Υπάρχουν φράσεις που δεν ανήκουν απλώς στο παρελθόν, επιστρέφουν, σχεδόν ενοχλητικά, κάθε φορά που η Ιστορία ζητά να ακουστεί ξανά. Το «Απεφασίσασμεν και διατάζομεν» δεν είναι μόνο ένα διοικητικό απολίθωμα της 21ης Απριλίου 1967. Είναι η συμπύκνωση μιας νοοτροπίας που επιχείρησε να υποκαταστήσει τη σκέψη με την επιβολή, τη δημοκρατία με τη σιωπή και –κυρίως– το βιβλίο με τον φόβο.
Και αν η 21η Απριλίου σηματοδοτεί την έναρξη μιας σκοτεινής επταετίας, η 23η Απριλίου, Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου, λειτουργεί σχεδόν ως ειρωνική απάντηση της Ιστορίας: εκεί όπου κάποτε απαγορευόταν η ανάγνωση, σήμερα τιμάται ως πράξη ελευθερίας.
Η δικτατορία των συνταγματαρχών δεν επιβλήθηκε μόνο με τανκς. Επιβλήθηκε με λέξεις που δεν ειπώθηκαν, με ιδέες που δεν γράφτηκαν, με βιβλία που δεν διαβάστηκαν. Υπό το πρόσχημα ενός αόρατου «εχθρού», η χώρα εισήλθε σε μια περίοδο όπου η έννοια της δημόσιας ζωής αποδομήθηκε συστηματικά. Θεσμοί ακυρώθηκαν, η ελεύθερη γνώμη ποινικοποιήθηκε και η δημιουργικότητα αντιμετωπίστηκε ως απειλή.
Σε αυτό το πλαίσιο, η λογοκρισία δεν ήταν μια παράπλευρη πρακτική, ήταν κεντρικός μηχανισμός εξουσίας. Το καθεστώς γνώριζε καλά πως όποιος ελέγχει το βιβλίο, ελέγχει –σε έναν βαθμό– και τη σκέψη. Έτσι, τον Ιούνιο του 1967, λίγους μόλις μήνες μετά το πραξικόπημα, εκδόθηκε η περιβόητη προκήρυξη που απαγόρευε την κυκλοφορία εκατοντάδων τίτλων.
Η λίστα, όπως αποκαλύπτεται μέσα από τα τεκμήρια των Γενικών Αρχείων του Κράτους, δεν είναι απλώς ένα αρχειακό εύρημα. Είναι ένας καθρέφτης φόβου. Τριάντα πέντε σελίδες γεμάτες τίτλους που θεωρήθηκαν επικίνδυνοι – όχι γιατί καλούσαν σε εξέγερση, αλλά γιατί καλούσαν σε σκέψη.
Ανάμεσα στους «επικίνδυνους» συγγραφείς συναντά κανείς ονόματα που σήμερα συνιστούν τον κορμό της νεοελληνικής γραμματείας: Βάρναλης, Λουντέμης, Ρίτσος, Σωτηρίου, Λειβαδίτης. Δημιουργοί που δεν κρατούσαν όπλα, αλλά λέξεις. Και όμως, αυτές οι λέξεις κρίθηκαν αρκετές για να τεθούν εκτός νόμου.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η περίπτωση ξένων συγγραφέων. Το έργο «Μια ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς» απαγορεύτηκε, παρά τον αντισοβιετικό του χαρακτήρα. Δεν είχε σημασία το περιεχόμενο. Αρκούσε η προέλευση. Εκεί ακριβώς αποκαλύπτεται η ουσία της λογοκρισίας: δεν φοβάται την ιδεολογία, φοβάται την ανεξέλεγκτη σκέψη.
Η χούντα δεν επιδίωξε απλώς να φιμώσει την αντιπολίτευση. Επιδίωξε να αναδιαμορφώσει την ίδια την πραγματικότητα. Να επιβάλει ένα αφήγημα όπου η Ιστορία, τα σύμβολα και οι αξίες θα λειτουργούσαν ως εργαλεία νομιμοποίησης. Το βιβλίο, ωστόσο, παραμένει εκ φύσεως απείθαρχο. Δεν περιορίζεται εύκολα, δεν ελέγχεται απόλυτα, δεν υπακούει σε διατάγματα.
Και ίσως γι’ αυτό αποτέλεσε στόχο.
Σήμερα, σε μια εποχή υπερπληροφόρησης, η Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου δεν είναι απλώς μια εορταστική υπενθύμιση. Είναι μια πολιτική πράξη – με την ευρεία έννοια του όρου. Μας καλεί να θυμηθούμε ότι η πρόσβαση στη γνώση δεν ήταν πάντοτε δεδομένη. Ότι υπήρξαν εποχές όπου η ανάγνωση μπορούσε να σε οδηγήσει σε στρατοδικείο.
Η σύγκριση των δύο ημερομηνιών δεν είναι τυχαία. Είναι σχεδόν αναπόφευκτη. Από τη μία, η 21η Απριλίου υπενθυμίζει πόσο εύθραυστη μπορεί να αποδειχθεί η δημοκρατία. Από την άλλη, η 23η Απριλίου επιβεβαιώνει ότι το βιβλίο παραμένει ένα από τα πιο ισχυρά αντίβαρα απέναντι σε κάθε μορφή αυταρχισμού.
Γιατί το βιβλίο δεν είναι απλώς φορέας γνώσης. Είναι χώρος ελευθερίας. Είναι το σημείο όπου η σκέψη μπορεί να κινηθεί χωρίς περιορισμούς, όπου ο αναγνώστης γίνεται συμμέτοχος και όχι υπήκοος.
Το «Απεφασίσασμεν και διατάζομεν» επιχείρησε να επιβάλει τη σιωπή. Δεν τα κατάφερε. Όχι γιατί δεν είχε τα μέσα, αλλά γιατί η Ιστορία έχει μια ιδιότυπη επιμονή: επιστρέφει, ανασυντάσσεται και –τελικά– αφηγείται ξανά τον εαυτό της.
Και σε αυτή την αφήγηση, το βιβλίο δεν είναι απλώς παρόν. Είναι πρωταγωνιστής.

Δημοσίευση σχολίου