Ο Ψυχρός Πόλεμος στη Μέση Ανατολή. Γεωπολιτικές ισορροπίες και ανατροπές

 


Η αμερικανο-σοβιετική αντιπαράθεση που ξέσπασε μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου με τη μορφή «Ψυχρού Πολέμου» γρήγορα σταθεροποιήθηκε στην Ευρώπη με τον χωρισμό της σε οριοθετημένες σφαίρες επιρροής και με την "επίλυση" του γερμανικού ζητήματος. Αντίθετα, στον αναπτυσσόμενο κόσμο έλαβε μεγάλες διαστάσεις, όταν τις δεκαετίες του 1940 και 1950 αναδύθηκαν ισχυρά εθνικά και αντιαποικιοκρατικά κινήματα και οι αντιθέσεις μεταξύ φιλοκομμουνιστικών και φιλοδυτικών τάσεων οξύνθηκαν. Για τους Σοβιετικούς, τα κινήματα αυτά ήταν κινήματα απελευθέρωσης καταπιεσμένων λαών ενάντια στον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, καθιστούσαν αναγκαία την υιοθέτηση δογμάτων ασφαλείας, στα οποία όλοι οι πρόεδροι της ψυχροπολεμικής περιόδου εκτός από τον Τζέραλντ Φορντ έδωσαν τα ονόματά τους. Τα δόγματα αυτά δικαιολογούσαν τις επιλογές των ΗΠΑ στην εξωτερική τους πολιτική και κινητοποιούσαν τα συντηρητικά καθεστώτα κατά της απειλής του κομμουνισμού.

  

Εικ.1:O ευρύτερος χώρος της Μέσης Ανατολής.

Η ανάδυση του αραβικού εθνικισμού και ο αγώνας κατά της αποικιοκρατίας

Η αθέτηση της υπόσχεσης που είχαν δώσει οι Βρετανοί και οι Γάλλοι στους Άραβες για αυτοδιάθεση, σε συνδυασμό με τη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας, ενίσχυσαν τη δυναμική του αραβικού εθνικισμού στη διάρκεια του μεσοπολέμου. Σημαντικές εξεγέρσεις σημειώθηκαν στο Ιράκ, τη Συρία και τη βόρεια Αφρική και οι δύο αποικιοκρατικές δυνάμεις αναγκάστηκαν να υιοθετήσουν σκληρά μέτρα προκειμένου να τις καταστείλουν. Καμπή στην ανάπτυξη του αραβικού εθνικισμού αποτέλεσαν η ίδρυση του κράτους του Ισραήλ το 1948 και η ήττα των Αράβων στον πρώτο αραβοϊσραηλινό πόλεμο το ίδιο έτος. Υπεύθυνοι για τα γεγονότα αυτά θεωρήθηκαν η διεφθαρμένη αραβική αριστοκρατία και οι Βρετανοί, οι οποίοι κατηγορήθηκαν για συνεργία με τους Ισραηλινούς.

 Τα επόμενα χρόνια, ο αραβικός εθνικισμός ριζοσπαστικοποιήθηκε και απόκτησε έντονο αντιαποικιοκρατικό χαρακτήρα. Το 1951, η βρετανική στρατιωτική διοίκηση στη Λιβύη αποχώρησε και η χώρα διακήρυξε την ανεξαρτησία της. Στο Ιράν, η κυβέρνηση Μοσαντέκ προχώρησε στην εθνικοποίηση των πετρελαϊκών εγκαταστάσεων που ανήκαν σε εταιρεία βρετανικών συμφερόντων, αλλά το 1953 ανατράπηκε με κοινή αγγλο-αμερικανική επιχείρηση. Ένα χρόνο νωρίτερα, το υπό βρετανικό έλεγχο μοναρχικό καθεστώς στην Αίγυπτο ανατράπηκε από τους «Ελεύθερους Αξιωματικούς», επικεφαλής των οποίων ήταν ο συνταγματάρχης Νάσερ. Μέσα σε λίγα χρόνια, ο Νάσερ αναδείχθηκε σε ηγετική μορφή για ολόκληρο τον αραβικό κόσμο: ήταν υπέρμαχος της αραβικής ενότητας, υποστηρικτής του κινήματος των Αδεσμεύτων, πολιτικός και κοινωνικός μεταρρυθμιστής στη χώρα του, εχθρός της βρετανικής αποικιοκρατίας, πολέμιος του κράτους του Ισραήλ. Την ίδια περίοδο, στη Συρία, ο αραβικός εθνικισμός εκδηλώθηκε με τη μορφή του μπααθισμού, ενός κινήματος που είχε ως στόχο την «αναγέννηση (μπάαθ)» όλων των Αράβων: την ενότητά τους, την απελευθέρωσή τους από τον ιμπεριαλιστικό ζυγό και την αναμόρφωση του πολιτικού και οικονομικού συστήματος. Το 1958, οι Άραβες εθνικιστές πέτυχαν, έστω και προσωρινά, αυτό που έως τότε φάνταζε ακατόρθωτο: τα σημαντικότερα κράτη του αραβικού κόσμου, η Αίγυπτος και η Συρία, ενώθηκαν υπό την ηγεσία του Νάσερ και σχημάτισαν την Ηνωμένη Αραβική Δημοκρατία. Ο αραβικός εθνικισμός είχε φτάσει στο απόγειο της δύναμής του. Στη διαδικασία αυτή, τα μη αραβικά κράτη της περιοχής, η Τουρκία, το Ιράν και το Ισραήλ, που είχαν στενούς δεσμούς με τη Δύση, παρέμειναν στο περιθώριο του αραβικού περιφερειακού συστήματος, καθώς τα αραβικά κράτη εναντιώνονταν στον ισραηλινό έλεγχο της Παλαιστίνης, ενώ η Τουρκία και το Ιράν επιθυμούσαν να ενταχθούν σε δυτικά συμμαχικά σχήματα.

 


 Εικ.2: Ο Νάσερ και ο αραβικός εθνικισμός.

Η Γαλλία αντιμετώπισε στη βόρεια Αφρική παρόμοια προβλήματα αποαποικιοποίησης με τη Βρετανία. Το 1956, το κίνημα ανεξαρτησίας στο Μαρόκο εξασφάλισε τη δημιουργία ενός ελεύθερου από την ευρωπαϊκή επίβλεψη κράτους. Το ίδιο έτος απόκτησε την ανεξαρτησία της και η Τυνησία. Η περίπτωση της Αλγερίας, που είχε συνδεθεί με τη Γαλλία από τη δεκαετία του 1830, ήταν πολύ πιο περίπλοκη. Η Αλγερία δεν αποτελούσε αποικία της Γαλλίας, αλλά διοικητική της περιφέρεια (département). Τον 19ο αιώνα, η γαλλική ηγεμονία στη χώρα εδραιώθηκε και επεκτάθηκε με την εφαρμογή κατασταλτικών μέτρων, τη μαζική μετανάστευση αποίκων, την κατάληψη από αυτούς διοικητικών και κυβερνητικών θέσεων και την απαλλοτρίωση της γης των αυτόχθονων. Μεγάλες πόλεις, όπως το Αλγέρι και το Οράν, μετεξελίχθηκαν σε κέντρα διάδοσης του γαλλικού πολιτικού συστήματος και πολιτισμού – μάλιστα το Αλγέρι διέθετε πανεπιστήμιο, στο οποίο φοίτησαν διακεκριμένοι ιστορικοί της Μεσογείου, όπως ο Φερνάν Μπροντέλ. Όταν ξέσπασε η επανάσταση των Αλγερινών εθνικιστών το 1954, το Παρίσι την αντιμετώπισε με αποφασιστικότητα και υπέρμετρη σκληρότητα. Παρ’ όλα αυτά, χρειάστηκαν η συμβιβαστική διάθεση και οι διπλωματικές ικανότητες του προέδρου Ντε Γκωλ για να σταματήσουν οι εχθροπραξίες και να παραχωρηθεί και στη χώρα αυτή ανεξαρτησία τον Ιούλιο του 1962.

