρι προτού αναρτηθούν εκ νέου στη θέση τους. Επρόκειτο για μια συχνή πρακτική, με την οποίαν οι πάντες ήταν εξοικειωμένοι.

 

 


Το Τετράγωνο Σαλόνι του Λούβρου, το οποίο το 1911 φιλοξενούσε τη Gioconda.

Καθώς όμως ο χρόνος κυλούσε και ο πίνακας παρέμενε άφαντος, ο συγκεκριμένος φύλακας μετέβη στο φωτογραφικό εργαστήρι για να εισπράξει την απάντηση ότι ουδέποτε η Gioconda είχε μεταφερθεί εκεί. Όπως ήταν επόμενο, σήμανε γενικός συναγερμός1.

 Σε ένα πρώτο στάδιο καταβλήθηκε προσπάθεια να διελευκανθεί η υπόθεση εκ των ενόντων δίχως να διαρεύσει τίποτα προς τα έξω. Άλλωστε, η εκδοχή της κλοπής ηχούσε αδιανόητη. «Kλοπή; Είναι σαν να μού λέτε ότι λείπει το ένα από τα δύο κωδωνοστάσια της Παναγίας των Παρισίων », υπήρξε η ενστικτώδης αντίδραση του Théophile Homolle, διευθυντή του Λούβρου, μόλις ενημερώθηκε στο θέρετρο των θερινών του διακοπών για το συμβάν. Ο διαπρεπής κατά τα άλλα αρχαιολόγος, δεν μπορούσε να διανοηθεί το μέγεθος του σκανδάλου που λίαν συντόμως έμελλε να τού στοιχίσει τη διεύθυνση του μεγαλύτερου μουσείου στον κόσμο. Η κατάσταση επιδεινώθηκε όταν σε ένα κλιμακοστάσιο υπηρεσίας βρέθηκαν η κορνίζα και ο προστατευτικός υαλοπίνακας του έργου. Από μαρτυρίες του προσωπικού, προέκυψε ότι ένα άτομο είχε εγκαταλείψει νωρίτερα το κτήριο μεταφέροντας προφανώς, τυλιγμένον με την μπλούζα εργασίας του, τον πίνακα2. Το γεγονός ήταν πλέον αδύνατο να τηρηθεί μυστικό εντός των τειχών.

Η αδιέξοδη πορεία των ερευνών

Της όλης υπόθεσης επιλήφθηκε προσωπικά ο αστυνομικός διευθυντής του Παρισιού, Louis Lépine, θεωρούμενος επάξια ως ο καλύτερος του είδους σε παγκόσμια κλίμακα την εποχή εκείνη. Μόλις η είδηση έγινε γνωστή, το Λούβρο κατακλύστηκε, ούτε λίγο ούτε πολύ, από εξήντα (!) επιθεωρητές της αστυνομίας, οι οποίοι ανέκριναν εξονυχιστικά ολόκληρο το προσωπικό και όσους είχαν κάποια έμμεση εργασιακή σχέση με το Μουσείο στο τελευταίο χρονικό διάστημα. Καθώς μάλιστα βρέθηκαν δακτυλικά αποτυπώματα επάνω στον υαλοπίνακα και στην κορνίζα, άπαντες, μηδενός εξαιρουμένου, έδωσαν με χαρακτηριστική προθυμία τα δικά τους. Ταυτόχρονα, οι αστυνομικές αρχές επιδώθηκαν σε μια προσπάθεια ταυτοποίησης με υπόπτους και πρόσωπα, τα οποία δρούσαν εκτός Μουσείου. Οι τεράστιος αριθμός και η πρωτόγνωρη, ακόμα, έρευνα με γνώμονα τη συγκεκριμένη μέθοδο δεν οδήγησαν τα πράγματα σε κάποιο χειροπιαστό αποτέλεσμα3.

Αριστερά: Louis Lépine, αστυνομικός διευθυντής του Παρισιού. Δεξιά: Théophile Homolle, διευθυντής του Μουσείου του Λούβρου.

Μεγάλη συμμετοχή στην όλη δημοσιοποίηση του συμβάντος διαδραμάτισε και ο Τύπος. Δεν ευαισθητοποίησε μόνο το αναγνωστικό κοινό σε παγκόσμια κλίμακα. Το δίχασε σε αυστηρούς επικριτές του εγκλήματος και σε εκείνους που απολάμβαναν και διασκέδαζαν με το θράσος των δραστών και τη στασιμότητα των ερευνών. Από τις στήλες των εφημερίδων ξεπηδούσαν διάφορες θεωρίες συνωμοσίας με κυρίαρχη εκείνη που απέδιδε την ηθική αυτουργία (εάν όχι και την ίδια τη διενέργεια της κλοπής) στους Γερμανούς. Το καλοκαίρι του 1911 οι διμερείς γαλλο-γερμανικές σχέσεις βρίσκονταν, είναι αλήθεια, στα πρόθυρα της ρήξης εξαιτίας της κρίσης του Μαρόκου. Ταυτόχρονα με την εξαφάνιση της Gioconda διεξάγονταν απεγνωσμένες διαπραγματεύσεις για τη διατήρηση της ειρήνης και την αποφυγή διολίσθησης σε έναν γενικευμένο ευρωπαϊκό πόλεμο. Υπό αυτές τις συνθήκες, πάθη και εξάψεις ήταν ικανά να οδηγήσουν στις πιο ακραίες εκδοχές: αφαιρώντας τον πίνακα του da Vinci από το Λούβρο, η Γερμανία επιχειρούσε να πλήξει και να ταπεινώσει τη Γαλλία σε μια στιγμή λεπτών ισορροπιών και εύθραυστων συσχετισμών στο διεθνές στερέωμα4.

 


 Πρωτοσέλιδο του φύλλου της 23ης Αυγούστου 1911 της καθημερινής εικονογραφημένης εφημερίδας Excelsior.

Ο ρόλος του Τύπου δεν περιορίστηκε στην ειδησεογραφία. Πολλές υπήρξαν οι εφημερίδες εκείνες, οι οποίες υπόσχονταν γενναιόδωρες αμοιβές σε όσους προσκόμιζαν αξιόπιστες πληροφορίες, εγγυώμενες ταυτόχρονα την ανωνυμία και το ακαταδίωκτο. Τα πάντα, βέβαια, στον βωμό της αύξησης της κυκλοφορίας. Εμπνευσμένος από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, ο Βέλγος κλεπτομανής και τυχοδιώκτης Géry Pieret ομολόγησε στην εφημερίδα Paris-Journal έναντι αδρής αμοιβής ότι το 1907 είχε αφαιρέσει από το Μουσείο του Λούβρου ορισμένα ιβηρικά αγαλματίδια, τα οποία και πούλησε αμέσως. Έχοντας ανάγκη για χρήματα, επανέλαβε το παράπτωμα το 1911, αποσπώντας εκ νέου από το Λούβρο διάφορα μικροαντικείμενα, τα οποία παρέδωσε αυτοπροσώπως στην εφημερίδα προτού σπεύσει να εξαφανιστεί από προσώπου γης.

