Η αμερικανο-σοβιετική αντιπαράθεση που ξέσπασε μετά το τέλος
του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου με τη μορφή «Ψυχρού Πολέμου» γρήγορα σταθεροποιήθηκε
στην Ευρώπη με τον χωρισμό της σε οριοθετημένες σφαίρες επιρροής και με την "επίλυση" του γερμανικού ζητήματος. Αντίθετα, στον αναπτυσσόμενο κόσμο έλαβε
μεγάλες διαστάσεις, όταν τις δεκαετίες του 1940 και 1950 αναδύθηκαν ισχυρά
εθνικά και αντιαποικιοκρατικά κινήματα και οι αντιθέσεις μεταξύ
φιλοκομμουνιστικών και φιλοδυτικών τάσεων οξύνθηκαν. Για τους Σοβιετικούς, τα
κινήματα αυτά ήταν κινήματα απελευθέρωσης καταπιεσμένων λαών ενάντια στον
καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής,
καθιστούσαν αναγκαία την υιοθέτηση δογμάτων ασφαλείας, στα οποία όλοι οι
πρόεδροι της ψυχροπολεμικής περιόδου εκτός από τον Τζέραλντ Φορντ έδωσαν τα
ονόματά τους. Τα δόγματα αυτά δικαιολογούσαν τις επιλογές των ΗΠΑ στην
εξωτερική τους πολιτική και κινητοποιούσαν τα συντηρητικά καθεστώτα κατά της
απειλής του κομμουνισμού.
Εικ.1:O ευρύτερος χώρος της Μέσης Ανατολής.
Η ανάδυση του αραβικού εθνικισμού και ο αγώνας κατά της
αποικιοκρατίας
Η αθέτηση της υπόσχεσης που είχαν δώσει οι Βρετανοί και οι
Γάλλοι στους Άραβες για αυτοδιάθεση, σε συνδυασμό με τη νέα γεωπολιτική
πραγματικότητα της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας, ενίσχυσαν τη δυναμική του
αραβικού εθνικισμού στη διάρκεια του μεσοπολέμου. Σημαντικές εξεγέρσεις
σημειώθηκαν στο Ιράκ, τη Συρία και τη βόρεια Αφρική και οι δύο αποικιοκρατικές
δυνάμεις αναγκάστηκαν να υιοθετήσουν σκληρά μέτρα προκειμένου να τις
καταστείλουν. Καμπή στην ανάπτυξη του αραβικού εθνικισμού αποτέλεσαν η ίδρυση
του κράτους του Ισραήλ το 1948 και η ήττα των Αράβων στον πρώτο αραβοϊσραηλινό
πόλεμο το ίδιο έτος. Υπεύθυνοι για τα γεγονότα αυτά θεωρήθηκαν η διεφθαρμένη
αραβική αριστοκρατία και οι Βρετανοί, οι οποίοι κατηγορήθηκαν για συνεργία με
τους Ισραηλινούς.
Η Γαλλία αντιμετώπισε στη βόρεια Αφρική παρόμοια προβλήματα
αποαποικιοποίησης με τη Βρετανία. Το 1956, το κίνημα ανεξαρτησίας στο Μαρόκο
εξασφάλισε τη δημιουργία ενός ελεύθερου από την ευρωπαϊκή επίβλεψη κράτους. Το
ίδιο έτος απόκτησε την ανεξαρτησία της και η Τυνησία. Η περίπτωση της Αλγερίας,
που είχε συνδεθεί με τη Γαλλία από τη δεκαετία του 1830, ήταν πολύ πιο
περίπλοκη. Η Αλγερία δεν αποτελούσε αποικία της Γαλλίας, αλλά διοικητική της
περιφέρεια (département). Τον 19ο αιώνα, η γαλλική ηγεμονία στη χώρα εδραιώθηκε
και επεκτάθηκε με την εφαρμογή κατασταλτικών μέτρων, τη μαζική μετανάστευση
αποίκων, την κατάληψη από αυτούς διοικητικών και κυβερνητικών θέσεων και την
απαλλοτρίωση της γης των αυτόχθονων. Μεγάλες πόλεις, όπως το Αλγέρι και το
Οράν, μετεξελίχθηκαν σε κέντρα διάδοσης του γαλλικού πολιτικού συστήματος και
πολιτισμού – μάλιστα το Αλγέρι διέθετε πανεπιστήμιο, στο οποίο φοίτησαν
διακεκριμένοι ιστορικοί της Μεσογείου, όπως ο Φερνάν Μπροντέλ. Όταν ξέσπασε η
επανάσταση των Αλγερινών εθνικιστών το 1954, το Παρίσι την αντιμετώπισε με
αποφασιστικότητα και υπέρμετρη σκληρότητα. Παρ’ όλα αυτά, χρειάστηκαν η
συμβιβαστική διάθεση και οι διπλωματικές ικανότητες του προέδρου Ντε Γκωλ για
να σταματήσουν οι εχθροπραξίες και να παραχωρηθεί και στη χώρα αυτή ανεξαρτησία
τον Ιούλιο του 1962.
