*Γράφει η Γέμα Τζαμαλούκα
Κάθε χρόνο οι τροχαίες συγκρούσεις σκοτώνουν γύρω στο 1.19 εκατομμύρια ανθρώπους και πάνω από 50 εκατομμύρια άνθρωποι τραυματίζονται. Οι τραυματισμοί αντιπροσωπεύουν την κύρια αιτία θανάτου ανάμεσα σε νέους ανθρώπους, ηλικίας 15-29 ετών, και αυξάνονται δραματικά στις αναδυόμενες οικονομίες (WHO, 2026).
Η έκθεση
της Global Status Report on Road Safety (2023) αναφέρεται σε: Ευάλωτους χρήστες:
Πεζoύς, ποδηλάτες και αναβάτες δικύκλων οι οποίοι αποτελούν πάνω από το μισό
των θυμάτων παγκοσμίως, με τους πεζούς και τους μοτοσικλετιστές
να έχουν το υψηλότερο ποσοστό. Σαν κύριες αιτίες αναφέρεται στην υπερβολική ταχύτητα (κάθε αύξηση 1% στη
μέση ταχύτητα αυξάνει τον κίνδυνο θανατηφόρας σύγκρουσης κατά 4%), η οδήγηση
υπό την επήρεια αλκοόλ, η απόσπαση προσοχής (χρήση κινητού) και η
μη χρήση ζώνης/κράνους. Όσον αφορά τις κοινωνιοδημογραφικές ανισότητες η
έκθεση αναφέρει ότι το 90% των θανάτων καταγράφεται σε χώρες χαμηλού και
μεσαίου εισοδήματος, παρόλο που σε αυτές τις χώρες αντιστοιχεί μόλις το 60% των
οχημάτων παγκοσμίως.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι θάνατοι
παρουσίασαν στασιμότητα, με το μέσο ποσοστό να διαμορφώνεται σε 44 θανάτους ανά
εκατομμύριο κατοίκων.
Η Ελλάδα βρίσκεται σε δυσμενή
θέση, καταγράφοντας αύξηση με περισσότερους από 60 θανάτους ανά εκατομμύριο
κατοίκων, αριθμός που τη διατηρεί στις υψηλότερες θέσεις της λίστας μέσα στην
ΕΕ.
Το δίλημμα που υπάρχει σε
μια κοινωνία με «κουλτούρα αυτοκινήτου» είναι ότι αυτή η κουλτούρα της
οδήγησης έρχεται σε σύγκρουση με τις ρυθμίσεις για την ασφάλεια στην οδήγηση
και με την ενδυνάμωση αυτών των ρυθμίσεων, με την προϋπόθεση βέβαια να
λειτουργούν και να εφαρμόζονται και οι νόμοι.
Η τάση πολλών ανθρώπων
είναι να υπολογίζουν την πιθανότητα του να συμβεί ένα γεγονός από την ευκολία
με την οποία μπορούν να ανακαλέσουν στη μνήμη τους μια πληροφορία που να αφορά
το γεγονός αυτό. Ιδιαίτερα οι οδηγοί αυτοκινήτων συχνά εκδηλώνουν μια αισιόδοξη
μεροληψία έχοντας την πεποίθηση ότι «ένα ατύχημα δεν θα συμβεί σε εμένα»!
Τα άτομα αγνοούν τα χαμηλής πιθανότητας γεγονότα, υποθέτοντας ότι είναι κάτω
από το όριο της ανησυχίας.
Πριν από χρόνια όταν είχε
ξεκινήσει η συζήτηση για τις ζώνες οδήγησης, τα άτομα δίσταζαν να δεθούν
γιατί θεωρούσαν, ότι η πιθανότητα το ταξίδι που θα έκαναν θα μπορούσε να αποβεί
μοιραίο ήταν εξαιρετικά χαμηλή.
Δεχόμαστε ότι η έννοια
της κουλτούρας ασφάλειας στον δρόμο επηρεάζει τις συμπεριφορές διακινδύνευσης
και θεωρούμε ότι μπορούμε να αναπτύξουμε αποτελεσματικές παρεμβάσεις ασφάλειας
στον δρόμο εφόσον λειτουργούν είπαμε και
οι νόμοι.
Δεν θα «ξεφορτωθούμε» βέβαια τον κίνδυνο, γιατί
η ίδια η ζωή περιέχει ρίσκο, αλλά μπορούμε να αποκτήσουμε έναν πιο
συστηματικό τρόπο, ώστε να βοηθήσουμε τους ανθρώπους να ελέγχουν περισσότερο
τις ζωές τους. Υπάρχει ανάγκη να εργαζόμαστε και να εκπαιδευόμαστε, ώστε ως
επαγγελματίες υγείας να αυξήσουμε τα πλεονεκτήματα και να μειώσουμε τις ζημιές. Διαχείριση του κινδύνου
σημαίνει να αναγνωρίσουμε τα πιθανά οφέλη με την αξιολόγησή του και, συνεπώς,
να μειώνονται οι βλάβες που συμβαίνουν ως αποτέλεσμα του κινδύνου.