Στο μεταξύ, το αντιαποικιοκρατικό κίνημα είχε οργανωθεί και ισχυροποιηθεί μετά την ιστορική διάσκεψη του Μπαντούγκ της Ινδονησίας (17-24 Απρ. 1955). Στη διάσκεψη αυτή έλαβαν μέρος εκπρόσωποι 29 χωρών της Ασίας και της Αφρικής με διαφορετικά πολιτικά συστήματα: από την ιρανική μοναρχία και την ουδετερόφιλη Ινδία έως τα κομμουνιστικά καθεστώτα της Κίνας και του Βορείου Βιετνάμ. Μετά το τέλος της διάσκεψης, υιοθετήθηκαν πέντε θεμελιώδεις αρχές: 1) της μη επίθεσης, 2) του αμοιβαίου σεβασμού της εθνικής κυριαρχίας, 3) της μη ανάμειξης στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων χωρών, 4) της αμοιβαιότητας στα οφέλη που προβλέπονται από τις συμβάσεις και 5) της ειρηνικής συνύπαρξης. Μια από τις μορφές που ξεχώρισαν στη διάσκεψη ήταν ο Νάσερ, ο οποίος τα επόμενα χρόνια θα πρωταγωνιστούσε από κοινού με το Νεχρού της Ινδίας και τον Τίτο της Γιουγκοσλαβίας στο λεγόμενο «κίνημα των Αδεσμεύτων» κατά του ιμπεριαλισμού και της αποικιοκρατίας.

 

Εικ.3:Η Μέση Ανατολή υπό βρετανική επιρροή (1945-56)

Η Μέση Ανατολή καθυστέρησε να αποτελέσει πεδίο του διεθνούς ανταγωνισμού. Ο κυριότερος λόγος γι’ αυτό ήταν ότι η βρετανική επιρροή εκεί ήταν πολύ ισχυρή και αδιαμφισβήτητη. Υπό τον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο της Βρετανίας τελούσαν η Κύπρος, το Άντεν, η Αίγυπτος, το Σουδάν, η Παλαιστίνη, η Ιορδανία και τα ημι-ανεξάρτητα κράτη του Ιράκ και του Ιράν. Πυρήνας του αμυντικού της συστήματος (από Λιβύη έως Ιράν και Ινδία ανατολικά – Σουδάν και Ερυθραία νότια) ήταν η διώρυγα του Σουέζ, όπου διατηρούσε ισχυρές στρατιωτικές βάσεις. Μετά την απώλεια της Παλαιστίνης το 1948, η διώρυγα απέκτησε ιδιαίτερη σημασία. Από τη στιγμή που οι Αμερικανοί δεν είχαν ακόμα δεσμευτεί να εμπλακούν ενεργά στα μεσανατολικά θέματα, οι βρετανικές βάσεις στο Σουέζ έπρεπε να διατηρηθούν πάση θυσία ως ανάχωμα στη σοβιετική επιρροή σε καιρό ειρήνης και ως εφαλτήριο για αντεπίθεση σε περίπτωση πολέμου. O πρωθυπουργός Άντονι ΄Ηντεν είχε τονίσει τη σημασία της Μέσης Ανατολής και του Σουέζ για τη βρετανική αυτοκρατορία ήδη από τον Απρίλιο του 1945 ως υπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση Τσόρτσιλ, σε υπόμνημά του προς το υπουργικό συμβούλιο:

 «Η Μέση Ανατολή είναι περιοχή συνάντησης δύο ηπείρων και αν προστεθεί η Τουρκία, τριών ηπείρων. Είναι λοιπόν μία από τις πιο σημαντικές στρατηγικές περιοχές του κόσμου… ζήτημα ζωής ή θανάτου για τη Βρετανική Αυτοκρατορία… Συνεπώς, είμαστε υποχρεωμένοι να δώσουμε στη Μέση Ανατολή μια άκρως υψηλή προτεραιότητα… δεν μπορούμε να απορρίψουμε την ιδιάζουσα θέση μας στην περιοχή… Δεύτερον, η Μέση Ανατολή είναι η μοναδική μεγάλη πηγή πετρελαίου έξω από την Αμερική που μας είναι διαθέσιμη. Πρόσφατες μελέτες αποδεικνύουν ότι σε δέκα χρόνια ούτε η Βρετανική Αυτοκρατορία ούτε καν οι ΗΠΑ θα είναι ικανές να εμπλακούν σε πόλεμο χωρίς όλες τις προμήθειες πετρελαίου του Περσικού κόλπου.

Η θέση των ΗΠΑ στη διώρυγα του Παναμά είναι παρόμοια με τη δική μας στο Σουέζ και με τη θέση της Ρωσίας στην ανατολική Ευρώπη… Εκφράζω λοιπόν την άποψη στους συναδέλφους μου ότι η κυβέρνηση της Μεγαλειοτάτης πρέπει να εξασφαλίσει τα ζωτικά συμφέροντα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας και Κοινοπολιτείας στη Μέση Ανατολή με τα δικά της μέσα».1


Εικ.5: Η Διώρυγα του Σουέζ. Δορυφορική λήψη.

Το Εργατικό Κόμμα υπό τον Άτλη, μόλις ανήλθε στην εξουσία τον Ιούλιο του 1945, έθεσε δύο στόχους για τη Μέση Ανατολή: τη δημιουργία μιας «συνομοσπονδίας των αραβικών εθνών» για την άμυνα της περιοχής και την οικονομική της ανάπτυξη με βρετανικά κεφάλαια. Γρήγορα όμως έγινε αντιληπτό ότι οι στόχοι αυτοί ήταν ανέφικτοι λόγω των μεγάλων οικονομικών προβλημάτων της καταπονημένης από τον πόλεμο Βρετανίας και της ισχύος του αραβικού εθνικισμού, ιδιαίτερα στην Αίγυπτο. O χώρος της Μέσης Ανατολής δεν μπορούσε πλέον να αποτελεί σφαίρα αποκλειστικής βρετανικής επιρροής, αλλά ήταν επιθυμητή και επιβεβλημένη η συμμετοχή των ΗΠΑ. Επιπλέον, κάποιες αραβικές χώρες δεν θα εντάσσονταν ποτέ σ’ έναν τέτοιο αμυντικό μηχανισμό, όπως η Συρία και ο Λίβανος, που βρίσκονταν υπό γαλλική επιρροή, και η Σαουδική Αραβία, που ήταν υπό αμερικανική κηδεμονία. Ως καλύτερη λύση προκρίθηκε η σύναψη διμερών συμφωνιών με κάποιες αραβικές χώρες, με την ελπίδα αργότερα να συναφθεί ένας συλλογικός διακανονισμός, στον οποίο θα συμμετείχαν και οι ΗΠΑ.