 Όπως ήταν επόμενο, οι αστυνομικές αρχές συνέδεσαν αμέσως την υπόθεση Pieret με εκείνη της κλοπής του πίνακα, στρεφόμενες προς τους κλεπταποδόχους, τους οποίους ο δράστης είχε κατονομάσει στην εφημερίδα. Επρόκειτο για έναν νεαρό και άκρως ταλαντούχο ζωγράφο ονόματι… Pablo Picasso και έναν διασημότερο την εποχή εκείνη ποιητή, ονόματι…Guillaume Apollinaire, από τους πρωτεργάτες της κίνησης του σουρεαλισμού στον χώρο της ποίησης! Ο Picasso είχε μάλιστα εμπνευστεί από τα κλεμμένα αγαλματίδια στο έργο του Les Demoiselles d’ Avignon (1907). Όσο δε για τον Apollinaire, είχε προσλάβει στο παρελθόν τον Pieret ως προσωπικό του γραμματέα. Πεπεισμένοι ότι ο δράστης της κλοπής της Gioconda έπρεπε να προέρχεται είτε από κλυκλώματα εμπορίας έργων τέχνης είτε από τον χώρο της υψηλής διανόησης, ο Lépine και η πλειάδα των επιθεωρητών που τον πλαισίωναν πίστεψαν προς στιγμή πως είχαν ανακαλύψει τα ίχνη που θα τους οδηγούσαν στον εντοπισμό του πίνακα. Οι Picasso και Apollinaire συνελήφθησαν στις 7 Σεπτεμβρίου, δύο εβδομάδες έπειτα από την κλοπή του Λούβρου, και ανακρίθηκαν πάραυτα από τις αρχές.

Η αλήθεια είναι πως με τη στάση, την οποία είχαν υιοθετήσει, ενίσχυσαν τις σε βάρος τους υποψίες. Επί χρόνια ολόκληρα επαίρονταν με εμφανή αλαζονεία πως διατηρούσαν στη διάθεσή τους προϊόντα κλοπής. Θορυβημένοι όμως από την ψύχωση και την υστερία που διαδέχθηκαν την εξαφάνιση της Gioconda, επιχείρησαν να απαλλαγούν από τα κλοπιμαία πετώντας τα στον Σηκουάνα. Τελευταία στιγμή δίστασαν, παραδίδοντάς τα σε έναν γνωστό τους εκδότη εφημερίδας. Το αποτέλεσμα ήταν να συλληφθούν και κρατηθούν προληπτικά με την κατηγορία της συμμετοχής σε κλοπή, δίχως να προσδιορίζεται εάν η εν λόγω κλοπή αφορούσε τα ιβηρικά αγαλματίδια (το πιθανότερο) ή την ίδια την Gioconda (ο ευσεβής πόθος των αστυνομικών αρχών). Ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων, ο Picasso αφέθηκε ελεύθερος αυθημερόν. Ο Apollinaire μεταφέρθηκε στις φυλακές Santé όπου κρατήθηκε επί πέντε ημέρες. Ο ανακριτής Joseph Drioux, επιφορτισμένος με τη διερεύνηση της κλοπής της Gioconda, διέταξε τελικά την αποφυλάκισή του. Eν κατακλείδι, ο ποιητής πληγώθηκε ανεπανόρθωτα από τη δυσάρεστη αυτή εμπειρία. Η φήμη του αμαυρώθηκε, απώλεσε πολλούς φίλους με διασυνδέσεις, τέλος, τον εγκατέλειψε για τον ίδιο λόγο ο μεγάλος του έρωτας, η Marie Laurencin, την οποία τού είχε παλαιότερα συστήσει ο Picasso. Ο Guillaume Apollinaire υπήρξε, πέραν πάσης αμφιβολίας, η μεγαλύτερη παράπλευρη απώλεια της υπόθεσης της αρπαγής της Gioconda5.

 


 

Αριστερά: ο Pablo Picasso σε φωτογραφία του 1908. Δεξιά: ο Guillaume Apollinaire εξέρχεται από το γραφείο του ανακριτή Drioux. Το καπέλο κρύβει σκόπιμα τις χειροπέδες.

Οι εμμονές των υπευθύνων, η αναποτελεσματικότητα των ερευνών και η επικριτική στάση της κοινής γνώμης είχαν οδηγήσει τις αρχές σε λανθασμένες εκτιμήσεις. Από τα διαθέσιμα μέχρι τότε στοιχεία υπήρχαν μαρτυρίες, σύμφωνα με τις οποίες ο πίνακας του da Vinci βρισκόταν κανονικά στη θέση του τη Δευτέρα 21 Αυγούστου στις 7.00 π.μ. (τις Δευτέρες το Μουσείο ήταν κλειστό για το κοινό). Σύμφωνα με τις ίδιες μαρτυρίες, δύο ώρες αργότερα έλειπε από τη θέση του. Επομένως η κλοπή είχε διαπραχθεί μέσα σε εκείνο το δίωρο, δηλαδή 24 ολόκληρες ώρες προτού σημάνει γενικός συναγερμός. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί εκ νέου πως η προσωρινή αφαίρεση έργων τέχνης από τη θέση τους για φωτογραφική αναπαραγωγή και για λόγους συντήρησης αποτελούσε κοινή πρακτική την εποχή εκείνη. Συνεπώς ή ύπαρξη κενών θέσεων στους τοίχους δεν προβλημάτιζε κανέναν. Επιπροσθέτως, οι πίνακες ήταν αναρτημένοι σε κοντινή απόσταση ο ένας από τον άλλον, με αποτέλεσμα μια απουσία να μη γίνεται αμέσως αντιληπτή. Ειδικότερα δε όσον αφορά τη Gioconda, η οποία ναι μεν ήταν δημοφιλής όχι όμως στον βαθμό που είναι σήμερα, την εντόπιζε κανείς καταχωνιασμένη ανάμεσα σε άλλα αριστουργήματα της ιταλικής Αναγέννησης. Δεδομένων και των μικρών, συγκριτικά, διαστάσεων του πίνακα (77 X 53 εκ.), ήταν πολύ πιθανό με μια φευγαλέα ματιά η απουσία να μη γινόταν άμεσα αντιληπτή.

 


Ο κενός χώρος στον τοίχο, έπειτα από την κλοπή. Είναι εμφανής η διαφορά των διαστάσεων σε σχέση με τους γειτονικούς πίνακες (Πηγή: Archivio di Stato di Firenze, Tribunale di Firenze, fascicoli penali, n. 64/1914, c 191c).

Μια δεύτερη διαπίστωση έχει να κάνει με την όλη φιλοσοφία των ερευνών. Όπως ήταν φυσικό, οι διωκτικές αρχές κινήθηκαν με βάση τη λογική. Με αυτό το σκεπτικό σκιαγράφησαν το προφίλ του δράστη. Ήταν εμφανές πως ο τελευταίος διατηρούσε άμεση σχέση με το Μουσείο. Διέθετε πρόσβαση σε αυτό τη μοναδική μέρα της εβδομάδας που οι πόρτες ήταν κλειστές για τους επισκέπτες και γνώριζε πολύ καλά τους χώρους έχοντας επιλέξει ένα δρομολόγιο ασφαλούς διαφυγής6. Απόδειξη ήταν η εύρεση της κορνίζας και του υαλοπίνακα σε ένα κλιμακοστάσιο υπηρεσίας, το οποίο οδηγούσε σε μια δευτερέουσα έξοδο, πλημμελώς φρουρούμενη. Τέλος, ο τρόπος με τον οποίον ο πίνακας αποκαθηλώθηκε μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα καθώς και η ευκολία, με την οποία το τελάρο αποκολλήθηκε από την κορνίζα, άφηναν να εννοηθεί πως ο δράστης διέθετε τις στοιχειώδεις, έστω, τεχνικές γνώσεις. Συνεπώς, η λογική όριζε ότι επρόκειτο για κάποιον μόνιμο ή έκτακτο εργαζόμενο του Μουσείου. Εάν ο προβληματισμός είχε εστιάσει επάνω στον στενότερο κύκλο του υπαλληλικού προσωπικού, τότε πιθανότατα ο γρίφος θα είχε λυθεί και μάλιστα σχετικά εύκολα και γρήγορα. Όπως θα αναφερθεί παρακάτω, σε μία από τις έρευνες στις οικίες των εργαζομένων, οι διωκτικές αρχές βρέθηκαν ελάχιστα εκατοστά μακριά από τον κλαπέντα πίνακα δίχως να έχουν αντιληφθεί το παραμικρό!

