Ποιος τεχνίτης έκαμε αυτήν την πόρτα; Ολος ο ζεστός τόνος του Αιγαίου, της Μεσογείου, η κίνησή του, είναι βαλμένος μες στη δουλειά τούτη δεμένος με κάτι που είναι ασκητικό χωρίς να είναι σκοτεινό και βαρύ. Ολη η χάρη των νησιωτών. Ποιος μάστορης μπόρεσε να βάλη τόση σοφία σ’ αυτή τη δουλειά; Κι υστερα τα κτίσματα. Παρουσιάζονται σε μιαν ενότητα, καθώς μπαίνουμε στην αυλή στο βάθος, δεξιά του ναού. Ασπρες καμάρες, κολόνες και θόλοι. Αναρωτιέται ο προσκυνητής: «Κάστρο αιγαιοπελαγίτικο είναι τούτο εδώ, ή παλιό βυζαντινό μοναστήρι, ή καταφύγιο των ψαράδων και των γεμιτζήδων σε ώρα επιδρομής κουρσάρων;». Ο ναός ως τη στιγμή αυτή δεν έχει ακόμα τραβήξει το μάτι. Μένει διακριτικά στο περιθώριο, τυλιγμένος στη φωτεινή ομίχλη, σα να θέλη ν’ αφήση τον προσκυνητή να τελειώση ό,τι έχει να κάμη, για νάρθη, επί τέλους, κορυφαία και εκείνου η ώρα, του ναού.
Η ώρα του έρχεται, πράγματι, μυθική και ασύλληπτη. Καθώς μπαίνουμε στο ναό, καταπλημμυρίζει αμέσως την ψυχή μας ό,τι αντικρύζει, ό,τι την περιβάλλει, το θάμβος της πίστης.
Σα να σε παίρνη μαζί του για πάντα αυτό το απίστευτο όραμα: Κρεμασμένα απ’ τα ασημένια καντήλια που γεμίζουν το ναό, κρεμασμένα απ’ το νάρθηκα ως την Ωραία Πύλη, λαμποκοπώντας απ’ το φως του Aιγαίου όσο μπαίνει μέσα εδώ, είναι τα αναθήματα, χιλιάδες: καραβάκια, και χέρια, και παιδιά, και δίχτυα, και λεβέτια, και ψάρια, ασημένια όλα, το ένα να δένεται με τον πιο εκπληκτικό τρόπο με το άλλο.
Αν δεν ήξερες θα έλεγες: – Ποια μάνα στόλισε έτσι, τη νύχτα, την κάμαρα του παιδιού της μ’ όλο τούτο το παραμύθι ν’ ανοίξη το πρωί τα μάτια του και να γεμίσουν χαρά και φως; Πώς μπόρεσε να το σκεφτή αυτό το όνειρο και να το στήση έτσι πάνω απ’ το κοιμισμένο παιδί;
Ετσι θάλεγες αν δεν ήξερες. Μα εσύ ξέρεις. Εδώ είναι οι μάνες μας, οι άγιες πολυπικραμένες μάνες μας, με τη μαύρη μαντήλα στο κεφάλι που, γονατιστές, ικετεύουνε τη Μεγαλόχαρη να τις λυπηθή και να τα λυπηθή – τα παιδιά τους που κινδυνεύουνε. Εδώ είναι οι καραβοκυραίοι μας κι οι σφουγγαράδες μας, κι οι γεμιτζήδες μας, που χαροπαλεύουνε στο πέλαγο. Εδώ είναι οι πολεμιστές μας των τόσων πολλών πολέμων που έπρεπε να κάμη η Ελλάδα.
Εδώ, στην ώρα τη δύσκολη, στράφηκαν πάντα οι καρδιές των πιστών να βρούνε καταφύγιο. Τόση αγωνία, και τόση ελπίδα και τόσος πόνος σε κανένα άλλο μέρος της Ελλάδας δεν έχει στοιβαχτή. Σφίγγεται η καρδιά από συγκίνηση, δάκρυα έρχονται στα μάτια, καθώς προχωρείς προς την εικόνα της Παναγίας, έχοντας από πάνου σου τ’ ασημένια αφιερώματα της λατρείας.
Ενας νέος ιερέας με μακρύ ασκητικό πρόσωπο, αντιγραφή από φιγούρες των Βυζαντινών, στέκεται μπροστά στο εικόνισμα και λέει την εσπερινή προσευχή. Μια μαυροντυμένη γυναίκα κάθεται πλάι στη Βαγγελίστρα, κρατά βαμβάκι με ροδόσταμα και σκουπίζει κάθε τόσο το γυαλί που σκεπάζει το εικόνισμα.
Καθώς σκύβουμε να προσκυνήσουμε τα μάτια μας είναι θαμπά, σχεδόν δεν ξεχωρίζουν τίποτα καθαρά. Βλέπουμε, μες στο θάμβος, σκεπασμένο όλο το εικόνισμα με πολύτιμα πετράδια που λαμποκοπάνε, σκεπασμένο με ασήμι και με χρυσό. Σκύβεις να το ασπασθής και μυρίζει το ροδόσταμα, ενώ πλάι σου η προσευχή του ιερέα λέει για την παραμυθία και για την ελπίδα.
Ο άνθρωπος τώρα, έχοντας προσκυνήσει, αισθάνεται να μην είναι μόνος, να μην είναι άσπιλος απέναντι στη μοίρα που παραμονεύει, απέναντι στα έγκατα.
Καθώς προχωρώ λίγο πιο πέρα μες στο ναό, προς την Ωραία Πύλη, βρίσκω ταραγμένον ένα συνταξιδιώτη. Βλέπω πλάι τη γυναίκα του να κλαίη. Ξέρω γιατί κλαίει. Ξέρω πως μίλησε με την ελπίδα. Πέρυσι είχε χάσει δυο παιδιά. Φέτος που η ζωή ξαναμίλησε μες στα σπλάχνα της, ήρθε να παρακαλέση πάλι, σαν μητέρα σε μητέρα, να ικετέψη τη Δέσποινα του Αρχιπελάγου, αυτή τη φορά η ελπίδα να μη χαθή, να ζήση το παιδί της.
Καθώς βλέπω τα δάκρυα αυτής της νέας μητέρας να λαμποκοπάνε στα μάτια της ώσπου να τα πάρη ο χώρος της λατρείας και του ασημιού, συλλογίζομαι όλες τις μητέρες μας που τους γράφτηκε να πληρώνουνε, πρώτες πάντα στη θεωρία του πένθους, τη δόξα και την περιπέτεια του Ελληνισμού. Τις συλλογίζομαι ακουμπισμένες σ’ αυτήν εδώ την κιβωτό του Αιγαίου, σ’ αυτό εδώ το ασημένιο καράβι.
Σημείωση: Το κείμενο του Ηλία Βενέζη, πρώτο μέρος του άρθρου του «Δέσποινα του Αρχιπελάγου», αναδημοσιεύεται από το φύλλο του «Βήματος» της 19ης Αυγούστου 1969 (έχει τηρηθεί η ορθογραφία του πρωτότυπου προσαρμοσμένη στο μονοτονικό). ΤΟ ΒΗΜΑ


Δημοσίευση σχολίου