Στο μεταξύ, το αντιαποικιοκρατικό κίνημα είχε οργανωθεί και ισχυροποιηθεί μετά την ιστορική διάσκεψη του Μπαντούγκ της Ινδονησίας (17-24 Απρ. 1955). Στη διάσκεψη αυτή έλαβαν μέρος εκπρόσωποι 29 χωρών της Ασίας και της Αφρικής με διαφορετικά πολιτικά συστήματα: από την ιρανική μοναρχία και την ουδετερόφιλη Ινδία έως τα κομμουνιστικά καθεστώτα της Κίνας και του Βορείου Βιετνάμ. Μετά το τέλος της διάσκεψης, υιοθετήθηκαν πέντε θεμελιώδεις αρχές: 1) της μη επίθεσης, 2) του αμοιβαίου σεβασμού της εθνικής κυριαρχίας, 3) της μη ανάμειξης στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων χωρών, 4) της αμοιβαιότητας στα οφέλη που προβλέπονται από τις συμβάσεις και 5) της ειρηνικής συνύπαρξης. Μια από τις μορφές που ξεχώρισαν στη διάσκεψη ήταν ο Νάσερ, ο οποίος τα επόμενα χρόνια θα πρωταγωνιστούσε από κοινού με το Νεχρού της Ινδίας και τον Τίτο της Γιουγκοσλαβίας στο λεγόμενο «κίνημα των Αδεσμεύτων» κατά του ιμπεριαλισμού και της αποικιοκρατίας.
Εικ.3:Η Μέση Ανατολή υπό βρετανική επιρροή (1945-56)
Η Μέση Ανατολή καθυστέρησε να αποτελέσει πεδίο του διεθνούς
ανταγωνισμού. Ο κυριότερος λόγος γι’ αυτό ήταν ότι η βρετανική επιρροή εκεί
ήταν πολύ ισχυρή και αδιαμφισβήτητη. Υπό τον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο της
Βρετανίας τελούσαν η Κύπρος, το Άντεν, η Αίγυπτος, το Σουδάν, η Παλαιστίνη, η
Ιορδανία και τα ημι-ανεξάρτητα κράτη του Ιράκ και του Ιράν. Πυρήνας του
αμυντικού της συστήματος (από Λιβύη έως Ιράν και Ινδία ανατολικά – Σουδάν και
Ερυθραία νότια) ήταν η διώρυγα του Σουέζ, όπου διατηρούσε ισχυρές στρατιωτικές
βάσεις. Μετά την απώλεια της Παλαιστίνης το 1948, η διώρυγα απέκτησε ιδιαίτερη
σημασία. Από τη στιγμή που οι Αμερικανοί δεν είχαν ακόμα δεσμευτεί να εμπλακούν
ενεργά στα μεσανατολικά θέματα, οι βρετανικές βάσεις στο Σουέζ έπρεπε να
διατηρηθούν πάση θυσία ως ανάχωμα στη σοβιετική επιρροή σε καιρό ειρήνης και ως
εφαλτήριο για αντεπίθεση σε περίπτωση πολέμου. O πρωθυπουργός Άντονι ΄Ηντεν
είχε τονίσει τη σημασία της Μέσης Ανατολής και του Σουέζ για τη βρετανική
αυτοκρατορία ήδη από τον Απρίλιο του 1945 ως υπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση
Τσόρτσιλ, σε υπόμνημά του προς το υπουργικό συμβούλιο:
Η θέση των ΗΠΑ στη διώρυγα του Παναμά είναι παρόμοια με τη δική μας στο Σουέζ και με τη θέση της Ρωσίας στην ανατολική Ευρώπη… Εκφράζω λοιπόν την άποψη στους συναδέλφους μου ότι η κυβέρνηση της Μεγαλειοτάτης πρέπει να εξασφαλίσει τα ζωτικά συμφέροντα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας και Κοινοπολιτείας στη Μέση Ανατολή με τα δικά της μέσα».1
Εικ.5: Η Διώρυγα του Σουέζ. Δορυφορική λήψη.
Το Εργατικό Κόμμα υπό τον Άτλη, μόλις ανήλθε στην εξουσία
τον Ιούλιο του 1945, έθεσε δύο στόχους για τη Μέση Ανατολή: τη δημιουργία μιας
«συνομοσπονδίας των αραβικών εθνών» για την άμυνα της περιοχής και την
οικονομική της ανάπτυξη με βρετανικά κεφάλαια. Γρήγορα όμως έγινε αντιληπτό ότι
οι στόχοι αυτοί ήταν ανέφικτοι λόγω των μεγάλων οικονομικών προβλημάτων της
καταπονημένης από τον πόλεμο Βρετανίας και της ισχύος του αραβικού εθνικισμού,
ιδιαίτερα στην Αίγυπτο. O χώρος της Μέσης Ανατολής δεν μπορούσε πλέον να
αποτελεί σφαίρα αποκλειστικής βρετανικής επιρροής, αλλά ήταν επιθυμητή και
επιβεβλημένη η συμμετοχή των ΗΠΑ. Επιπλέον, κάποιες αραβικές χώρες δεν θα
εντάσσονταν ποτέ σ’ έναν τέτοιο αμυντικό μηχανισμό, όπως η Συρία και ο Λίβανος,
που βρίσκονταν υπό γαλλική επιρροή, και η Σαουδική Αραβία, που ήταν υπό
αμερικανική κηδεμονία. Ως καλύτερη λύση προκρίθηκε η σύναψη διμερών συμφωνιών
με κάποιες αραβικές χώρες, με την ελπίδα αργότερα να συναφθεί ένας συλλογικός
διακανονισμός, στον οποίο θα συμμετείχαν και οι ΗΠΑ.