Το μεγάλο ατόπημα του αστυνομικού διευθυντή Lépine και των πέριξ αυτόν συνεργατών συνίσταται στο ότι επιχείρησαν ευθύς εξαρχής να εντοπίσουν τον ηθικό αυτουργό, τον εγκέφαλο της ληστείας, πεπεισμένοι πως επρόκειτο είτε για κάποιον μεγαλέμπορο έργων τέχνης είτε για κάποιον εύπορο μανιακό, ο οποίος επιθυμούσε διακαώς να έχει υπό την κατοχή του τον πίνακα απολαμβάνοντάς τον μόνος αυτός, ενδεχομένως δε και αγγίζοντάς τον. Αρκετά ονόματα γνωστών μεγαλεμπόρων, τραπεζιτών και επενδυτών από τις ΗΠΑ (J. P. Morgan) και την Αργεντινή διέρρευσαν στον Τύπο δίχως, φυσικά, να αποδειχθεί η παραμικρή εμπλοκή τους στην όλη υπόθεση. Αποτέλεσμα ήταν να διευρυνθεί εντυπωσιακά ο κατάλογος των υπόπτων και οι έρευνες να πελαγώσουν.

Τέλος, μια απρόσμενη, θετική ωστόσο τη φορά αυτή, συνέπεια της κλοπής ήταν η επικοινωνιακή διάσταση, την οποία αυτόματα προσέλαβε το αριστούργημα του da Vinci. Μέχρι το 1911, η Gioconda ήταν μεν δημοφιλής, όχι όμως στον βαθμό που είναι στις μέρες μας. Οι θαυμαστές της περιορίζονταν στον χώρο της τέχνης και της υψηλής διανόησης. Έτσι εξηγείται και ο τρόπος, με τον οποίον ο πίνακας εκτίθετο στο τετράγωνο σαλόνι, πρώτος μεταξύ ίσων. Η αρπαγή του από το Λούβρο και οι διαστάσεις που προσέλαβε το όλο γεγονός μέσα από τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων τον κατέστησαν γνωστό και δημοφιλή ανά τον κόσμο. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι το πλήθος, το οποίο συνέρεε καθημερινά μπροστά από τον κενό τοίχο, ήταν απείρως μεγαλύτερο από εκείνο που θαύμαζε το έργο ενόσω το τελευταίο ήταν τοποθετημένο κανονικά στη θέση του7.

Με την πάροδο του χρόνου και εξαιτίας της αδιέξοδης πορείας των ερενών, η υπόθεση ατόνησε. Μέσα στο 1912, το ναυάγιο του Τιτανικού μονοπώλησε το ενδιαφέρον του Τύπου και της κοινής γνώμης, με αποτέλεσμα η αρπαγή της Gioconda να καταχωριστεί σχεδόν στο αρχείο ως μη διελευκανθείσα.

Το απίστευτο χρονικό της ανάκτησης του πίνακα

Ο Alfredo Geri ήταν ένας ευυπόληπτος ιδιοκτήτης γκαλερί και συλλέκτης, γνωστός στους κύκλους του και με σημαντικές διασυνδέσεις στην πόλη της Φλωρεντίας όπου κατοικοέδρευε. Με την προοπτική της οργάνωσης κάποιας έκθεσης, δημοσίευσε στον Τύπο αγγελία με την επισήμανση πως ήταν διατεθειμένος να αγοράσει σε συμφέρουσα τιμή έργα τέχνης κάθε είδους και μορφής. Όπως ήταν αναμενόμενο, η ανταπόκριση στην έκκλησή του υπήρξε μεγάλη, με αποτέλεσμα η αλληλογραφία του να εμπλουτιστεί με προτάσεις προερχόμενες από ενδιαφερόμενους πωλητές. Μια φθινοπωρινή ημέρα του 1913, ο Geri βρήκε στο γραμματοκιβώτιό του μια επιστολή με ημερομηνία 24 Νοεμβρίου. Ως διεύθυνση αποστολής είχε τον αριθμό μιας ταχυδρομικής θυρίδας του Παρισιού. Γραμμένη στα ιταλικά, έφερε την υπογραφή “Leonardo V”. Ο συντάκτης προσφερόταν ούτε λίγο ούτε πολύ να τού πουλήσει τη Gioconda με έκπτωση, μάλιστα, 25% έναντι άλλων, υποτιθέμενων, αγοραστών: «Το έργο του Leonardo da Vinci βρίσκεται στην κατοχή μου. Από τη στιγμή που ο καλλιτέχνης είναι Ιταλός, πιστεύω πως η Ιταλία είναι εκείνη που οφείλει να το αποκτήσει. Το όνειρό μου είναι να επιστρέψω τον πίνακα εκεί όπου ανήκει, στον τόπο, ο οποίος τον ενέπνευσε», κατέληγε ο αυτοαποκαλούμενος Leonardo V8.

Η πρώτη, ενστικτώδης, αντίδραση του Geri ήταν πως επρόκειτο για κακόγουστη φάρσα. Δεν ήταν άλλωστε η πρώτη φορά που λάμβανε επιστολές ανάλογου ύφους, τις οποίες, όπως ήταν επόμενο, αγνοούσε στη συνέχεια. Το ίδιο ακριβώς ήταν διατεθειμένος να πράξει και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Προτού, ωστόσο, καταστρέψει την επιστολή, έκρινε σκόπιμο να ενημερώσει τον Giovanni Poggi, προσωπικό του φίλο και διευθυντή της περίφημης Galleria degli Uffizi, του σημαντικότερου δηλαδή μουσείου της πόλης, εξειδικευμένου σε έργα τέχνης της ιταλικής Αναγέννησης. Εκείνος ήταν εκ των πραγμάτων ο καθ΄ ύλην αρμόδιος προκειμένου να αξιολογήσει την όλη κατάσταση. Έχοντας προηγουμένως διαβάσει με τη δέουσα προσοχή την επιστολή, ο Poggi συνέστησε στον φίλο του να διατηρήσει την επαφή με τον αποστολέα, επιδιώκοντας συνάντηση μαζί του. Υπακούοντας τη συμβουλή, ο Geri απάντησε στις 29 Νοεμβρίου στον μυστηριώδη Leonardo V. καλώντας τον στη Φλωρεντία μαζί με τον πίνακα, διατηρώντας πάντως σοβαρές επιφυλλάξεις ως προς την αξιοπιστία της όλης υπόθεσης9. Η απάντηση (τηλεγραφική τη φορά αυτή) από το Παρίσι υπήρξε άμεση και καταφατική10.

 



Η πρώτη και η τελευταία σελίδα της επιστολής της 24/11/1913 προς τον Geri, με την υπογραφή “Leonardo V.” (Πηγή: Archivio di Stato di Firenze, Tribunale di Firenze,fascicoli penali, n. 64/1914, c. 15r).