Το 1951 η Βρετανία πρότεινε την ίδρυση της Διοίκησης Μέσης Ανατολής (Middle East Command – ΜΕC) με τη συμμετοχή των ΗΠΑ και της Τουρκίας. Η Διοίκηση θα ενοποιούσε αμυντικά το χώρο από την Αίγυπτο ως τον Περσικό Κόλπο, με επίκεντρο τη διώρυγα του Σουέζ. Η κυβέρνηση του Λονδίνου δεν είχε αντίρρηση να ενταχθεί και η Ελλάδα στη Διοίκηση, αλλά τελικά επικράτησε η άποψη των Αμερικανών να περιοριστεί ο στρατιωτικός ρόλος της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό-μεσογειακό χώρο υπό τη διοίκηση του ανώτατου στρατιωτικού διοικητή του ΝΑΤΟ Αϊζενχάουερ. Το 1952 η Ελλάδα εντάχτηκε στο ΝΑΤΟ. Η Τουρκία εντάχθηκε όχι μόνο στο ΝΑΤΟ αλλά και στη ΜΕC, επειδή Βρετανοί και Αμερικανοί τη θεωρούσαν χώρα-κλειδί για την άμυνα της Μέσης Ανατολής. Οι ισχυρές τουρκικές ένοπλες δυνάμεις κρίνονταν ως ο ακρογωνιαίος λίθος κάθε αμυντικού σχεδιασμού από την ανατολική Μεσόγειο έως τον Περσικό Κόλπο και συνεπώς η ένταξή τους στους διεθνείς στρατιωτικούς οργανισμούς της Δύσης αντιμετωπιζόταν ως ζήτημα άμεσης προτεραιότητας. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Τουρκία, από το 1946 εως το 1985, έλαβε αμερικανική βοήθεια αξίας 7.857,8 εκ. δολαρίων. Οι μοναδικές χώρες που την ξεπέρασαν σε αυτόν τον τομέα την ίδια περίοδο ήταν το Ισραήλ, το Νότιο Βιετνάμ και η Νότια Κορέα. Oι ΗΠΑ εγκατέστησαν στην Τουρκία στρατιωτικές βάσεις με σημαντικότερη τη βάση του Ιντσιρλίκ στα Άδανα της Κιλικίας. Από εκεί, αεροπλάνα με πυρηνικά όπλα μπορούσαν να πλήξουν εγκαταστάσεις εξόρυξης πετρελαίου στον Καύκασο και βιομηχανικά συγκροτήματα στην Ουκρανία και τα Ουράλια. Η παρουσία αυτών των βάσεων κοντά στα σύνορα της Σοβιετικής Ένωσης, προκάλεσε μεγάλη ανησυχία στη Μόσχα και αποτέλεσε την κύρια αιτία της κρίσης της Κούβας το 1962.

 Τον Σεπτέμβριο του 1951, οι ΗΠΑ συναίνεσαν στη δημιουργία της MEC, για να βοηθήσουν τους Βρετανούς συμμάχους να διατηρήσουν τη θέση τους στη Μέση Ανατολή, αφού οι ίδιοι είχαν ανειλημμένες υποχρεώσεις στην Ευρώπη και την ανατολική Ασία. Η MEC θα συνδεόταν στρατιωτικά με το ΝΑΤΟ και θα είχε ως μέλη τη Βρετανία, τις ΗΠΑ, τη Γαλλία, την Τουρκία, το Ισραήλ και αραβικές χώρες. Η Αίγυπτος όμως αρνήθηκε να προσχωρήσει στη δυτική συμμαχία, επικαλούμενη τη βρετανική στρατιωτική παρουσία στο έδαφός της. Τον Ιανουάριο του 1952, η Βρετανία τροποποίησε τον αμυντικό σχεδιασμό της και πρότεινε τη δημιουργία ενός Οργανισμού Άμυνας Μέσης Ανατολής (Middle East Defense Organization – ΜEDO) με έδρα την Κύπρο. Ένα χρόνο αργότερα, η Ελλάδα ζήτησε να εκπροσωπηθεί με παρατηρητές στις συνομιλίες για τη συγκρότηση του MEDO και με στρατιωτικό σύνδεσμο στο Συμβούλιο Σχεδιασμού, που πιθανότατα θα ιδρυόταν. Αν και οι ΗΠΑ, η Γαλλία και οι αραβικές χώρες είδαν με ευνοϊκή διάθεση το ελληνικό αίτημα, η Βρετανία το απέρριψε με το επιχείρημα ότι το σχέδιο για τον νέο οργανισμό άμυνας ήταν ακαθόριστο και ότι το Συμβούλιο Σχεδιασμού δεν θα λάβαινε πολιτικές αποφάσεις, αλλά θα είχε μόνο τεχνικές αρμοδιότητες. Ήταν προφανές ότι η Βρετανία δεν θεωρούσε πια απαραίτητη στη μεσανατολική αμυντική οργάνωση τη συμμετοχή μιας χώρας, που ακολουθούσε φιλοαραβική πολιτική και ενδιαφερόταν για την Κύπρο, η οποία αναμενόταν να παίξει σημαντικό ρόλο στον υπό εκκόλαψη αμυντικό οργανισμό. Τελικά και αυτό το βρετανικό σχέδιο ναυάγησε μετά το ναυάγιο των αγγλο- αιγυπτιακών διαπραγματεύσεων.2

 To 1954, οι Βρετανοί αναγκάστηκαν να υπογράψουν συμφωνία με το Κάιρο, η οποία προέβλεπε ότι θα αποχωρούσαν από τη βάση του Σουέζ έως το 1956, θα είχαν όμως το δικαίωμα να την επανεργοποιήσουν σε περίπτωση επίθεσης κατά αραβικής χώρας μέλους του Αραβικού Συνδέσμου ή κατά της Τουρκίας. Η συμπερίληψη της Τουρκίας καταδείκνυε την ύψιστη γεωστρατηγική σημασία της χώρας στο μεσανατολικό αμυντικό σύστημα της Βρετανίας. Την άνοιξη του 1955, αφού η Τουρκία είχε πρώτα προετοιμάσει το έδαφος συνάπτοντας συμφωνίες με το Πακιστάν και το Ιράκ, η Βρετανία ίδρυσε το σύμφωνο της Βαγδάτης με τη συμμετοχή του Ιράκ και τριών μη αραβικών χωρών, της Τουρκίας, του Ιράν και του Πακιστάν. Τον Σεπτέμβριο συγκάλεσε τη διάσκεψη του Λονδίνου για το Κυπριακό, εισάγοντας για πρώτη φορά στο όλο ζήτημα τον τουρκικό παράγοντα. Όμως η προσπάθειά της να διατηρήσει τη θέση της στη Μέση Ανατολή και την ανατολική Μεσόγειο υποβοηθούμενη από την Τουρκία, απέτυχε. Το σύμφωνο της Βαγδάτης δεν προσέλκυσε την υποστήριξη άλλης αραβικής χώρας πέραν του Ιράκ και προκάλεσε την καχυποψία των Αράβων εθνικιστών, ιδιαίτερα του Νάσερ, οδηγώντας σε επίταση της αγγλοαιγυπτιακής διαμάχης. Oι Ηνωμένες Πολιτείες, ο σημαντικότερος εν δυνάμει εταίρος της Βρετανίας στη μεσανατολική άμυνα, προτίμησαν να μην συμμετάσχουν πολιτικά στο Σύμφωνο. Όταν η Κύπρος κέρδισε την ανεξαρτησία της το 1960, η βρετανική κυριαρχία στη Μέση Ανατολή είχε πλέον περιοριστεί στα ανατολικά και νότια άκρα της αραβικής χερσονήσου.

 


 Εικ.6:Το σύμφωνο της Βαγδάτης, 1955.