Το 1951 η Βρετανία πρότεινε την ίδρυση της Διοίκησης Μέσης Ανατολής (Middle East Command – ΜΕC) με τη συμμετοχή των ΗΠΑ και της Τουρκίας. Η Διοίκηση θα ενοποιούσε αμυντικά το χώρο από την Αίγυπτο ως τον Περσικό Κόλπο, με επίκεντρο τη διώρυγα του Σουέζ. Η κυβέρνηση του Λονδίνου δεν είχε αντίρρηση να ενταχθεί και η Ελλάδα στη Διοίκηση, αλλά τελικά επικράτησε η άποψη των Αμερικανών να περιοριστεί ο στρατιωτικός ρόλος της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό-μεσογειακό χώρο υπό τη διοίκηση του ανώτατου στρατιωτικού διοικητή του ΝΑΤΟ Αϊζενχάουερ. Το 1952 η Ελλάδα εντάχτηκε στο ΝΑΤΟ. Η Τουρκία εντάχθηκε όχι μόνο στο ΝΑΤΟ αλλά και στη ΜΕC, επειδή Βρετανοί και Αμερικανοί τη θεωρούσαν χώρα-κλειδί για την άμυνα της Μέσης Ανατολής. Οι ισχυρές τουρκικές ένοπλες δυνάμεις κρίνονταν ως ο ακρογωνιαίος λίθος κάθε αμυντικού σχεδιασμού από την ανατολική Μεσόγειο έως τον Περσικό Κόλπο και συνεπώς η ένταξή τους στους διεθνείς στρατιωτικούς οργανισμούς της Δύσης αντιμετωπιζόταν ως ζήτημα άμεσης προτεραιότητας. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Τουρκία, από το 1946 εως το 1985, έλαβε αμερικανική βοήθεια αξίας 7.857,8 εκ. δολαρίων. Οι μοναδικές χώρες που την ξεπέρασαν σε αυτόν τον τομέα την ίδια περίοδο ήταν το Ισραήλ, το Νότιο Βιετνάμ και η Νότια Κορέα. Oι ΗΠΑ εγκατέστησαν στην Τουρκία στρατιωτικές βάσεις με σημαντικότερη τη βάση του Ιντσιρλίκ στα Άδανα της Κιλικίας. Από εκεί, αεροπλάνα με πυρηνικά όπλα μπορούσαν να πλήξουν εγκαταστάσεις εξόρυξης πετρελαίου στον Καύκασο και βιομηχανικά συγκροτήματα στην Ουκρανία και τα Ουράλια. Η παρουσία αυτών των βάσεων κοντά στα σύνορα της Σοβιετικής Ένωσης, προκάλεσε μεγάλη ανησυχία στη Μόσχα και αποτέλεσε την κύρια αιτία της κρίσης της Κούβας το 1962.
Η πολιτική των υπερδυνάμεων στη Μέση Ανατολή
H επιτυχία της αμερικανικής στρατηγικής της ανάσχεσης του
σοβιετικού κομμουνισμού στη δυτική Ευρώπη ήταν συνυφασμένη με τη διατήρηση της
αμερικανικής υπεροχής στη Μέση Ανατολή. Η πρώτη αμερικανοσοβιετική αντιπαράθεση
στην εύκρατη αυτή περιοχή εκδηλώθηκε το 1945-46, όταν η Σοβιετική Ένωση
απαίτησε από την Τουρκία τον έλεγχο των Στενών των Δαρδανελλίων και αρνήθηκε να
αποσύρει τις δυνάμεις της από το βόρειο Ιράν. Τον Μάρτιο του 1947, ο πρόεδρος
Τρούμαν ζήτησε από το Κογκρέσο να εγκρίνει άφθονη οικονομική και στρατιωτική
βοήθεια προς την Ελλάδα και την Τουρκία για να αντιμετωπίσουν τον κομμουνιστικό
κίνδυνο. Αν και το δόγμα Τρούμαν είχε περιορισμένο γεωγραφικό χαρακτήρα,
αποτέλεσε το πρώτο βήμα για την εφαρμογή από τις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1950 μιας
πολιτικής ανάσχεσης της Σοβιετικής Ένωσης στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης
Ανατολής, βασισμένης στον άξονα Ελλάδας – Τουρκίας – Ιράν – Αφγανιστάν (βόρειο
διάζωμα του ΝΑΤΟ). H Τουρκία ήταν ο στυλοβάτης όχι μόνο του διαζώματος, αλλά,
μαζί με την Ελλάδα, και της αμερικανικής γραμμής άμυνας στα Βαλκάνια και την
ανατολική Μεσόγειο. Στις 12 Οκτωβρίου 1953, οι ΗΠΑ υπέγραψαν με την Ελλάδα
συμφωνία για την εγκαθίδρυση αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων επί του ελληνικού