Στις 10 Δεκεμβρίου 1913 νωρίς το απόγευμα, ένας μικρόσωμος Ιταλός έκανε την εμφάνισή του στην γκαλερί του Geri στον αρ. 12 της Via Borgognissanti, λέγοντας ότι ονομάζεται Leonardo Vincenzo και πως είχε φέρει μαζί του από το Παρίσι τη Gioconda. Επανέλαβε προφορικά το επιχείρημα που είχε αναπτύξει στην επιστολή του, ότι δηλαδή ο πίνακας έπρεπε να επιστρέψει στην πατρίδα του και να εκτίθεται μόνιμα στη Galleria degli Uffizi, σε περίοπτη μάλιστα θέση. Αν και αιφνιδιασμένος καθότι δεν πολυπίστευε στη διενέργεια της επίσκεψης, ο Geri διατήρησε την ψυχραιμία του ζητώντας να δει τον πίνακα επειδή, όπως είπε, όφειλε να αποτελέσει αντικείμενο πραγματογνωμοσύνης. Έκπληκτος, άκουσε τον συνομιλητή του να συμφωνεί με χαρακτηριστική ευκολία, λέγοντας πως η Gioconda ήταν αυθεντική και βρισκόταν ασφαλής στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου διέμενε. Αποδέχθηκε την πρόταση να αναλάβει προσωπικά ο Poggi τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης. Ακολούθως έθίγη το καίριο ζήτημα του ύψους της αμοιβής. Σύμφωνα πάντοτε με τη μαρτυρία του Geri, ο Leonardo Vincenzo το προσδιόρισε σε 500.000 ιταλικές λίρες (το αντίστοιχο των 2.588.574,78 σημερινών ευρώ), ποσό αρκετά ευκαταφρόνητο για την εποχή εκείνη. Η συνάντηση κανονίστηκε για την επομένη το απόγευμα11.

Στις 19.30 μ.μ. της 11ης Δεκεμβρίου, οι Geri και Poggi μετέβησαν στο Albergo Tripoli-Italia (σήμερα λειτουργεί ως Albergo della Gioconda) της Via Panzani. Στο δωμάτιο αρ. 20 ανέμενε στωικά ο Leonardo Vincenzo. Ζήτησαν αμέσως να δουν τον πίνακα. Ο συνομιλητής τους άνοιξε ένα άσπρο σεντούκι με διπλό πάτο. Αφού αφαίρεσε ορισμένα χρησιμοποιημένα ρούχα και ένα ζευγάρι παλιά υποδήματα, άνοιξε το κάτω μέρος, οπότε και αποκαλύφθηκε η Μόνα Λίζα με όλη της τη μεγαλοπρέπεια, τοποθετημένη εκεί μέσα με μεγάλη προσοχή και φροντίδα. «Με το που είδαμε τον πίνακα, δημιουργήθηκε μέσα μας η αίσθηση ότι επρόκειτο πράγματι για το αριστούργημα του Leonardo da Vinci», περιέγραψε αργότερα ο Geri. «Το χαμόγελο της Gioconda ξαναζωντάνευε στη Φλωρεντία. Το κοιτάζαμε έκθαμβοι και κατασυγκινημένοι. Την ίδια στιγμή, ο Leonardo V. μας παρακολουθούσε με ένα συγκαταβατικό χαμόγελο λες και είχε ζωγραφίσει εκείνος τον πίνακα! Προκειμένου δε να άρει πάσα αμφιβολία, έδειξε την πίσω πλευρά του πίνακα, όπου διακρίνονταν πεντακάθαρα η σφραγίδα του Λούβρου και ο αριθμός καταγραφής του έργου. Μια επιπρόσθετη απόδειξη πως ο πίνακας ήταν αυθεντικός»12.


 

Alfredo Geri, o άνθρωπος που έφερε πίσω τη Gioconda.

Θέλοντας να έχει τη συνείδησή του ήσυχη και να κερδίσει πολύτιμο χρόνο, ο Poggi δήλωσε πως η Gioconda έπρεπε πάραυτα να μεταφερθεί στη Galleria degli Uffizi για τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης. Διαπιστώνοντας τον δισταγμό του συνομιλητή του, υποσχέθηκε μια ακόμα μεγαλύτερη αμοιβή στην περίπτωση που προέκυπτε ότι ο πίνακας ήταν αυθεντικός. Με βαριά καρδιά ο Leonardo Vincenzo τύλιξε το έργο με ένα κόκκινο σεντόνι, το έβαλε κάτω από τη μασχάλη του και συνοδευόμενος από τους Geri και Poggi ανέβηκε σε μια άμαξα με προορισμό το Μουσείο. Κατόπιν νέας άσκησης πίεσης, δέχθηκε να αφήσει εκεί τον πίνακα και να επιστρέψει στο ξενοδοχείο αναμένοντας το τελικό πόρισμα. Ήδη από την προηγούμενη ημέρα, ο Poggi είχε ενημερώσει τηλεγραφικά τον Corrado Ricci, πρόεδρο του Εθνικού Ιδρύματος Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης με έδρα τη Ρώμη, ο οποίος έσπευσε στη Φλωρεντία όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Με την πρώτη ματιά αποφάνθηκε περί της αυθεντικότητας του πίνακα. Η επόμενη κίνηση ήταν να ενημερωθεί η αστυνομία για τη σύλληψη του δράστη και η ιταλική κυβέρνηση για το χαρμόσυνο νέο. Λίγες ώρες αργότερα, στις 12 Δεκεμβρίου, ο δράστης συνελήφθη στο δωμάτιό του δίχως να αντιτάξει την παραμικρή αντίσταση. Το πραγματικό του όνομά ήταν Vincenzo Peruggia με καταγωγή από το χωριό Dumenza της Λομβαρδίας.

 


 

Η διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης στη Galleria degli Uffizi. Στο κάτω μέρος διακρίνεται το κόκκινο σεντόνι με το οποίο ο Vincenzo Peruggia είχε πρόχειρα τυλίξει τον πίνακα. Στη φωτογραφία ο πίνακας φέρει μια αυτοσχέδια κορνίζα.

Η Gioconda εκτέθηκε για μία εβδομάδα στη Galleria degli Uffizi προκαλώντας πραγματική κοσμοσυρροή. Υπολογίζεται πως 30.000 περίπου επισκέπτες παρήλασαν από μπροστά της μέσα σε χρονικό διάστημα τεσσάρων μόνο ωρών. Η προσέλευση του πλήθους υπήρξε τέτοιας έκτασης, ώστε να προκληθούν σοβαρά επεισόδια στην είσοδο του Μουσείου με συνακόλουθη τη δυναμική παρέμβαση της αστυνομίας. Ακολούθησε σύντομη επισκέψη στο Palazzo Borghese της Ρώμης οπότε και παραδόθηκε με κάθε επισημότητα στον πρέσβη της Γαλλίας, Camille Barrère (21 Δεκεμβρίου). Στον δρόμο της επιστροφής εκτέθηκε για δύο ημέρες και στην Pinacoteca di Brera του Μιλάνου (29-30 Δεκεμβρίου). Την επομένη το βράδυ, λίγο πριν από την αλλαγή του χρόνου και έπειτα από απουσία 28 μηνών, επέστρεψε εκεί όπου ανήκε δικαιωματικά, στο Μουσείο του Λούβρου. Ιδανικός πρωτοχρονιάτικος μποναμάς για τους αναρίθμητους θαυμαστές της! Ο Alfredo Geri τιμήθηκε για την ουσιαστική του συμβολή με το παράσημο Rosetta di Ufficiale dell’Istruzione Pubblica και εισέπραξε το ποσό των 25.000 ιταλικών λιρών που ο Σύλλογος Φίλων του Λούβρου είχε υποσχεθεί σε όποιον ανακάλυπτε τον πίνακα14.