Η πολιτική των υπερδυνάμεων στη Μέση Ανατολή

H επιτυχία της αμερικανικής στρατηγικής της ανάσχεσης του σοβιετικού κομμουνισμού στη δυτική Ευρώπη ήταν συνυφασμένη με τη διατήρηση της αμερικανικής υπεροχής στη Μέση Ανατολή. Η πρώτη αμερικανοσοβιετική αντιπαράθεση στην εύκρατη αυτή περιοχή εκδηλώθηκε το 1945-46, όταν η Σοβιετική Ένωση απαίτησε από την Τουρκία τον έλεγχο των Στενών των Δαρδανελλίων και αρνήθηκε να αποσύρει τις δυνάμεις της από το βόρειο Ιράν. Τον Μάρτιο του 1947, ο πρόεδρος Τρούμαν ζήτησε από το Κογκρέσο να εγκρίνει άφθονη οικονομική και στρατιωτική βοήθεια προς την Ελλάδα και την Τουρκία για να αντιμετωπίσουν τον κομμουνιστικό κίνδυνο. Αν και το δόγμα Τρούμαν είχε περιορισμένο γεωγραφικό χαρακτήρα, αποτέλεσε το πρώτο βήμα για την εφαρμογή από τις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1950 μιας πολιτικής ανάσχεσης της Σοβιετικής Ένωσης στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, βασισμένης στον άξονα Ελλάδας – Τουρκίας – Ιράν – Αφγανιστάν (βόρειο διάζωμα του ΝΑΤΟ). H Τουρκία ήταν ο στυλοβάτης όχι μόνο του διαζώματος, αλλά, μαζί με την Ελλάδα, και της αμερικανικής γραμμής άμυνας στα Βαλκάνια και την ανατολική Μεσόγειο. Στις 12 Οκτωβρίου 1953, οι ΗΠΑ υπέγραψαν με την Ελλάδα συμφωνία για την εγκαθίδρυση αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων επί του ελληνικού εδάφους – επικυρώθηκε από το ελληνικό υπουργικό συμβούλιο την ίδια μέρα, χωρίς καν να συζητηθεί στη Βουλή – και στις 23 Ιουνίου 1954, μια παρόμοια συμφωνία με την Τουρκία. Μια ακόμα βαλκανική χώρα, η Γιουγκοσλαβία, συνδέθηκε έμμεσα με το ΝΑΤΟ, όταν, το Φεβρουάριο του 1953, σύναψε με Ελλάδα και Τουρκία τη συνθήκη Ειρήνης και Συνεργασίας συμπληρωμένη τον Αύγουστο του 1954 με το στρατιωτικό σύμφωνο του Μπλεντ (στη Σλοβακία). Η συνεργασία αυτή εδραζόταν στην κοινή απειλή από τη Σοβιετική Ένωση και την αναζήτηση ασφάλειας στο δυτικό αμυντικό σύστημα. Όμως αποδείχτηκε θνησιγενής. Το γιουγκοσλαβικό ενδιαφέρον για στρατιωτική συνεργασία εξανεμίστηκε μετά τη αναθέρμανση των σχέσεων με τη Μόσχα, ενώ η ελληνοτουρκική αντιπαράθεση, που αναπτύχθηκε από το 1955 και μετά στο κυπριακό, άλλαξε ριζικά το σκηνικό στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.

Το γεγονός που μετέβαλε ριζικά τις γεωπολιτικές ισορροπίες στη Μέση Ανατολή ήταν η κρίση του Σουέζ, το φθινόπωρο του 1956. Η εθνικοποίηση της διώρυγας και η άρνηση του Νάσερ να αποδεχτεί τις απαιτήσεις της Βρετανίας, προκάλεσαν την οργή του Λονδίνου αλλά και του Παρισιού. Στις αρχές Νοεμβρίου, αγγλο-γαλλικές δυνάμεις εισέβαλαν στην Αίγυπτο με σκοπό την ανατροπή του Αιγύπτιου ηγέτη. Οι Σοβιετικοί, τη στιγμή που κατέπνιγαν την ‘αντεπανάσταση’ στην Ουγγαρία, εγκατέλειψαν τους χαμηλούς τόνους και βγήκαν δυναμικά στο προσκήνιο, αποστέλλοντας επιστολές στον πρόεδρο του Συμβουλίου Ασφαλείας, στον πρόεδρο των ΗΠΑ και στους πρωθυπουργούς της Βρετανίας, της Γαλλίας και του Ισραήλ. Το κεντρικό θέμα των επιστολών ήταν το ίδιο: η επίθεση κατά της Αιγύπτου έπρεπε να τερματιστεί και ο ΟΗΕ να επέμβει για την επίλυση της κρίσης. Η Σοβιετική Ένωση ήταν έτοιμη να αναλάβει από κοινού με τις ΗΠΑ στρατιωτική δράση για την επιβολή εκεχειρίας. Στην επιστολή προς τον Αμερικανό πρόεδρο υπήρχε και υπαινιγμός για έναν Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο επανεκλεγείς στην προεδρία των ΗΠΑ Αϊζενχάουερ (6 Νοεμβρίου), απέρριψε κατηγορηματικά κάθε ιδέα κοινής στρατιωτικής δράσης με τη Σοβιετική Ένωση και προειδοποίησε ότι οι ΗΠΑ θα αντιδρούσαν σε οποιαδήποτε μονομερή σοβιετική στρατιωτική κίνηση. Παράλληλα, αύξησε τις πιέσεις του προς τη Βρετανία και τη Γαλλία, προκειμένου να σταματήσουν τις επιχειρήσεις τους και να αποφευχθεί μια μεγάλη διεθνής κρίση.

 


Εικ.7: What Was The Arab Cold War? (1952-1979) | Middle East History

Οι εξελίξεις στο Σουέζ είχαν θετικές συνέπειες για τις δύο υπερδυνάμεις. Όπως τονίζει ο Χ. Κίσινγκερ, η ΕΣΣΔ «πέρασε μ’ ένα άλμα την “cordon sanitaire” που είχαν κατασκευάσει οι ΗΠΑ γύρω της, βάζοντας την Ουάσιγκτον αντιμέτωπη με το καθήκον να αντιμάχεται τους Σοβιετικούς σε περιοχές που μέχρι τότε θεωρούνταν ότι ανήκαν σίγουρα στη δυτική σφαίρα επιρροής.»3 Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, τα γεγονότα στην Αίγυπτο σηματοδότησαν την αναρρίχησή τους στη θέση της παγκόσμιας ηγετικής δύναμης και την απομάκρυνσή τους από ηθικές δεσμεύσεις. Στον νέο διπολικό κόσμο και με τη Βρετανία εμφανώς αποδυναμωμένη, ήταν επιτακτική ανάγκη να καλύψουν το κενό ισχύος στην Εγγύς και Μέση Ανατολή, προτού προλάβει να το πράξει η Σοβιετική Ένωση.

 Το ενδιαφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών για την περιοχή επισημοποιήθηκε με τη διακήρυξη του δόγματος Αϊζενχάουερ, τον Ιανουάριο του 1957. Τα γεωπολιτικά συμφέροντα που διακυβεύονταν στην περιοχή ήταν τεράστια. Η υπερδύναμη έπρεπε να προστατεύσει τα φιλοδυτικά μεσανατολικά καθεστώτα από τον κομμουνισμό και τον νασερισμό, να επεκτείνει τις στρατιωτικές της βάσεις και να ελέγξει τα αποθέματα πετρελαίου στον Κόλπο, τα μεγαλύτερα στον κόσμο, καθώς και τις οδούς διακίνησής του προς τη Δύση. Παράλληλα ήταν ανάγκη να διασφαλίσει τη βιωσιμότητα του Ισραήλ και να διατηρήσει τη συνοχή της νοτιο-ανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ, αποτελούμενης από την Τουρκία και την Ελλάδα, με μια διευθέτηση του Κυπριακού που θα ικανοποιούσε και τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές.