εδάφους – επικυρώθηκε από το ελληνικό υπουργικό συμβούλιο την ίδια μέρα, χωρίς
καν να συζητηθεί στη Βουλή – και στις 23 Ιουνίου 1954, μια παρόμοια συμφωνία με
την Τουρκία. Μια ακόμα βαλκανική χώρα, η Γιουγκοσλαβία, συνδέθηκε έμμεσα με το
ΝΑΤΟ, όταν, το Φεβρουάριο του 1953, σύναψε με Ελλάδα και Τουρκία τη συνθήκη Ειρήνης
και Συνεργασίας συμπληρωμένη τον Αύγουστο του 1954 με το στρατιωτικό σύμφωνο
του Μπλεντ (στη Σλοβακία). Η συνεργασία αυτή εδραζόταν στην κοινή απειλή από τη
Σοβιετική Ένωση και την αναζήτηση ασφάλειας στο δυτικό αμυντικό σύστημα. Όμως
αποδείχτηκε θνησιγενής. Το γιουγκοσλαβικό ενδιαφέρον για στρατιωτική συνεργασία
εξανεμίστηκε μετά τη αναθέρμανση των σχέσεων με τη Μόσχα, ενώ η ελληνοτουρκική
αντιπαράθεση, που αναπτύχθηκε από το 1955 και μετά στο κυπριακό, άλλαξε ριζικά
το σκηνικό στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.
Το γεγονός που μετέβαλε ριζικά τις γεωπολιτικές ισορροπίες στη Μέση Ανατολή ήταν η κρίση του Σουέζ, το φθινόπωρο του 1956. Η εθνικοποίηση της διώρυγας και η άρνηση του Νάσερ να αποδεχτεί τις απαιτήσεις της Βρετανίας, προκάλεσαν την οργή του Λονδίνου αλλά και του Παρισιού. Στις αρχές Νοεμβρίου, αγγλο-γαλλικές δυνάμεις εισέβαλαν στην Αίγυπτο με σκοπό την ανατροπή του Αιγύπτιου ηγέτη. Οι Σοβιετικοί, τη στιγμή που κατέπνιγαν την ‘αντεπανάσταση’ στην Ουγγαρία, εγκατέλειψαν τους χαμηλούς τόνους και βγήκαν δυναμικά στο προσκήνιο, αποστέλλοντας επιστολές στον πρόεδρο του Συμβουλίου Ασφαλείας, στον πρόεδρο των ΗΠΑ και στους πρωθυπουργούς της Βρετανίας, της Γαλλίας και του Ισραήλ. Το κεντρικό θέμα των επιστολών ήταν το ίδιο: η επίθεση κατά της Αιγύπτου έπρεπε να τερματιστεί και ο ΟΗΕ να επέμβει για την επίλυση της κρίσης. Η Σοβιετική Ένωση ήταν έτοιμη να αναλάβει από κοινού με τις ΗΠΑ στρατιωτική δράση για την επιβολή εκεχειρίας. Στην επιστολή προς τον Αμερικανό πρόεδρο υπήρχε και υπαινιγμός για έναν Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο επανεκλεγείς στην προεδρία των ΗΠΑ Αϊζενχάουερ (6 Νοεμβρίου), απέρριψε κατηγορηματικά κάθε ιδέα κοινής στρατιωτικής δράσης με τη Σοβιετική Ένωση και προειδοποίησε ότι οι ΗΠΑ θα αντιδρούσαν σε οποιαδήποτε μονομερή σοβιετική στρατιωτική κίνηση. Παράλληλα, αύξησε τις πιέσεις του προς τη Βρετανία και τη Γαλλία, προκειμένου να σταματήσουν τις επιχειρήσεις τους και να αποφευχθεί μια μεγάλη διεθνής κρίση.
Εικ.7: What Was
The Arab Cold War? (1952-1979) | Middle East History
Οι εξελίξεις στο Σουέζ είχαν θετικές συνέπειες για τις δύο υπερδυνάμεις. Όπως τονίζει ο Χ. Κίσινγκερ, η ΕΣΣΔ «πέρασε μ’ ένα άλμα την “cordon sanitaire” που είχαν κατασκευάσει οι ΗΠΑ γύρω της, βάζοντας την Ουάσιγκτον αντιμέτωπη με το καθήκον να αντιμάχεται τους Σοβιετικούς σε περιοχές που μέχρι τότε θεωρούνταν ότι ανήκαν σίγουρα στη δυτική σφαίρα επιρροής.»3 Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, τα γεγονότα στην Αίγυπτο σηματοδότησαν την αναρρίχησή τους στη θέση της παγκόσμιας ηγετικής δύναμης και την απομάκρυνσή τους από ηθικές δεσμεύσεις. Στον νέο διπολικό κόσμο και με τη Βρετανία εμφανώς αποδυναμωμένη, ήταν επιτακτική ανάγκη να καλύψουν το κενό ισχύος στην Εγγύς και Μέση Ανατολή, προτού προλάβει να το πράξει η Σοβιετική Ένωση.