Τέλος, ο ανθρώπινος
παράγοντας είναι πάντα αυτός που επιδέχεται αλλαγή και τροποποίηση. Η
κουλτούρα και τα πολιτισμικά περιβάλλοντα θα αλλάξουν με την «κρίσιμη μάζα»
των διαφοροποιημένων αντιλήψεων των ανθρώπων σε ατομικό επίπεδο, στον βαθμό
που είμαστε ενταγμένοι σε ένα δημοκρατικό, πολιτικό περιβάλλον. Εξάλλου, οι
μικρές, επιμέρους αλλαγές σε ένα ζωντανό σύστημα κάνουν τη διαφορά στο σύνολο
σε βάθος χρόνου.
Ανάρμοστες και
ακατάλληλες οδικές συμπεριφορές, όπως υπερβολική ταχύτητα, οδήγηση υπό την
επήρεια αλκοόλ και άλλων εξαρτησιογόνων ουσιών, καθώς και η απουσία χρήσης
ζώνης ασφαλείας ή κράνους, συνιστούν παράγοντες που συμβάλλουν αποφασιστικά σε
θανατηφόρες συγκρούσεις και τραυματισμούς.
Άλλοι παράγοντες οι
οποίοι συνηγορούν στη μείωση της οδηγικής ικανότητας είναι υπνηλία, κούραση και
νυσταλέα οδήγηση.
Σε
μια κοινωνία όπως είναι η σημερινή, η οποία δεν κοιμάται ποτέ, το ενδιαφέρον
για τη ρύθμιση της κούρασης είναι διεθνές και όχι μονον για την κούραση κατά τη
διάρκεια της οδήγησης, αλλά και κατά τη διάρκεια της εργασίας. Σήμερα δεν είναι
μόνον οι ώρες εργασίας οι πρωταρχικές αιτίες της κούρασης. Οι λίγες ώρες
ύπνου και η κακής ποιότητας εργασία, καθώς και η κακής ποιότητας ξεκούραση
είναι σημαντικότερες αιτίες κούρασης.
Ο τρόπος ζωής (lifestyle) επίσης μοιάζει να είναι
ενδεικτικός πρόκλησης συγκρούσεων, με μοτίβα που χαρακτηρίζονται από
συμπεριφορές υπερβολικής διασκέδασης, υπερβολικής άθλησης, υπερβολικού
εργασιακού φόρτου, χρήση κινητού κατά την οδήγηση. Όλα αυτά συνδέονται
σημαντικά με την εμφάνιση συμπτωμάτων διαταραχής του ύπνου.
Η επιμήκυνση της
σωματικής εργασίας αντανακλάται περισσότερο στη φυσική
προσπάθεια και τη φυσική δυσφορία, ενώ η επιμήκυνση της διανοητικής εργασίας,
όπως η οδήγηση, έχει σαν συνέπεια περισσότερο απώλεια ενέργειας, έλλειψη
κινητοποίησης και υπνηλία.
Όταν κάποιος είναι σε
εγρήγορση 24 ώρες το 24ωρο, αυτό σχετίζεται με επιδείνωση της λειτουργίας της
οδήγησης και αύξηση της πιθανότητας πρόκλησης ατυχήματος.
Ο άνθρωπος πρέπει να
κοιμηθεί όταν του επιτάσσει το βιολογικό του ρολόι, ώστε να εξασφαλίσει καλή
ποιότητα ύπνου. Στην κούραση όμως των επαγγελματιών οδηγών ενέχονται και
λειτουργικοί παράγονες λόγω εργασιακών συνθηκών, π.χ διαδικασίες φόρτωσης –
εκφόρτωσης εμπορευμάτων, φορτωμένα ωράρια, επιβαρυμένες εργασιακές συνθήκες,
υπερωρίες σε ανταγωνιστικές συνθήκες, αλλά και σε έναν τρόπο ζωής που ευνοεί
τις υπερβολές και στην καθημερινότητα αλλά και κατά τη διάρκεια οδήγησης.
Όσον αφορά τα
κοινωνιοδημογραφικά χαρακτηριστικά, το ποσοστό τάξης του 22% από το σύνολο των
θανάτων αφορούν πεζούς.
Η οδήγηση λοιπόν
αυτοκινήτου, η οδήγηση μηχανής ή η ποδηλασία, είτε ακόμα και το να είναι
κάποιος ασφαλής πεζός σε μια πόλη, είναι μια διαδικασία την οποία πρέπει
κάποιος να την μάθει για να την εξασκήσει.
Γ.Σ.Τζαμαλούκα
Κοινωνική Ψυχολόγος
Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας



Δημοσίευση σχολίου