 Η έτερη υπερδύναμη, η Σοβιετική Ένωση, μετά τον B΄ Παγκόσμιο Πόλεμο επέδειξε μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την Ανατολική – Κεντρική Ευρώπη και την Άπω Ανατολή παρά για τη Μέση Ανατολή. Περιοχές όπως η Συρία, ο Λίβανος, η Παλαιστίνη, η Ιορδανία και το Σουέζ ήταν σχετικά απομακρυσμένες και υπό απόλυτο αγγλο-γαλλικό έλεγχο. Η Μόσχα το μόνο που μπορούσε να πετύχει εκεί, ήταν να ενισχύει τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα. Το Φεβρουάριο του 1946, υπέγραψε μυστικές συμφωνίες με τη Συρία και τον Λίβανο και υποστήριξε το αίτημά τους στον ΟΗΕ για γρήγορη και απόλυτη αποχώρηση των αγγλο-γαλλικών δυνάμεων. Το καλοκαίρι του 1947 έπραξε το ίδιο στον διεθνή οργανισμό σχετικά με το αιγυπτιακό αίτημα περί αποχώρησης των βρετανικών δυνάμεων από την Αίγυπτο και το Σουδάν.

 Μετά τον θάνατο του Στάλιν, τον Μάρτιο του 1953, η νέα σοβιετική ηγεσία στράφηκε προς τη Μέση Ανατολή με αυξημένο ενδιαφέρον. Σε αυτή τη μεταστροφή συνέβαλε η ανάδυση του αραβικού εθνικισμού υπό την ηγεσία του Νάσερ, του οποίου η αντιδυτική ρητορική τής πρόσφερε την ευκαιρία για μια μεγαλύτερη παρέμβαση στα μεσανατολικά ζητήματα. Όπως είδαμε, στην κρίση του Σουέζ το 1956, η Σοβιετική Ένωση υποστήριξε τον Νάσερ απειλώντας τη Δύση ακόμα και με πυρηνικό πόλεμο. Το επόμενο έτος, υπερασπίστηκε το αριστερό καθεστώς της Συρίας στη διαμάχη του με την Τουρκία. Στο Κυπριακό, επέκρινε τη βρετανική και τουρκική πολιτική και υπεραμύνθηκε της άσκησης του δικαιώματος του κυπριακού λαού για αυτοδιάθεση. Μέσα στη δεκαετία του 1960, αύξησε περαιτέρω την επιρροή της στη Μέση Ανατολή καλλιεργώντας στενές σχέσεις με τα ριζοσπαστικά καθεστώτα της Αιγύπτου, της Συρίας, του Ιράκ, της νότιας Υεμένης και της Αλγερίας.

 


Εικ.7: Η κατασκευή του φράγματος του Ασουάν (1960-1970) με τη συνδρομή της σοβιετικής τεχνολογίας.

Ο Ψυχρός Πόλεμος και το Παλαιστινιακό Ζήτημα

Στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου κυριάρχησε στη Μέση Ανατολή η αραβο-ισραηλινή αντιπαράθεση. Οι καταβολές της αντιπαράθεσης αυτής χρονολογούνται προτού ξεσπάσει ο Ψυχρός Πόλεμος, ωστόσο το φαινόμενο επιδεινώθηκε με τον ανταγωνισμό των υπερδυνάμεων μετά το 1945. Παράλληλα, η πολιτική του Ισραήλ και της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO) συνυφάνθηκε με το ψυχροπολεμικό κλίμα. Σκοπός του Ισραήλ ήταν να διατηρήσει το status quo στη Μέση Ανατολή και να περιορίσει την επιρροή του αραβικού εθνικισμού. Η PLO καθόριζε την πολιτική της με βάση τους διεθνείς συσχετισμούς δυνάμεων και κυρίως με γνώμονα την πολιτική των σοσιαλιστικών καθεστώτων της Συρίας και της Αιγύπτου. Από την άλλη πλευρά, δεν ήταν ένας παθητικός δρων. Κύριος σκοπός της ήταν να χαράξει αυτόνομες στρατηγικές και να αποκτήσει διπλωματικό πλεονέκτημα στο Μεσανατολικό. Αυτό συνέβη ιδιαίτερα την περίοδο 1973-1982, όταν προσπάθησε να εκμεταλλευτεί τo κλίμα ύφεσης στις αμερικανο-σοβιετικές σχέσεις. Η PLO είχε τη δική της δυναμική, τις δικές της τακτικές και παρά το βάρος του ψυχροπολεμικού κλίματος, δεν ήταν σε καμιά περίπτωση υποταγμένη σε συστημικούς περιορισμούς. Για να κατανοήσουμε τον αντίκτυπο του Ψυχρού Πολέμου στην πολιτική των Παλαιστινίων και του Ισραήλ, θα πρέπει να εστιάσουμε σε τρία επίπεδα: το τοπικό, το περιφερειακό και το διεθνές.

 Οι Παλαιστίνιοι, ως πρόσφυγες μετά το 1948, βίωναν τον Ψυχρό Πόλεμο μόνο μέσω των κρατών στα οποία διέμεναν. Ο Ψυχρός Πόλεμος δεν επηρέασε άμεσα την εξέλιξη του παλαιστινιακού εθνικισμού. Παλαιστινιακή εξωτερική πολιτική αρχίζει να υπάρχει μόνο μετά την ίδρυση της PLO το 1964 και ιδιαίτερα μετά τη μετατροπή της σε πολιτικά αυτόνομη οργάνωση περί τα τέλη της δεκαετίας του 1960. Το κατά πόσο ο Ψυχρός Πόλεμος καθόριζε τις ισορροπίες στο Παλαιστινιακό φάνηκε στα γεγονότα της Ιορδανίας το 1970-1971, όταν η PLO ήρθε αντιμέτωπη με τη φιλοδυτική Ιορδανία και, ηττημένη, αναγκάστηκε να αποχωρήσει από εκεί. Στον πόλεμο του 1973, έγινε εμφανής η επίδραση του εξωτερικού παράγοντα και η PLO αποδέχτηκε ότι το πολιτικό της μέλλον εξαρτιόταν από τη δική της διαπραγματευτική ικανότητα σε σχέση με τις δύο υπερδυνάμεις. Βέβαια, η σχέση παρέμεινε αμφίδρομη. Όσο το βάρος των υπερδυνάμεων γινόταν πιο αισθητό στο Παλαιστινιακό, τόσο η PLO διαμόρφωνε την πολιτική της μέσα από εσωτερικές αναζητήσεις και συγκρούσεις.

 Το Παλαιστινιακό αποτελούσε κεντρικό περιφερειακό ζήτημα και ήταν φυσικό τα γειτονικά στο Ισραήλ αραβικά κράτη να επιδείξουν ενδιαφέρον για την τύχη των ομοεθνών τους Παλαιστινίων. Οι παρεμβάσεις τους δεν απέρρεαν μόνο από την εθνική αλληλεγγύη, αλλά και από την επιδίωξη των δικών τους συμφερόντων, το κυριότερο από τα οποία αφορούσε την έκταση της περιφερειακής τους ισχύος. Αραβικά κράτη, που εκδήλωσαν μεγάλο ενδιαφέρον για τον αγώνα των Παλαιστινίων και προσπάθησαν στον ένα ή στον άλλο βαθμό να τον ποδηγετήσουν, ήταν η Αίγυπτος και η Συρία δευτερευόντως δε, ο Λίβανος και η Ιορδανία.

Το Παλαιστινιακό μετά το 1948, θα αποτελέσει πάνω από όλα διεθνές ζήτημα, καθώς και για τις δύο υπερδυνάμεις η περιοχή της Μέσης Ανατολής ήταν ζωτικής σημασίας για τα εθνικά τους συμφέροντα. Το Ισραήλ στράφηκε προς τις ΗΠΑ και σφυρηλάτησε μαζί τους μια «ειδική σχέση», ενώ οι Παλαιστίνιοι προς τη Σοβιετική Ένωση και τα φιλοσοβιετικά αραβικά κράτη. Οι υπερδυνάμεις ενεπλάκησαν ενεργά στο Παλαιστινιακό και στα εσωτερικά των αραβικών κρατών, με σκοπό να αυξήσουν τη σφαίρα επιρροής τους στην περιοχή. Από την άλλη πλευρά, οι τοπικοί παράγοντες δεν λειτουργούσαν απλά ως μαριονέτες στον διεθνή ανταγωνισμό για τη Μέση Ανατολή. Ακολουθούσαν μια όσο το δυνατόν αυτόνομη πολιτική και μάλιστα, επειδή ο ανταγωνισμός των υπερδυνάμεων ήταν ιδιαίτερα οξύς, διέθεταν μεγαλύτερες δυνατότητες για ελιγμούς.