Εικ.7: Η κατασκευή του φράγματος του Ασουάν (1960-1970) με τη
συνδρομή της σοβιετικής τεχνολογίας.
Ο Ψυχρός Πόλεμος και το Παλαιστινιακό Ζήτημα
Στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου κυριάρχησε στη Μέση Ανατολή
η αραβο-ισραηλινή αντιπαράθεση. Οι καταβολές της αντιπαράθεσης αυτής
χρονολογούνται προτού ξεσπάσει ο Ψυχρός Πόλεμος, ωστόσο το φαινόμενο
επιδεινώθηκε με τον ανταγωνισμό των υπερδυνάμεων μετά το 1945. Παράλληλα, η
πολιτική του Ισραήλ και της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης
(PLO) συνυφάνθηκε με το ψυχροπολεμικό κλίμα. Σκοπός του Ισραήλ ήταν να
διατηρήσει το status quo στη Μέση Ανατολή και να περιορίσει την επιρροή του
αραβικού εθνικισμού. Η PLO καθόριζε την πολιτική της με βάση τους διεθνείς
συσχετισμούς δυνάμεων και κυρίως με γνώμονα την πολιτική των σοσιαλιστικών
καθεστώτων της Συρίας και της Αιγύπτου. Από την άλλη πλευρά, δεν ήταν ένας
παθητικός δρων. Κύριος σκοπός της ήταν να χαράξει αυτόνομες στρατηγικές και να
αποκτήσει διπλωματικό πλεονέκτημα στο Μεσανατολικό. Αυτό συνέβη ιδιαίτερα την
περίοδο 1973-1982, όταν προσπάθησε να εκμεταλλευτεί τo κλίμα ύφεσης στις
αμερικανο-σοβιετικές σχέσεις. Η PLO είχε τη δική της δυναμική, τις δικές της
τακτικές και παρά το βάρος του ψυχροπολεμικού κλίματος, δεν ήταν σε καμιά
περίπτωση υποταγμένη σε συστημικούς περιορισμούς. Για να κατανοήσουμε τον
αντίκτυπο του Ψυχρού Πολέμου στην πολιτική των Παλαιστινίων και του Ισραήλ, θα
πρέπει να εστιάσουμε σε τρία επίπεδα: το τοπικό, το περιφερειακό και το
διεθνές.
Το Παλαιστινιακό μετά το 1948, θα αποτελέσει πάνω από όλα διεθνές ζήτημα, καθώς και για τις δύο υπερδυνάμεις η περιοχή της Μέσης Ανατολής ήταν ζωτικής σημασίας για τα εθνικά τους συμφέροντα. Το Ισραήλ στράφηκε προς τις ΗΠΑ και σφυρηλάτησε μαζί τους μια «ειδική σχέση», ενώ οι Παλαιστίνιοι προς τη Σοβιετική Ένωση και τα φιλοσοβιετικά αραβικά κράτη. Οι υπερδυνάμεις ενεπλάκησαν ενεργά στο Παλαιστινιακό και στα εσωτερικά των αραβικών κρατών, με σκοπό να αυξήσουν τη σφαίρα επιρροής τους στην περιοχή. Από την άλλη πλευρά, οι τοπικοί παράγοντες δεν λειτουργούσαν απλά ως μαριονέτες στον διεθνή ανταγωνισμό για τη Μέση Ανατολή. Ακολουθούσαν μια όσο το δυνατόν αυτόνομη πολιτική και μάλιστα, επειδή ο ανταγωνισμός των υπερδυνάμεων ήταν ιδιαίτερα οξύς, διέθεταν μεγαλύτερες δυνατότητες για ελιγμούς.
Οι υπερδυνάμεις ενεπλάκησαν ενεργά στους αραβο-ισραηλινούς πολέμους του 1967 και του 1973. Αιτία του σύντομου πολέμου του 1967, υπήρξε ο οξύς ανταγωνισμός των δύο ισχυρότερων και ριζοσπαστικότερων αραβικών κρατών της Μέσης Ανατολής, της Συρίας και της Αιγύπτου, με το Ισραήλ. Το επαναστατικό καθεστώς της Συρίας, που είχε εγκαθιδρυθεί τον προηγούμενο χρόνο, επιθυμούσε να επιλύσει δυναμικά το Παλαιστινιακό Ζήτημα, ενώ ο Νάσερ ήθελε να καταστήσει τη χώρα του ηγέτιδα του αραβικού κόσμου. Από την άλλη, το Ισραήλ γνώριζε ότι, από στρατιωτική και πολιτική άποψη, ήταν ισχυρότερο από τους Άραβες γείτονές του και κατά συνέπεια, αφού αντιμετώπιζε διαρκώς απειλές από αυτούς, η καλύτερη λύση ήταν να τους δείξει τη δύναμή του. Βέβαια, πίσω από τη στάση αυτή κρυβόταν η ελπίδα της κατάκτησης της υπόλοιπης Παλαιστίνης και η ολοκλήρωση του πολέμου του 1948.
O Πόλεμος των Έξι Ημερών (5-11 Ιουνίου 1967).