 

 


Παρίσι, 4 Ιανουαρίου 1914. Η Gioconda επιδεικνύεται έξω από το γραφείο της διεύθυνσης του Λούβρου.

Vincenzo Peruggia: η απομυθοποίηση μιας θεαματικής κλοπής

Ο Vincenzo Peruggia, γιος του Giacomo Peruggia και της Celeste Rossi γεννήθηκε στις 8 Οκτωβρίου 1881 στη Dumenza, ένα γραφικό χωριό των Άλπεων σε κοντινή απόσταση από τα σύνορα με την Ελβετία. Το 1908 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι για βιοποριστικούς λόγους, ακολουθώντας το παράδειγμα πολλών συμπατριωτών του. Αρχικά εργάστηκε ως ελαιοχρωματιστής στις οικοδομές. Προσεβλήθη από μολυβδίαση (συχνή παρενέργεια του επαγγέλματος την εποχή εκείνη). Χρειάστηκε μάλιστα να νοσηλευθεί επί ένα δεκαπενθήμερο. Θορυβημένος από τη δυσάρεστη αυτή εμπειρία, άρχισε να αναζητεί απασχόληση σε παρεμφερείς, λιγότερο επικίνδυνους όμως, τομείς. Η τύχη το έφερε έτσι ώστε η συγκυρία να συμπέσει με μια αύξηση περιστατικών βανδαλισμών σε βάρος έργων τέχνης εντός των μουσείων. Ευρισκόμενη προ απροόπτου, η διοίκηση του Λούβρου ανέθεσε στην εταιρία A. Gobier την τοποθέτηση προστατευτικού υαλοπίνακα σε 1.600 περίπου εκθέματα, συμπεριλαμβανομένης και της Gioconda. Προκειμένου να καταφέρει να ανταποκριθεί στις ανάγκες της τεράστιας αυτής ανάθεσης μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, ο Gobier προσέλαβε έκτακτο υπαλληλικό προσωπικό. Σε αυτό συγκαταλεγόταν και ο Peruggia. Μάλιστα, ο τελευταίος ήταν ένα από τα πέντε μόλις άτομα, επιφορτισμένα με την ακριβή κοπή και την καθαριότητα των υαλοπινάκων. Έτσι εισήλθε εντελώς ανυστερόβουλα στο άδυτο του Μουσείου και απόκτησε επαφή με τον κόσμο της τέχνης.

 Στην πορεία διαπίστωσε ότι υπήρχε μεγάλος αριθμός έργων προερχομένων από την Ιταλία. Αδυνατούσε να κατανοήσει τον λόγο, για τον οποίον όλα αυτά είχαν συγκεντρωθεί σε ένα γαλλικό μουσείο και όχι στη χώρα όπου είχαν παραχθεί. «Δεν εργάστηκα για πολύ στο Λούβρο», δήλωσε σε συνέντευξη που παραχώρησε στην εφημερίδα Corriere della Sera έπειτα από την αποφυλάκισή του, «διατήρησα όμως επαφή με πολλούς συναδέλφους μου, τους οποίους συναντούσα συχνά εντός του Μουσείου, όπου ήμουν γνωστός. Μέσα μου είχε φωλιάσει η ιδέα πως η επιστροφή στην Ιταλία έστω και ενός από αυτά τα έργα θα ήταν ευγενής πρωτοβουλία. Έτσι γεννήθηκε η ιδέα της αρπαγής. Πρακτικά ήταν σχετικά εύκολο για κάποιον που γνώριζε τα κατατόπια όπως εγώ. Αρκεί να επέλεγα μια στιγμή όπου η αίθουσα θα ήταν έρημη. Κατείχα απόλυτα τον τρόπο, με τον οποίο ο πίνακας ήταν κρεμασμένος στον τοίχο. Μπορούσα να τον αποκαθηλώσω με μία μόνο κίνηση. Η κορνίζα βέβαια ήταν ογκώδης, εύκολο όμως να αποκοπεί από το τελάρο, το οποίο με τη σειρά του ήταν ελαφρύ για τη μεταφορά».

 

 


Βιομετρικό δελτίο της ιταλικής Σήμανσης αμέσως μετά τη σύλληψη του Peruggia (Πηγή: Archivio di Stato di Firenze,Tribunale di Firenze, fascicoli penali, n. 64/1914, c. 151/1a)

Ακόμα πιο αποκαλυπτική είναι η περιγραφή της αρπαγής του πίνακα. Εκπλήσσει με τον ερασιτεχνισμό, το θράσος, ταυτόχρονα όμως και με την αποτελεσματικότητα, με την οποία διεκπεραιώθηκε το όλο εγχείρημα: «Ένα πρωί πήγα στο Λούβρο και αντάλλαξα μερικές κουβέντες με φίλους που εξακολουθούσαν να εργάζονται εκεί. Επωφελούμενος από μια στιγμή περισπασμού απομακρύνθηκα από αυτούς δίχως να γίνω αντιληπτός και εισήλθα στην αίθουσα όπου βρισκόταν αναρτημένη η Gioconda. Η αίθουσα ήταν κενή κι’ εκείνη μου χαμογελούσε. Ήμουν πλέον αποφασισμένος να την πάρω μαζί μου. Μέσα σε δευτερόλεπτα ξεκρέμασα τον πίνακα από τον τοίχο. Αφαίρεσα την κορνίζα και κατευθύνθηκα προς μια σκάλα υπηρεσίας που γνώριζα εκ των προτέρων και την εγκατέλειψα εκεί. Επαναλαμβάνω πως δεν χρειάστηκαν παρά λίγα δευτερόλεπτα μόνο για όλα αυτά. Επανήλθα στην αίθουσα όπου ο πίνακας με περίμενε. Τον σκέπασα με την μπλούζα εργασίας που φορούσα, τον πήρα κάτω από τη μασχάλη μου κι’ έφυγα ανενόχλητος. Δεν με είχε δει κανείς. Δεν με υποπτεύθηκε κανείς. Έκτοτε, πόσα πράγματα ειπώθηκαν, πόσα γράφτηκαν! Πόσες υποθέσεις έγιναν γύρω από τον πιθανό δράστη και τα κίνητρα που τον έσπρωξαν! Ειπώθηκε ακόμα ότι επρόκειτο για κάποιον βάνδαλο, ο οποίος, υποκινούμενος από το κτηνώδες ένστικτο της καταστροφής, είχε κλέψει τον πίνακα με σκοπό να τον εξαφανίσει. Ούτε μία στιγμή δεν σκέφτηκαν την απλούστερη εκδοχή: εκείνη της κλοπής από έναν κακομοίρη σαν εμένα με κίνητρο ασφαλώς να επωφεληθεί από την ενέργειά του, αλλά και διακατεχόμενο από έναν απεριόριστο σεβασμό προς το αθάνατο αυτό έργο».