Οι υπερδυνάμεις ενεπλάκησαν ενεργά στους αραβο-ισραηλινούς πολέμους του 1967 και του 1973. Αιτία του σύντομου πολέμου του 1967, υπήρξε ο οξύς ανταγωνισμός των δύο ισχυρότερων και ριζοσπαστικότερων αραβικών κρατών της Μέσης Ανατολής, της Συρίας και της Αιγύπτου, με το Ισραήλ. Το επαναστατικό καθεστώς της Συρίας, που είχε εγκαθιδρυθεί τον προηγούμενο χρόνο, επιθυμούσε να επιλύσει δυναμικά το Παλαιστινιακό Ζήτημα, ενώ ο Νάσερ ήθελε να καταστήσει τη χώρα του ηγέτιδα του αραβικού κόσμου. Από την άλλη, το Ισραήλ γνώριζε ότι, από στρατιωτική και πολιτική άποψη, ήταν ισχυρότερο από τους Άραβες γείτονές του και κατά συνέπεια, αφού αντιμετώπιζε διαρκώς απειλές από αυτούς, η καλύτερη λύση ήταν να τους δείξει τη δύναμή του. Βέβαια, πίσω από τη στάση αυτή κρυβόταν η ελπίδα της κατάκτησης της υπόλοιπης Παλαιστίνης και η ολοκλήρωση του πολέμου του 1948.

 O Πόλεμος των Έξι Ημερών (5-11 Ιουνίου 1967).

Τον Μάιο του 1967, ο Νάσερ, ύστερα από συριακές και σοβιετικές πληροφορίες για επικείμενη ισραηλινή επίθεση, ζήτησε να αποσύρει ο ΟΗΕ την ειρηνευτική του δύναμη από τα σύνορα με το Ισραήλ και να τοποθετηθούν στη θέση τους αιγυπτιακές μονάδες, που θα είχαν την ικανότητα να αντιμετωπίσουν τον εισβολέα. Όταν έγινε αυτό, ο Αιγύπτιος ηγέτης, κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου, αλλά και παλαιότερης διμερούς συνθήκης με το ίδιο το Ισραήλ, έκλεισε την είσοδο των κρίσιμων για το Ισραήλ Στενών του Τιράν στην Ερυθρά Θάλασσα, ώστε να αποτρέψει πολεμική ενέργεια του Ισραήλ εναντίον της χώρας του και της Συρίας με τη μεταφορά στο ισραηλινό λιμάνι της Εϊλάτ στρατιωτικού υλικού και κυρίως πετρελαίου. Καθώς η ένταση κορυφωνόταν, η Ιορδανία και η Συρία συμμάχησαν με την Αίγυπτο. Το Ισραήλ, όμως, τους επιτέθηκε και μέσα σε 6 μέρες (5- 11 Ιουνίου) τους συνέτριψε: κατέλαβε τη χερσόνησο του Σινά μέχρι τη διώρυγα του Σουέζ, τη λωρίδα της Γάζας, τη Δυτική Όχθη, τα υψίπεδα του Γκολάν και την ανατολική Ιερουσαλήμ, που ανήκε στην Ιορδανία. 400.000 Παλαιστίνιοι κατέφυγαν στην Ιορδανία και περισσότεροι από ένα εκατομμύριο παρέμειναν στα κατεχόμενα από το Ισραήλ εδάφη. Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ αξίωσε με την απόφαση 242 να αποσύρει το Ισραήλ τα στρατεύματά του από τα κατεχόμενα εδάφη, με αντάλλαγμα την αναγνώρισή του από τον Αραβικό Σύνδεσμο. Το Ισραήλ, όμως, αγνόησε τον ΟΗΕ, ενώ οι ΗΠΑ αρνήθηκαν να διακόψουν τη μεγάλη στρατιωτική και οικονομική βοήθεια που παρείχαν στο εβραϊκό κράτος.

 


 Εικ.8: Τα εδαφικά οφέλη του Ισραήλ μετά τον πόλεμο του 1967.

Ο πόλεμος του 1967 άλλαξε την ισορροπία δυνάμεων στη Μέση Ανατολή. Η έκταση του Ισραήλ τριπλασιάστηκε και η στρατιωτική του ισχύς κατέστη αδιαμφισβήτητη. Η θέση των Αμερικανών στην περιοχή εδραιώθηκε, γεγονός που αποδείχθηκε με τη φιλοδυτική στροφή του επόμενου Αιγύπτιου ηγέτη Ανουάρ Σαντάτ μέσα στη δεκαετία του 1970. Από την άλλη πλευρά, η Σοβιετική Ένωση υπέστη μια ήττα γοήτρου, αλλά ταυτόχρονα αντιλήφθηκε ότι έπρεπε στο μέλλον να επιδείξει μεγαλύτερο ενδιαφέρον και αποφασιστικότητα στα θέματα της Μέσης Ανατολής και να προστατεύσει τα φιλικά προς αυτή αραβικά καθεστώτα από μια νέα ταπείνωση. Η συντριβή των Αράβων ανέδειξε τα όρια της στρατιωτικής και πολιτικής τους ικανότητας και σηματοδότησε τη μείωση της απήχησης του αραβικού εθνικισμού, ως το κυρίαρχο πολιτικό ρεύμα. Επίσης, προκάλεσε την ανάδυση νέων αριστερών ριζοσπαστικών κινημάτων και ενός αυτόνομου ένοπλου παλαιστινιακού εθνικού κινήματος, το οποίο θα στρεφόταν εναντίον του Ισραήλ και εκείνων των αραβικών καθεστώτων, που θα επιδίωκαν με ποικίλους τρόπους να το εργαλειοποιήσουν, για την εξυπηρέτηση των δικών τους, συχνά αντικρουόμενων, φιλοδοξιών (όπως συνέβη στην περίπτωση της Ιορδανίας το 1970 και της Συρίας το 1976). Επιπλέον, μετά το 1967, οι κρατικές ελίτ προσπάθησαν να ορίσουν τα εθνικά τους συμφέροντα με περισσότερο εδαφικούς raison d’ état όρους, παρά με αραβικούς εθνικούς όρους, οδηγώντας σε νέες διαμάχες για περιφερειακή επιρροή.

 Στις 6 Οκτωβρίου 1973, ημέρα θρησκευτικής γιορτής του Ισραήλ (Γιομ Κιπούρ=ημέρα της εξιλέωσης), η Αίγυπτος και η Συρία επιτέθηκαν κατά του εβραϊκού κράτους. Απώτερος σκοπός τους φαίνεται ότι ήταν, ανεξάρτητα από την έκβαση της σύρραξης, να προκαλέσουν διεθνή επέμβαση και να επιτύχουν έτσι την εφαρμογή της απόφασης 242 του ΟΗΕ. Στην αρχή, οι δύο αραβικές χώρες είχαν επιτυχίες, αλλά σταδιακά οι Ισραηλινοί με αμερικανική βοήθεια αναπλήρωσαν το χαμένο έδαφος. Παρ’ όλα αυτά, οι Αιγύπτιοι κατόρθωσαν να ανακαταλάβουν τη δυτική όχθη της διώρυγας του Σουέζ και με αυτό τον τρόπο να καταδείξουν ότι το Ισραήλ δεν ήταν παντοδύναμο και ότι, σε πολυμέτωπο αγώνα, ήταν πλήρως εξαρτώμενο από την αδιάλειπτη στρατιωτική βοήθεια των ΗΠΑ. Τελικά, με παρέμβαση των υπερδυνάμεων, που δεν επιθυμούσαν ο πόλεμος να κλιμακωθεί με κίνδυνο την εμπλοκή τους σ’ αυτόν, επήλθε κατάπαυση του πυρός και δυνάμεις του ΟΗΕ κατέλαβαν θέσεις ανάμεσα στους εμπόλεμους.