Τον Μάιο του 1967, ο Νάσερ, ύστερα από συριακές και
σοβιετικές πληροφορίες για επικείμενη ισραηλινή επίθεση, ζήτησε να αποσύρει ο
ΟΗΕ την ειρηνευτική του δύναμη από τα σύνορα με το Ισραήλ και να τοποθετηθούν
στη θέση τους αιγυπτιακές μονάδες, που θα είχαν την ικανότητα να αντιμετωπίσουν
τον εισβολέα. Όταν έγινε αυτό, ο Αιγύπτιος ηγέτης, κατά παράβαση του διεθνούς
δικαίου, αλλά και παλαιότερης διμερούς συνθήκης με το ίδιο το Ισραήλ, έκλεισε
την είσοδο των κρίσιμων για το Ισραήλ Στενών του Τιράν στην Ερυθρά Θάλασσα,
ώστε να αποτρέψει πολεμική ενέργεια του Ισραήλ εναντίον της χώρας του και της
Συρίας με τη μεταφορά στο ισραηλινό λιμάνι της Εϊλάτ στρατιωτικού υλικού και
κυρίως πετρελαίου. Καθώς η ένταση κορυφωνόταν, η Ιορδανία και η Συρία
συμμάχησαν με την Αίγυπτο. Το Ισραήλ, όμως, τους επιτέθηκε και μέσα σε 6 μέρες
(5- 11 Ιουνίου) τους συνέτριψε: κατέλαβε τη χερσόνησο του Σινά μέχρι τη διώρυγα
του Σουέζ, τη λωρίδα της Γάζας, τη Δυτική Όχθη, τα υψίπεδα του Γκολάν και την
ανατολική Ιερουσαλήμ, που ανήκε στην Ιορδανία. 400.000 Παλαιστίνιοι κατέφυγαν
στην Ιορδανία και περισσότεροι από ένα εκατομμύριο παρέμειναν στα κατεχόμενα
από το Ισραήλ εδάφη. Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, το Συμβούλιο Ασφαλείας του
ΟΗΕ αξίωσε με την απόφαση 242 να αποσύρει το Ισραήλ τα στρατεύματά του από τα
κατεχόμενα εδάφη, με αντάλλαγμα την αναγνώρισή του από τον Αραβικό Σύνδεσμο. Το
Ισραήλ, όμως, αγνόησε τον ΟΗΕ, ενώ οι ΗΠΑ αρνήθηκαν να διακόψουν τη μεγάλη
στρατιωτική και οικονομική βοήθεια που παρείχαν στο εβραϊκό κράτος.
Ο πόλεμος του 1967 άλλαξε την ισορροπία δυνάμεων στη Μέση
Ανατολή. Η έκταση του Ισραήλ τριπλασιάστηκε και η στρατιωτική του ισχύς κατέστη
αδιαμφισβήτητη. Η θέση των Αμερικανών στην περιοχή εδραιώθηκε, γεγονός που
αποδείχθηκε με τη φιλοδυτική στροφή του επόμενου Αιγύπτιου ηγέτη Ανουάρ Σαντάτ
μέσα στη δεκαετία του 1970. Από την άλλη πλευρά, η Σοβιετική Ένωση υπέστη μια
ήττα γοήτρου, αλλά ταυτόχρονα αντιλήφθηκε ότι έπρεπε στο μέλλον να επιδείξει
μεγαλύτερο ενδιαφέρον και αποφασιστικότητα στα θέματα της Μέσης Ανατολής και να
προστατεύσει τα φιλικά προς αυτή αραβικά καθεστώτα από μια νέα ταπείνωση. Η
συντριβή των Αράβων ανέδειξε τα όρια της στρατιωτικής και πολιτικής τους
ικανότητας και σηματοδότησε τη μείωση της απήχησης του αραβικού εθνικισμού, ως
το κυρίαρχο πολιτικό ρεύμα. Επίσης, προκάλεσε την ανάδυση νέων αριστερών
ριζοσπαστικών κινημάτων και ενός αυτόνομου ένοπλου παλαιστινιακού εθνικού
κινήματος, το οποίο θα στρεφόταν εναντίον του Ισραήλ και εκείνων των αραβικών
καθεστώτων, που θα επιδίωκαν με ποικίλους τρόπους να το εργαλειοποιήσουν, για
την εξυπηρέτηση των δικών τους, συχνά αντικρουόμενων, φιλοδοξιών (όπως συνέβη
στην περίπτωση της Ιορδανίας το 1970 και της Συρίας το 1976). Επιπλέον, μετά το
1967, οι κρατικές ελίτ προσπάθησαν να ορίσουν τα εθνικά τους συμφέροντα με
περισσότερο εδαφικούς raison d’ état όρους, παρά με αραβικούς εθνικούς όρους,
οδηγώντας σε νέες διαμάχες για περιφερειακή επιρροή.
Όμως, για τους Άραβες ήταν ανάθεμα, προδοσία και ξεπούλημα των παλαιστινιακών δικαιωμάτων, επειδή δεν προέβλεπαν την ίδρυση ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους, ούτε καν την αποχώρηση του Ισραήλ από τις περιοχές που είχε καταλάβει το 1967. Όλες οι αραβικές χώρες τις καταδίκασαν – με εξαίρεση το Σουδάν και το Ομάν –, ενώ η Αίγυπτος έγινε εν μία νυκτί το μαύρο πρόβατο του αραβικού κόσμου και εκδιώχτηκε από τον Αραβικό Σύνδεσμο.