 Στο πλαίσιο των ανακρίσεων, όπως και της συνακόλουθης δίκης, ο Peruggia περιέγραψε μια ελαφρώς διαφορετική διαδικασία. Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω, δήλωσε ότι εισήλθε στο κτήριο λίγο μετά τις 7 το πρωί από την είσοδο που προοριζόταν για τους εργάτες. Κατόπιν ανέβηκε τη μεγάλη σκάλα που συνέδεε το ισόγειο και τον πρώτο όροφο με το Τετράγωνο Σαλόνι. Αφού αφαίρεσε τον πίνακα από τον τοίχο, έφτασε στην πλησιέστερη σκάλα υπηρεσίας κι’ εκεί ξεβίδωσε το πλαίσιο, εγκαταλείποντάς το επί τόπου. Με τον πολύτιμο πίνακα τυλιγμένο στο παλτό εργασίας του, έφτασε στο ισόγειο και προσπάθησε μάταια να ανοίξει την πόρτα της σκάλας υπηρεσίας ξεβιδώνοντας τη λαβή. Τη στιγμή εκείνη κατέφθασε ένας υπάλληλος του Μουσείου ονόματι Jules Sauvé, ο οποίος ξεκλείδωσε την πόρτα, βγήκε και την ξανακλείδωσε από την έξω πλευρά. Συνεπώς, ο Peruggia ήταν εκ νέου παγιδευμένος και αναγκάστηκε να ψάξει για άλλο δρομολόγιο διαφυγής. Επανήλθε στα βήματά του και διασχίζοντας εκ νέου τις αίθουσες του ισογείου, εξήλθε τελικά από την πύλη Jean Goujon στο Quai du Louvre, στο ύψος του Σηκουάνα. Ο εν λόγω υπάλληλος κατέθεσε αργότερα στην αστυνομία πως είχε βρει τη λαβή της πόρτας ξεβιδωμένη από μέσα και έναν εργάτη να κάθεται στα σκαλοπάτια. Περιέγραψε τον τελευταίο ως ψηλό (!), κοκκινοτρίχη (!) και γενειοφόρο (!). Προφανώς η παρατηρητικότητα δεν συγκαταλεγόταν μεταξύ των αρετών του Sauvé. Ένας περαστικός από το Quai du Louvre (André Bouquet), δήλωσε επίσης στην αστυνομία πως γύρω στις 7.30 π.μ. είχε δει έναν μικρόσωμο άνδρα να κουβαλάει κάτω από τη μασχάλη του ένα ορθογώνιο πακέτο διαστάσεων αντίστοιχων με αυτές του πίνακα, να απομακρύνεται με βήμα ταχύ απο την περιοχή και να πετάει ένα αντικείμενο. Φορούσε καπέλο και είχε την πλάτη γυρισμένη, κατά συνέπεια τα χαρακτηριστικά του δεν ήταν διακριτά. Πράγματι, έχοντας απαλλαγεί από τη λαβή της πόρτας, ο Peruggia μετέβη στο δωμάτιό του στην Rue de l’Hôpital Saint-Louis, όπου έκρυψε τη Gioconda μέσα σε έναν βοηθητικό χώρο, ο οποίος χρησίμευε ως αποθήκη για καυσόξυλα. Ακολούθως, μετέβη με καθυστέρηση στη Rue du Bourg Tibourg για δουλειά. Δικαιολογήθηκε λέγοντας ότι το προηγούμενο βράδυ είχε ξενυχτίσει. Ο πίνακας παρέμεινε στο δωμάτιό του για μερικούς μήνες, στερούμενος κάθε είδους προστασίας. Αργότερα, φοβούμενος ότι η υγρασία θα μπορούσε να τον καταστρέψει, ο Peruggia αποφάσισε να τον εμπιστευτεί προσωρινά στον φίλο και συμπατριώτη του Vincenzo Lancellotti επί έξι εβδομάδες, έως ότου κατασκευάσει ένα ειδικό ξύλινο κιβώτιο προκειμένου να τον αποθηκεύσει με ασφάλεια. Συνεπώς, σε αντιδιαστολή με όσα ισχυρίστηκε στον Τύπο, στην όλη υπόθεση υπήρξαν και αυτόπτες μάρτυρες και συνεργός17.

 Στις 18 Ιανουαρίου 1914, με την ολοκλήρωση της ανάκρισης, ο εισαγγελέας κατέθεσε το τελικό πόρισμα, επισημαίνοντας ότι πολλές από τις δηλώσεις του κατηγορούμενου είχαν διασταυρωθεί με στοιχεία που είχαν σταλεί στη Φλωρεντία από τις γαλλικές διωκτικές αρχές. Επιπλέον, διευκρίνισε ότι, έπειτα από επίσημο αίτημα της κυβέρνησης του Παρισιού, η ποινική δίωξη αφορούσε έγκλημα που είχε διαπραχτεί στο εξωτερικό. Ως εκ τούτου, ζήτησε από τον ανακριτή να κηρύξει την έρευνα περατωθείσα και να διατάξει την παραπομπή του Peruggia στο Ποινικό Δικαστήριο για εκδίκαση. Η απόφαση του ανακριτή, που εκδόθηκε λίγες ημέρες αργότερα, είχε ως στόχο να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν ούτε φανατικός πατριώτης ούτε διανοητικά διαταραγμένη προσωπικότητα, υπογραμμίζοντας αντ’ αυτού την έξυπνη συμπεριφορά που διατήρησε μετά την κλοπή. Η εισαγγελία υποστήριξε, επομένως, ότι ο Peruggia δεν ήταν ούτε απερίσκεπτος ούτε ανεύθυνος, αλλά πως απλώς αγνοούσε το γεγονός ότι ο Ιταλικός Ποινικός Κώδικας προέβλεπε τη δίωξη εγκλημάτων διαπραχθέντων στο εξωτερικό από Ιταλούς πολίτες. Κατόπιν τούτου, η ακροαματική διαδικασία ορίστηκε για τις 31 Μαρτίου. Ωστόσο, ο συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε αίτημα για ψυχιατρική αξιολόγηση, δικαιολογώντας την ως εξής: «Οι περιστάσεις υποδηλώνουν απόλυτη έλλειψη κριτικής αντίληψης στον κατηγορούμενο και ως εκ τούτου εγείρουν εύλογες αμφιβολίες για τη διανοητική ικανονικότητά του». Το αίτημα κατατέθηκε στις 25 Μαΐου και η ακροαματική διαδικασία αναβλήθηκε για τις 4 Ιουνίου. Η απόφαση του Δικαστηρίου επιβεβαίωσε ουσιαστικά τις θέσεις που είχε ήδη εκφράσει η εισαγγελία, απορρίπτοντας τα συμπεράσματα της ψυχιατρικής εκτίμησης και επαναλαμβάνοντας ότι το κίνητρο του κέρδους από την κλοπή είχε αποδειχθεί από τις επιστολές του Peruggia προς τον πατέρα του, όπου ανακοίνωνε το χρηματικό ποσό που επρόκειτο να εισπράξει καθώς και τη συνακόλουθη επάνοδό του στην Ιταλία. Είχε δε επιβεβαιωθεί και από προγενέστερη απόπειρα πώλησης της Gioconda στο Λονδίνο. Επιπλέον, η εν γένει συμπεριφορά του Peruggia στο πλαίσιο δύο προκαταρκτικών κρούσεων στις οποίες προέβη ταυτόχρονα προς δύο άλλους παλαιοπώλες, απέδειξε ότι δεν είχε ενεργήσει σε κατάσταση ψυχικής ασθένειας, αλλά αντίθετα πως είχε κινηθεί με πανουργία και υστεροβουλία. Βάσει των Άρθρων 5 του Ποινικού Κώδικα (έγκλημα που διαπράχθηκε σε ξένο έδαφος), 403 (επιβαρυντική περίσταση για κλοπή που διαπράχθηκε σε δημόσια αξιώματα, αρχεία ή ιδρύματα) και 431 (επιβαρυντική περίσταση για μεγάλη αξία), ο Peruggia κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενός έτους και 15 ημερών, αποζημίωση και δικαστικά έξοδα. Η εφετειακή απόφαση, η οποία εκδόθηκε στις 27 Ιουλίου 1914, επιβεβαίωσε την κρίση των πρώτων δικαστών, επαναλαμβάνοντας πως ήταν αδύνατον να θεωρηθεί ότι είχε ενεργήσει αφιλοκερδώς για έναν ουσιαστικά πατριωτικό σκοπό, και ότι κατά τη στιγμή της κλοπής ήταν πλήρως συνειδητοποιημένος. Η ποινή, ωστόσο, μειώθηκε σε 7 μήνες και 8 ημέρες, οι οποίες είχαν ήδη εκτιθεί με προληπτική κράτηση18.