 Μία από τις συνέπειες αυτού του πολέμου ήταν ότι η PLO προσπάθησε να βελτιώσει την εικόνα της στο εξωτερικό. Οι αραβικές χώρες την αναγνώρισαν ως τον μόνο νόμιμο εκπρόσωπο του παλαιστινιακού λαού και η γενική συνέλευση του ΟΗΕ την αποδέχτηκε ως μέλος του οργανισμού, με την ιδιότητα του παρατηρητή. Επίσης, η PLO άρχισε να αντιμετωπίζει θετικά την προοπτική δημιουργίας ανεξάρτητης παλαιστινιακής αρχής στη Λωρίδα της Γάζας και στη Δυτική Όχθη, ως μεταβατικό στάδιο για την επίτευξη του στρατηγικού στόχου της απελευθέρωσης ολόκληρης της Παλαιστίνης και της ίδρυσης ενός “δημοκρατικού παλαιστινιακού κράτους”. Tο 1978, οι δύο ισχυρότερες προσωπικότητες στη Μέση Ανατολή, ο πρόεδρος της Αιγύπτου Ανουάρ Σαντάτ και ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μεναχέμ Μπέγκιν, υπέγραψαν τις συμφωνίες του Καμπ Ντέιβιντ. Σε αντάλλαγμα για την αποχώρηση των Ισραηλινών από τη χερσόνησο του Σινά (πραγματοποιήθηκε στη διετία 1981-1982) ο Σαντάτ εγκατέλειψε την ιδέα της αυτοδιάθεσης των Παλαιστινίων υπέρ του σχεδίου Μπέγκιν για «αυτονομία» στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα, αναγνώρισε το Ισραήλ και κατοχύρωσε για τη χώρα του το δικαίωμα ελεύθερης ναυσιπλοΐας στη διώρυγα του Σουέζ και στα στενά του Τιράν στην Ερυθρά Θάλασσα (γεωστρατηγική ασφάλεια και ένα βάθρο για περιφερειακή ηγεμονία). Για τους Αμερικανούς, οι συμφωνίες υου Κάμπ Ντέιβιντ είχαν τρεις θετικές συνέπειες: εξασφάλισαν την ασφάλεια του Ισραήλ, εξάλειψαν οριστικά τη δυνατότητα των Αράβων για συλλογική δράση και έθεσαν τη Σοβιετική Ένωση για μια ακόμη φορά διπλωματικά στο περιθώριο.

Όμως, για τους Άραβες ήταν ανάθεμα, προδοσία και ξεπούλημα των παλαιστινιακών δικαιωμάτων, επειδή δεν προέβλεπαν την ίδρυση ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους, ούτε καν την αποχώρηση του Ισραήλ από τις περιοχές που είχε καταλάβει το 1967. Όλες οι αραβικές χώρες τις καταδίκασαν – με εξαίρεση το Σουδάν και το Ομάν –, ενώ η Αίγυπτος έγινε εν μία νυκτί το μαύρο πρόβατο του αραβικού κόσμου και εκδιώχτηκε από τον Αραβικό Σύνδεσμο.

 


Εικ.9: Η συνθήκη ειρήνης μεταξύ Αιγύπτου και Ισραήλ, 1979, ως συνέχεια των συμφωνιών του Καμπ Ντέιβιντ.

Ενώ οι ΗΠΑ επιδίωκαν να προσεταιριστούν την Αίγυπτο και να πετύχουν έναν ευνοϊκό γι’ αυτούς διακανονισμό στη Μέση Ανατολή, περιφερειακές δυνάμεις αγωνίζονταν να αυξήσουν τη γεωπολιτική επιρροή τους. Το Ιράν υπό το καθεστώς του Σάχη στράφηκε προς τον διασπασμένο αραβικό κόσμο και ιδιαίτερα προς τα γειτονικά μικρά κράτη του Κόλπου μετά την ανεξαρτησία τους από τη Βρετανία. Το γειτονικό Ιράκ επιχείρησε να θεμελιώσει την ισχύ της χώρας με την ανάπτυξη στενών σχέσεων με τη Γαλλία και την Κίνα. Παράλληλα, η Συρία και το Ισραήλ συνέχισαν τον ανταγωνισμό τους για τον έλεγχο της στρατηγικής σημασίας περιοχής του Λεβάντε. Το Ισραήλ επέκτεινε την επιρροή του στη Δυτική Όχθη και τη Λωρίδα της Γάζας, ενώ εισέβαλε και αργότερα κατέλαβε τον νότιο Λίβανο. Στο μεταξύ, οι συριακές δυνάμεις είχαν επίσης εισβάλει στον Λίβανο μετά την έναρξη του εμφυλίου το 1974. Θα παρέμεναν εκεί για τα επόμενα τριάντα χρόνια.

 Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, οι γεωπολιτικές ισορροπίες στη Μέση Ανατολή για άλλη μια φορά κλονίστηκαν. Αιτία για αυτό στάθηκαν δύο πολύ σημαντικά γεγονότα: η ισλαμική επανάσταση στο Ιράν και η σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν. Τα γεγονότα αυτά θα ωθήσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες σε πιο ενεργό εμπλοκή στα ζητήματα της περιοχής. Η προσπάθεια του Ιράκ να ανατρέψει το νέο θεοκρατικό καθεστώς του Ιράν μέσα στη δεκαετία του 1980, ενισχύθηκε από τα αραβικά κράτη του Κόλπου και από τις ΗΠΑ. Το Ιράν αναδύθηκε ως ένας μεγάλος ανταγωνιστής των αμερικανικών συμμάχων, της Σαουδικής Αραβίας ιδιαίτερα, ενώ συνέβαλε στην ίδρυση της ισλαμικής οργάνωσης Χεζμπολά, η οποία στράφηκε κατά της αμερικανικής επιρροής στη Μέση Ανατολή και της ισραηλινής κατοχής του Λιβάνου.

 


 Εικ.10: Η επανάσταση στο Ιράν, 1978-1979.

Με την περιοχή να παίρνει έναν σαφώς αντιαμερικανικό προσανατολισμό, η Ουάσιγκτον δεν είχε άλλη επιλογή από το να ενισχύσει τη γεωπολιτική θέση της στο Κόλπο, με την εγκαθίδρυση πολλών ναυτικών και αεροπορικών βάσεων. Αυτή ακριβώς τη θέση θα αμφισβητήσει μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ο φιλόδοξος ηγέτης του Ιράκ Σαντάμ Χουσεΐν.

