Στον Μυστρά το φως του δειλινού πέφτει διαφορετικά πάνω στις πέτρες. Οι σκιές των τειχών απλώνονται στις πλαγιές του Ταϋγέτου και η Καστροπολιτεία μοιάζει να αιωρείται ανάμεσα στην ιστορία και στον θρύλο. Εδώ, στην τελευταία μεγάλη πολιτεία του βυζαντινού ελληνισμού, το Παλάτι των Δεσποτών ανοίγει ξανά τις πύλες του έπειτα από σαράντα δύο χρόνια εργασιών αναστήλωσης, επαναφέροντας στο προσκήνιο ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της μεσαιωνικής Ελλάδας.
Το Παλάτι δεν είναι ένα ακόμη βυζαντινό μνημείο αλλά το μοναδικό σωζόμενο βυζαντινό ανακτορικό συγκρότημα στον ελλαδικό χώρο, ένα οικοδόμημα όπου αποτυπώνεται η μετάβαση από τη φραγκική κυριαρχία στην ύστερη βυζαντινή εξουσία των Παλαιολόγων. Στις αίθουσες αυτές κινήθηκαν δεσπότες, λόγιοι, μοναχοί, διπλωμάτες και στρατιωτικοί εδώ ακούστηκαν οι τελευταίοι ψίθυροι μιας αυτοκρατορίας που καταλάβαινε ότι πλησίαζε στο τέλος της.
Η πρόσφατη τελετή εγκαινίων δεν αποτέλεσε απλώς μια διοικητική πράξη παράδοσης ενός έργου αλλά μια συμβολική επιστροφή της ιστορικής μνήμης στον φυσικό της χώρο. Στα εγκαίνεια η υπουργός Πολιτισμού κα. Λίνα Μενδώνη χαρακτήρισε τον Μυστρά «διαχρονικό πυρήνα πολιτισμού και εθνικής ταυτότητας», υπογραμμίζοντας πως το μνημείο αποδίδεται ξανά στην κοινωνία ως ζωντανός τόπος εμπειρίας και γνώσης.
Η σημασία αυτής της παρέμβασης υπερβαίνει την τεχνική της διάσταση. Για δεκαετίες, πολλοί αρχαιολογικοί χώροι στην Ελλάδα αντιμετωπίζονταν ως τόποι σιωπηλοί και δυσπρόσιτοι, σχεδόν αποκομμένοι από τη σύγχρονη κοινωνία. Στον Μυστρά επιχειρείται πλέον κάτι διαφορετικό: η μετατροπή ενός μνημείου σε βιωματικό χώρο πολιτισμού. Η νέα μόνιμη έκθεση «Ηγεμονικά αφηγήματα» επιχειρεί να αφηγηθεί την ιστορία των αυτοκρατορικών οικογενειών και της πολιτικής ζωής στο Δεσποτάτο του Μορέως μέσα από φυσικά και ψηφιακά εκθέματα.
Ακόμη πιο συγκινητική είναι η έκθεση «Απείκασμα ενδόξου περιβολής» στην Αίθουσα του Θρόνου. Οι ενδυμασίες της παλαιολόγειας αυλής, εμπνευσμένες από τη βυζαντινή εικονογραφία και κατασκευασμένες με τη συμβολή της μοναστικής αδελφότητας της Παντάνασσας και της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, μοιάζουν σαν να περιμένουν ακόμη τους κατόχους τους. Εκεί, ανάμεσα σε χρυσοΰφαντα υφάσματα και σιωπηλά βλέμματα αγίων από τις τοιχογραφίες, ο επισκέπτης αισθάνεται πως η βυζαντινή αυλή δεν χάθηκε ολοκληρωτικά αλλά επιβιώνει ως πολιτισμική μνήμη.
Το ίδιο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η έκθεση «Στα σαράγια της βασιλοπούλας», η οποία εξερευνά τη γοητεία που άσκησε ο Μυστράς στην ευρωπαϊκή διανόηση από τον 15ο έως τον 20ό αιώνα. Δεν είναι τυχαίο ότι περιηγητές, ζωγράφοι και λόγιοι της Δύσης είδαν στον Μυστρά κάτι περισσότερο από ένα ερείπιο. Διέκριναν το τελευταίο μεγάλο πνευματικό καταφύγιο του ελληνικού μεσαιωνικού κόσμου.
Και πράγματι, ο Μυστράς υπήρξε κάτι περισσότερο από μια καστροπολιτεία. Υπήρξε ένα εργαστήριο ιδεών λίγο πριν από την πτώση της Κωνσταντινούπολης. Εδώ δίδαξε ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων, εδώ άνθησε η νεοπλατωνική σκέψη, εδώ διαμορφώθηκαν οι τελευταίες μεγάλες πνευματικές αναζητήσεις του Βυζαντίου. Ίσως γι’ αυτό ο Μυστράς εξακολουθεί να συγκινεί τόσο βαθιά: γιατί μέσα στα τείχη του βλέπουμε όχι μόνο την κατάρρευση ενός κόσμου, αλλά και την επίμονη προσπάθεια του ανθρώπου να διασώσει την ταυτότητα και τη μνήμη του απέναντι στον χρόνο.
Καθώς η νύχτα απλώνεται πάνω από τη λακωνική πεδιάδα, το Παλάτι των Δεσποτών μοιάζει να επιστρέφει για λίγο στη χαμένη του ζωή. Σαν να ακούγονται ακόμη βήματα στους διαδρόμους, ψίθυροι λογίων, ο απόηχος μιας αυλής που αρνήθηκε να σβήσει. Και τότε ο επισκέπτης αντιλαμβάνεται πως ο Μυστράς δεν είναι απλώς ένας αρχαιολογικός χώρος. Είναι μια ζωντανή συνομιλία με την Ιστορία.






Δημοσίευση σχολίου