Εικ.9: Η συνθήκη ειρήνης μεταξύ Αιγύπτου και Ισραήλ, 1979, ως συνέχεια των συμφωνιών του Καμπ Ντέιβιντ.
Ενώ οι ΗΠΑ επιδίωκαν να προσεταιριστούν την Αίγυπτο και να
πετύχουν έναν ευνοϊκό γι’ αυτούς διακανονισμό στη Μέση Ανατολή, περιφερειακές
δυνάμεις αγωνίζονταν να αυξήσουν τη γεωπολιτική επιρροή τους. Το Ιράν υπό το
καθεστώς του Σάχη στράφηκε προς τον διασπασμένο αραβικό κόσμο και ιδιαίτερα
προς τα γειτονικά μικρά κράτη του Κόλπου μετά την ανεξαρτησία τους από τη
Βρετανία. Το γειτονικό Ιράκ επιχείρησε να θεμελιώσει την ισχύ της χώρας με την
ανάπτυξη στενών σχέσεων με τη Γαλλία και την Κίνα. Παράλληλα, η Συρία και το
Ισραήλ συνέχισαν τον ανταγωνισμό τους για τον έλεγχο της στρατηγικής σημασίας
περιοχής του Λεβάντε. Το Ισραήλ επέκτεινε την επιρροή του στη Δυτική Όχθη και
τη Λωρίδα της Γάζας, ενώ εισέβαλε και αργότερα κατέλαβε τον νότιο Λίβανο. Στο
μεταξύ, οι συριακές δυνάμεις είχαν επίσης εισβάλει στον Λίβανο μετά την έναρξη
του εμφυλίου το 1974. Θα παρέμεναν εκεί για τα επόμενα τριάντα χρόνια.
Εικ.10: Η επανάσταση στο Ιράν, 1978-1979.
Με την περιοχή να παίρνει έναν σαφώς αντιαμερικανικό
προσανατολισμό, η Ουάσιγκτον δεν είχε άλλη επιλογή από το να ενισχύσει τη
γεωπολιτική θέση της στο Κόλπο, με την εγκαθίδρυση πολλών ναυτικών και
αεροπορικών βάσεων. Αυτή ακριβώς τη θέση θα αμφισβητήσει μετά το τέλος του
Ψυχρού Πολέμου, ο φιλόδοξος ηγέτης του Ιράκ Σαντάμ Χουσεΐν.
Η ψυχροπολεμική αντιπαράθεση είχε περιορισμένο αντίκτυπο στη
Μέση Ανατολή, παρά τις διακρατικές διενέξεις, τη σημασία του πετρελαίου και την
εγγύτητα της Σοβιετικής Ένωσης. Η απουσία ισχυρής εργατικής τάξης και η
καταλυτική επίδραση της θρησκείας, απέτρεψαν τη δημιουργία αριστερών
επαναστατικών κινημάτων, όπως στην Άπω Ανατολή και την Αφρική. Σε ορισμένα
αραβικά κράτη, η κομμουνιστική παρουσία ήταν εμφανής, όπως στο Ιράκ και το
Σουδάν, αλλά ποτέ δεν προσέλαβε τη μαζικότητα των κομμουνιστικών κομμάτων της
Κίνας, της Κορέας, του Βιετνάμ, της Αγκόλας, της Μοζαμβίκης και της Νότιας
Αφρικής. Απ’ όλα τα αραβικά καθεστώτα, μόνο εκείνο της Υεμένης ήταν απόλυτα
φιλοσοβιετικό. Αλλά και αυτό υπέστη πολλούς τριγμούς, τους οποίους η Σοβιετική
Ένωση δεν κατάφερε να διαχειριστεί. Το πιο ισχυρό κομμουνιστικό κόμμα στην
περιοχή ήταν το Τουντέχ στο Ιράν, αλλά ουδέποτε συνήλθε μετά το φιλοδυτικό
πραξικόπημα του 1953. Το μοναδικό κομμουνιστικό κόμμα που τελικά κατέλαβε την
εξουσία ήταν το ΚΚ του Αφγανιστάν (Απρίλιος 1978). Λίγο αργότερα, ανατράπηκε
από τους Ταλιμπάν, προκαλώντας την εισβολή των Σοβιετικών.
Όπως σε άλλες περιοχές του Τρίτου Κόσμου, έτσι και στη Μέση
Ανατολή, ο Ψυχρός Πόλεμος συνετέλεσε στη δημιουργία διακρατικών συμμαχιών με
χαρακτηριστικότερη περίπτωση το Σύμφωνο της Βαγδάτης, που μετεξελίχτηκε σε
CENTO (Ιράκ, Τουρκία, Πακιστάν, Ιράν και Βρετανία). Η Σοβιετική Ένωση δεν
κατάφερε να δημιουργήσει αντίστοιχο συνασπισμό, γιατί ούτε το επιδίωξε ούτε τα
σοσιαλιστικά καθεστώτα της Μέσης Ανατολής το επιθυμούσαν. Άλλωστε, σχεδόν κάθε
κράτος είχε το δικό του είδος σοσιαλισμού. Η Αίγυπτος τον νασερισμό, η Συρία
τον μπααθισμό, η Λιβύη το ισλαμικό, η Αλγερία τον σοβιετισμό.