 


 

Η δίκη του Vincenzo Peruggia ενώπιον του Ποινικού Δικαστηρίου της Φλωρεντίας τον Ιούνιο του 1914.

Πράγματι, οι έρευνες ανέδειξαν ορισμένες πτυχές της όλης υπόθεσης, προτού η περίφημη επιστολή της 24ης Νοεμβρίου 1913 σταλεί προς στον Geri. Ο Vincenzo Peruggia κράτησε τη Gioconda στο παριζιάνικο δωμάτιό του για περίπου δύο χρόνια και τρεις μήνες, από το 1911 έως το 1913. Τον Ιούλιο του 1913, όταν άρχισε να συνειδητοποιεί ότι η επιστροφή του πίνακα στην Ιταλία δεν θα ήταν τόσο απλή υπόθεση, αποφάσισε να επισκεφθεί διερευνητικά το Λονδίνο. Σύμφωνα με όσα προέκυψαν από τις ανακρίσεις, επιδίωκε να ζητήσει συμβουλές σε μια χώρα, την Αγγλία, η οποία φάνταζε κάπως ουδέτερη. Μετέβη στο κατάστημα με αντίκες των αδελφών Duveen στην Old Bond Street, έναν δρόμο γνωστό για τις γκαλερί τέχνης και τους οίκους δημοπρασιών που φιλοξενούσε. Εκεί διηγήθηκε την ιστορία του αναλυτικά, εισπράττοντας την απάντηση πως όφειλε να επιστρέψει άμεσα τον πίνακα στον νόμιμο ιδιοκτήτη του, το Λούβρο. Στις 5 Οκτωβρίου του ιδίου έτους, ο Peruggia απηύθυνε επιστολή στον πολιτικό υποψήφιο της εκλογικής του περιφέρειας, ονόματι Luchini, ζητώντας του να μεσολαβήσει στον Σύλλογο Leonardo da Vinci που πίστευε ότι συνέλεγε τα έργα του μεγάλου ζωγράφου της Αναγέννησης, ώστε να πουλήσει τη Gioconda έναντι χρηματικού ποσού. Αυτοσυστήθηκε μάλιστα ως ένας ένθερμος ψηφοφόρος της εκλογικής περιφέρειας Gavirate, υπογράφοντας ως «Monsieur P. P.». Στις 25 Νοεμβρίου, απευθύνθηκε επίσης σε κάποιον Corvisieri, παλαιοπώλη της Ρώμης, κάνοντάς του μια πρόταση σχεδόν πανομοιότυπη με εκείνη που την ίδια ακριβώς στιγμή είχε υποβάλει προς τον Geri. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις επαναλαμβάνεται ο διακαής πόθος η Gioconda να επιστρέψει στη Φλωρεντία, όπου είδε το φως τo 1503, και μάλιστα στη Galleria degli Uffizi. Σε όλες τις επιστολές υπάρχει αναφορά περί οικονομικής αποζημίωσης. Ωστόσο, καμία από τις προαναφερθείσες προσπάθειες δεν οδήγησε σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα, ούτε σε προσφορές για αγορά, πλην φυσικά της ανταπόκρισης του Geri, η οποία και οδήγησε τελικά στην ευτυχή ανάκτηση του πίνακα.

Δύο ερωτήματα παραμένουν προς εξυχνίαση τώρα πια που ο ορίζοντας έχει ξεκαθαρίσει στο μεγαλύτερό του ποσοστό. Το πρώτο αφορά τα κίνητρα της κλοπής και έχει ήδη απαντηθεί ως επί το πλείστον από τα πρακτικά της δίκης. Η επιστροφή του πίνακα έναντι χρηματικής αμοιβής φαίνεται πως είχε φωλιάσει στον νου του Peruggia. Από την αρχή όμως; Οι αδιάσειστες αποδείξεις καλύπτουν την τελευταία μόνο πράξη του δράματος. Τί σκεφτόταν άραγε τη στιγμή που τον αφαιρούσε από το Λούβρο; Ο ίδιος και οι επίγονοί του κόπτονται πως είχε κινηθεί από αγνά πατριωτικά αισθήματα. Αυτή άλλωστε υπήρξε και η κύρια υπερασπιστική γραμμή καθόλη τη διάρκεια της δίκης. Όταν στις 12 Δεκεμβρίου του 1913 αντίκρισε έπληκτος τους αστυνομικούς στην πόρτα του ξενοδοχείου, το τελευταίο πράγμα που ανέμενε ήταν να συλληφθεί. Τους υποδέχθηκε με τα ακόλουθα χαρακτηριστικά λόγια: «Εάν το έργο του Leonardo da Vinci επιστρέφει σήμερα στη γενέτειρά του, αυτό το οφείλετε στον Vincenzo Perrugia, γιο του Giacomo, 22 ετών από την Dumenza, εδώ και καιρό εγκατεστημένο στο Παρίσι. Είμαι διακοσμητής, δηλαδή κατά κάποιο τρόπο καλλιτέχνης κι’ εγώ. Στη Γαλλία είδα στοιβαγμένα πολλά έργα, προϊόντα της δικής μας μεγαλοφυίας. Πόσες και πόσες φορές δεν στάθηκα μπροστά από τη Gioconda ενόσω εργαζόμουν στο Λούβρο! Αισθανόμουν βαθιά ταπεινωμένος κοιτάζοντάς την σαν να επρόκειτο για ένα λάφυρο, σαν μια δόξα της Γαλλίας».

Όσα αγνά κι’ αν ήταν τα αισθήματά του, στο συγκεκριμένο αυτό σημείο ο Peruggia είχε άθελά του υποπέσει σε ένα θεμελιώδες ιστορικό ατόπημα. Κάνοντας λόγο περί λαφύρου, υπαινισσόταν τα αναρίθμητα, πράγματι, έργα τέχνης που ο Ναπολέων Βοναπάρτης είχε κομίσει στη Γαλλία έπειτα από τη νικηφόρα εκστρατεία του στην Ιταλία (1796-1797). Με τη διαφορά του ότι η Gioconda δεν ανήκε σε αυτή την κατηγορία. Είχε συνοδεύσει τo 1516 τον da Vinci στο Amboise της περιοχής του Λίγηρα, όπου ο μεγάλος ζωγράφος πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Λίγο αργότερα μάλιστα, πούλησε τον πίνακα στον τότε προστάτη του, τον βασιλιά Φραγκίσκο Α΄, έναντι του ποσού των 4.000 χρυσών δουκάτων. Έκτοτε η Gioconda αποτελεί νομίμως κρατική περιουσία της Γαλλίας, διαφέροντας παρασάγγας από άλλες περιπτώσεις, όπως π.χ. εκείνη των Μαρμάρων του Παρθενώνα. Αυτό άλλωστε αποδείχθηκε περίτρανα από τη στάση, την οποία οι ιταλικές αρχές υιοθέτησαν το 1913. Παρά το γεγονός ότι ο πίνακας ανακτήθηκε στην ίδια τη γενέτειρά του, οι τελευταίες δεν διανοήθηκαν ούτε στιγμή να τον διεκδικήσουν, σπεύδοντας μάλιστα να τον επιδώσουν με κάθε επισημότητα εκεί όπου δικαιωματικά ανήκε. Τέλος, στην απόφαση του Peruggia είναι πιθανό να διαδραμάτισε κάποιο ρόλο και η δίψα για προσωπική εκδίκηση. Στις αρχές του αιώνα, οι Ιταλοί εργάτες, φτωχοί, αγράμματοι και απασχολούμενοι σε επαγγέλματα που ενέπνεαν μόνο περιφρόνηση, αντιμετωπίζονταν από τους Παριζιάνους ως πολίτες ήσσονος κατηγορίας. Ο ίδιος διατεινόταν πως δεν ήταν λίγες οι φορές που τον αποκαλούσαν υποτιμητικά «sale macaroni» (παλιομακαρονά).