Οι διενέξεις στη Μέση Ανατολή διατήρησαν σε μεγάλο βαθμό τον δικό τους αυτόνομο χαρακτήρα. Οι αιτίες τους βρίσκονταν στις εθνικές, πολιτικές, θρησκευτικές, ακόμα και φυλετικές αντιθέσεις. Ωστόσο, ο Ψυχρός Πόλεμος βρήκε στη Μέση Ανατολή γόνιμο έδαφος για να εξελιχθεί και να φουντώσει, επειδή οι διακρατικές και ενδοκρατικές αντιπαραθέσεις ήταν έντονες. Οι αντιπαραθέσεις αυτές απόκτησαν αναγκαστικά ψυχροπολεμική διάσταση, όχι μόνο στην αραβο- ισραηλινή διένεξη, αλλά και στις συγκρούσεις Ιράν-Ιράκ, Αιγύπτου-Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας- Συρίας, Βόρειας και Νότιας Υεμένης (η διένεξη Ελλάδος-Τουρκίας αποτελεί εξαίρεση, αφού και οι δύο χώρες ανήκαν στον ίδιο συνασπισμό, το ΝΑΤΟ). Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, ο ιστορικός L. Carl Brown παρατήρησε ότι «η Μέση Ανατολή έχει δεχτεί τη μεγαλύτερη διείσδυση ξένων δυνάμεων από οποιαδήποτε άλλο περιφερειακό υποσύστημα». Με τον όρο “διείσδυση” εννοούσε ότι η Μέση Ανατολή αναμείχθηκε στα γεωπολιτικά σχέδια των Μεγάλων Δυνάμεων περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο μέρος του κόσμου, ενώ καμιά Μεγάλη Δύναμη δεν κατάφερε να διαδραματίσει ηγεμονικό ρόλο ή να διαμορφώσει κατά το δοκούν την περιοχή. Μια από τις αιτίες παρέμβασης των Μεγάλων Δυνάμεων, ήταν η αποτροπή της ανάδυσης μιας ισχυρής περιφερειακής δύναμης, που θα μετέβαλε τις ισορροπίες στην περιοχή και θα απειλούσε τα συμφέροντά τους. Παράλληλα, το ίδιο το μεσανατολικό σύστημα τροφοδοτούσε τις εξωτερικές παρεμβάσεις, καθώς οι τοπικές πολιτικές ελίτ συχνά βασίζονταν σε εξωτερικές πηγές προκειμένου να διατηρήσουν τα προνόμιά τους, προκαλώντας την αντίδραση των αντιπάλων τους και την έκρηξη νέων εσωτερικών ανταγωνισμών και διακρατικών εντάσεων.
Δύο τελευταίες παρατηρήσεις. Όπως ορθά υποστηρίζουν ορισμένοι ιστορικοί, ο Ψυχρός Πόλεμος στη Μέση Ανατολή δεν τελείωσε στα τέλη της δεκαετίας του 1980, αλλά μια δεκαετία νωρίτερα με την ιρανική επανάσταση το 1979 και την έναρξη του ιρανο-ιρακινού πολέμου. Και για τις δύο υπερδυνάμεις, η μεγάλη απειλή προερχόταν από το θεοκρατικό Ιράν και γι’ αυτό δεν δίστασαν να υποστηρίξουν την ίδια πλευρά, το εγκληματικό καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν. Επιπλέον, η άνοδος του ισλαμικού κινήματος μετά το 1979 στη Μέση Ανατολή, συνέβαλε στην ανάδυση ισχυρών υπο- κρατικών και μη-κρατικών δρώντων, που θα παίξουν καθοριστικό ρόλο στον σχεδιασμό της περιφερειακής νέας τάξης πραγμάτων και θα προκαλέσουν τη δραστική μείωση της αμερικανικής επιρροής στην περιοχή, ιδιαίτερα μετά τον πόλεμο στο Ιράκ το 2003.
Ενδεικτική Βιβλιογραφία
Σημειώσεις
Foreign Office, CAB 66/65, WP (45) 256, «Άμυνα της Μέσης
Ανατολής», 13 Απρ. 1945. ↩︎
FRUS,
1952-54, τ. 9, The Near
East and Middle East, σ.
251. ↩︎
Χένρι Κίσινγκερ, Διπλωματία, σ. 584. ↩︎
Γιάννης Σακκάς
Ο Γιάννης Σακκάς είναι Kαθηγητής Ιστορίας της Μεσογείου και
της Μέσης Ανατολής στο Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου.
Το άρθρο του καθηγητή Γιάννη Σακκά δημοσιευθηκε στον ιστοχώρο Επιμύθιον και το αναδημοσιευουμε στο Argolidas News













Δημοσίευση σχολίου