 

 


Η ιστορία της Gioconda. Από την αγορά του πίνακα από τον Φραγκίσκο Α΄ μέχρι την κλοπή του το 1911 και την ανάκτησή του δύο χρόνια αργότερα.

Το δεύτερο ερώτημα σχετίζεται εκ νέου με την ανικανότητα των γαλλικών διωκτικών αρχών. Ενώ αυτές κινητοποίησαν έναν εντυπωσιακό, για την εποχή εκείνη, μηχανισμό και είχαν στη διάθεσή τους ευθύς εξαρχής όλα τα στοιχεία, στάθηκε αδύνατο να διελευκάνουν την υπόθεση της κλοπής. Ο Louis Lépine εθεωρείτο ως ο αποτελεσματικότερος αστυνομικός διευθυντής σε παγκόσμια κλίμακα. O Alphonse Bertillon είχε εισαγάγει την επαναστατική μέθοδο του βιομετρικού εντοπισμού των εγκληματιών μέσω της ταυτοποίησης των δακτυλικών τους αποτυπωμάτων. Και τέτοια, ανήκοντα ασφαλώς στον δράστη, βρέθηκαν σε άριστη κατάσταση επάνω στον εγκαταλειμμένο υαλοπίνακα της Gioconda. Όλοι οι έχοντες άμεση ή έμμεση εργασιακή σχέση με το Μουσείο του Λούβρου εξετάστηκαν με αυτόν τον τρόπο. Όλοι πλην ενός: του Vincenzo Peruggia! Πόσο μάλλον που ο τελευταίος είχε συλληφθεί το 1909 για παράνομη οπλοφορία και τα αποτυπώματά του συμπεριλαμβάνονταν στις καταστάσεις της Σήμανσης, που αριθμούσαν όμως συνολικά 750.000 υπόπτους. Το επιχείρημα πως οι αρχές είχαν κληθεί να εξετάσουν ούτε λίγο ούτε πολύ 7.500.000 δακτυλικά αποτυπώματα (750.000 Χ 10 δάκτυλα) θα μπορούσε σε τελευταία ανάλυση να λειτουργήσει ως ελαφρυντικό στοιχείο για το φιάσκο της έρευνας.

Εκεί όμως που δεν μπορεί να λειτουργήσει κανένα απολύτως ελαφρυντικό, είναι στην περίπτωση της αιφνίδιας επίσκεψης ενός αστυνομικού στο δωμάτιο του Peruggia στον αριθμό 5 της Rue de l’Hôpital Saint-Louis λίγο καιρό μετά την κλοπή. Τον βρήκε να τρώει ατάραχος το μεσημεριανό του. Έπειτα από μια φευγαλέα ματιά στον χώρο, έφυγε πεπεισμένος ότι ο πίνακας δεν βρισκόταν εκεί. Πώς θα ήταν, άλλωστε, δυνατόν να κρύβεται σε έναν τόσο άθλιο χώρο από κάποιον φτωχό εργάτη, οι γνώσεις του οποίου περί τέχνης ήταν μηδαμινές; Κι’ όμως, από την έρευνα που πραγματοποιήθηκε στον ίδιο χώρο έπειτα από τη σύλληψη του Peruggia στη Φλωρεντία, αποδείχθηκε πως δεν είχε καθόλου ληφθεί υπόψη μια αποθήκη για καυσόξυλα, διαστάσεων 1,80 Χ 1,80 μ., ακριβώς πίσω από το κρεββάτι. Η Mona Lisa βρισκόταν εκεί, ήσυχη, διακριτική και, όπως πάντα, χαμογελαστή!

 

 


Η αποθήκη καυσόξυλων όπου επί 28 μήνες ήταν κρυμμένη η Gioconda.

Περισσότερο απλά, απλοϊκά, δεν θα μπορούσαν να έχουν τα πράγματα σε κάθε επίπεδο: κλοπής, απόκρυψης και ανάκτησης του πίνακα. Αυτό υπήρξε το στοιχείο εκείνο, το οποίο αποπροσανατόλισε πλήρως τις έρευνες των διωκτικών αρχών. Όσο δε για τον Vincenzo Peruggia, έναν αγράμματο, κακομοίρη εργάτη, ο οποίος ζώντας μέσα στη δική του καθημερινότητα, επί δυόμισι όμως ολόκληρα χρόνια συμβίωσε με το δημοφιλέστερο, στις μέρες μας, έργο τέχνης φυλάσσοντάς το με ιδιαίτερη τρυφερότητα και φροντίδα (δεν υπέστη την παραμικρή φθορά), είναι βέβαιο πως ένοιωθε κατά καιρούς με τον δικό του τρόπο την εθνική χορδή να πάλλεται μέσα του.

  Δείτε στο youtube:

Mona Lisais Missing – The Man Who Stole The Masterpiece | Full documentary by JoeMedeiros (2013)


 Επίμετρο

Η σύνταξη του παρόντος κειμένου είχε ολοκληρωθεί όταν, στις 19 Οκτωβρίου 2025, έλαβε χώρα η θεαματική ληστεία των κοσμημάτων του Στέμματος της Γαλλίας από το Μουσείο του Λούβρου. Η αντιπαραβολή με την αρπαγή του 1911 είναι αναπόφευκτη, αν και τη φορά αυτή το έγκλημα διαπράχθηκε με θρασύτατο και εξόχως προκλητικό τρόπο. Η αμηχανία των διωκτικών αρχών και η μέχρι στιγμής αδυναμία τους να εντοπίσουν (επισήμως τουλάχιστον) τους δράστες, τον εγκέφαλο της ληστείας και τα κλοπιμαία, επιφορτώνοντας μάλιστα ξένες χώρες με την κατηγορία της ηθικής αυτουργίας δίχως κανένα απολύτως αποδεικτικό στοιχείο, αποτελεί ακριβή αναπαραγωγή των όσων συνέβησαν μόλις έγινε αντιληπτή η κλοπή της Gioconda. Μήπως στην περίπτωση αυτή βρισκόμαστε ενώπιον της επιβεβαίωσης του γνωστού αποφθέγματος, σύμφωνα με το οποίο η Ιστορία ναι μεν επαναλαμβάνεται, αλλά μόνο ως φάρσα;

 Ενδεικτική Βιβλιογραφία



Γιάννης Μουρέλος

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Ομότιμος Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ, τ. Διευθυντής και τ. Αντιπρόεδρος του Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (ΙΜΧΑ). Διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Σορβόννης (Université Paris IV - Sorbonne). Είναι συγγραφέας αυτοτελών μελετών και άρθρων που έχουν δημοσιευθεί στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Έχει παρασημοφορηθεί από τη Γαλλική Κυβέρνηση με τα διάσημα του Τάγματος των Ιπποτών των Γραμμάτων και Τεχνών (Chevalier des Arts et des Lettres).


Πηγή: Επιμύθιον 

Post a Comment

Νεότερη Παλαιότερη