 Επισημάνσεις για τον Ψυχρό Πόλεμο στη Μέση Ανατολή

Η ψυχροπολεμική αντιπαράθεση είχε περιορισμένο αντίκτυπο στη Μέση Ανατολή, παρά τις διακρατικές διενέξεις, τη σημασία του πετρελαίου και την εγγύτητα της Σοβιετικής Ένωσης. Η απουσία ισχυρής εργατικής τάξης και η καταλυτική επίδραση της θρησκείας, απέτρεψαν τη δημιουργία αριστερών επαναστατικών κινημάτων, όπως στην Άπω Ανατολή και την Αφρική. Σε ορισμένα αραβικά κράτη, η κομμουνιστική παρουσία ήταν εμφανής, όπως στο Ιράκ και το Σουδάν, αλλά ποτέ δεν προσέλαβε τη μαζικότητα των κομμουνιστικών κομμάτων της Κίνας, της Κορέας, του Βιετνάμ, της Αγκόλας, της Μοζαμβίκης και της Νότιας Αφρικής. Απ’ όλα τα αραβικά καθεστώτα, μόνο εκείνο της Υεμένης ήταν απόλυτα φιλοσοβιετικό. Αλλά και αυτό υπέστη πολλούς τριγμούς, τους οποίους η Σοβιετική Ένωση δεν κατάφερε να διαχειριστεί. Το πιο ισχυρό κομμουνιστικό κόμμα στην περιοχή ήταν το Τουντέχ στο Ιράν, αλλά ουδέποτε συνήλθε μετά το φιλοδυτικό πραξικόπημα του 1953. Το μοναδικό κομμουνιστικό κόμμα που τελικά κατέλαβε την εξουσία ήταν το ΚΚ του Αφγανιστάν (Απρίλιος 1978). Λίγο αργότερα, ανατράπηκε από τους Ταλιμπάν, προκαλώντας την εισβολή των Σοβιετικών.

 Οι ΗΠΑ έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη Μέση Ανατολή μετά την κρίση του Σουέζ και την αποχώρηση της Βρετανίας από την περιοχή. Οι λόγοι ήταν γεωπολιτικοί και οικονομικοί. Προκειμένου να αντιμετωπίσουν τη Σοβιετική απειλή και τον αραβικό εθνικισμό και τις κύριες εκδηλώσεις του, τον νασερισμό και τον μπααθισμό, ενίσχυσαν τους δεσμούς τους με ισχυρές συμμαχικές χώρες ( Τουρκία, Ισραήλ και Ιράν). Από τις αραβικές χώρες, φιλοαμερικανική πολιτική ακολούθησαν η Ιορδανία και η Σαουδική Αραβία. Η εμπλοκή των ΗΠΑ στα κράτη αυτά ήταν έντονη, αλλά κατά καιρούς αναδύονταν διαφωνίες σε επιμέρους ζητήματα, όχι όμως τόσο σε θέματα σκοπών, όσο σε θέματα του τρόπου για την επίτευξη των σκοπών.

 Αντίθετα, η Σοβιετική Ένωση έδειξε μικρό ενδιαφέρον για τη Μέση Ανατολή ως ξεχωριστή γεωπολιτική οντότητα. Εντούτοις, διατήρησε ισχυρούς δεσμούς με μεμονωμένους δρώντες, όπως με τη Συρία, την οποία ενίσχυε διπλωματικά και στρατιωτικά, καθώς και με τα φιλικά καθεστώτα της Υεμένης, της Αιγύπτου και της Λιβύης. Παρ’ όλα αυτά, δεν καθόρισε τις πολιτικές εξελίξεις των σοσιαλιστικών αραβικών κρατών ούτε την εξωτερική πολιτική τους. Υπήρχε συχνά έλλειψη συντονισμού, μυστικισμός, καχυποψία, αμφισβήτηση. Το 1973, ο πρόεδρος της Αιγύπτου Σαντάτ έδιωξε τους Σοβιετικούς συμβούλους και έστρεψε τη χώρα του προς τη Δύση χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες, παρά τις μεγάλες συνέπειες που είχε η πράξη του για τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή. Ακόμα και η PLO αρνήθηκε να ακολουθήσει τη σοβιετική συμβουλή να αναγνωρίσει στο Ισραήλ το δικαίωμα ύπαρξής του.

 


Εικ.11: Ο ηγέτης των Παλαιστινίων Γιασέρ Αραφάτ με τον ΓΓ του ΚΚΣΕ Λεονίντ Μπρέζνιεφ.

Όπως σε άλλες περιοχές του Τρίτου Κόσμου, έτσι και στη Μέση Ανατολή, ο Ψυχρός Πόλεμος συνετέλεσε στη δημιουργία διακρατικών συμμαχιών με χαρακτηριστικότερη περίπτωση το Σύμφωνο της Βαγδάτης, που μετεξελίχτηκε σε CENTO (Ιράκ, Τουρκία, Πακιστάν, Ιράν και Βρετανία). Η Σοβιετική Ένωση δεν κατάφερε να δημιουργήσει αντίστοιχο συνασπισμό, γιατί ούτε το επιδίωξε ούτε τα σοσιαλιστικά καθεστώτα της Μέσης Ανατολής το επιθυμούσαν. Άλλωστε, σχεδόν κάθε κράτος είχε το δικό του είδος σοσιαλισμού. Η Αίγυπτος τον νασερισμό, η Συρία τον μπααθισμό, η Λιβύη το ισλαμικό, η Αλγερία τον σοβιετισμό.

Οι διενέξεις στη Μέση Ανατολή διατήρησαν σε μεγάλο βαθμό τον δικό τους αυτόνομο χαρακτήρα. Οι αιτίες τους βρίσκονταν στις εθνικές, πολιτικές, θρησκευτικές, ακόμα και φυλετικές αντιθέσεις. Ωστόσο, ο Ψυχρός Πόλεμος βρήκε στη Μέση Ανατολή γόνιμο έδαφος για να εξελιχθεί και να φουντώσει, επειδή οι διακρατικές και ενδοκρατικές αντιπαραθέσεις ήταν έντονες. Οι αντιπαραθέσεις αυτές απόκτησαν αναγκαστικά ψυχροπολεμική διάσταση, όχι μόνο στην αραβο- ισραηλινή διένεξη, αλλά και στις συγκρούσεις Ιράν-Ιράκ, Αιγύπτου-Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας- Συρίας, Βόρειας και Νότιας Υεμένης (η διένεξη Ελλάδος-Τουρκίας αποτελεί εξαίρεση, αφού και οι δύο χώρες ανήκαν στον ίδιο συνασπισμό, το ΝΑΤΟ). Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, ο ιστορικός L. Carl Brown παρατήρησε ότι «η Μέση Ανατολή έχει δεχτεί τη μεγαλύτερη διείσδυση ξένων δυνάμεων από οποιαδήποτε άλλο περιφερειακό υποσύστημα». Με τον όρο “διείσδυση” εννοούσε ότι η Μέση Ανατολή αναμείχθηκε στα γεωπολιτικά σχέδια των Μεγάλων Δυνάμεων περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο μέρος του κόσμου, ενώ καμιά Μεγάλη Δύναμη δεν κατάφερε να διαδραματίσει ηγεμονικό ρόλο ή να διαμορφώσει κατά το δοκούν την περιοχή. Μια από τις αιτίες παρέμβασης των Μεγάλων Δυνάμεων, ήταν η αποτροπή της ανάδυσης μιας ισχυρής περιφερειακής δύναμης, που θα μετέβαλε τις ισορροπίες στην περιοχή και θα απειλούσε τα συμφέροντά τους. Παράλληλα, το ίδιο το μεσανατολικό σύστημα τροφοδοτούσε τις εξωτερικές παρεμβάσεις, καθώς οι τοπικές πολιτικές ελίτ συχνά βασίζονταν σε εξωτερικές πηγές προκειμένου να διατηρήσουν τα προνόμιά τους, προκαλώντας την αντίδραση των αντιπάλων τους και την έκρηξη νέων εσωτερικών ανταγωνισμών και διακρατικών εντάσεων.

Δύο τελευταίες παρατηρήσεις. Όπως ορθά υποστηρίζουν ορισμένοι ιστορικοί, ο Ψυχρός Πόλεμος στη Μέση Ανατολή δεν τελείωσε στα τέλη της δεκαετίας του 1980, αλλά μια δεκαετία νωρίτερα με την ιρανική επανάσταση το 1979 και την έναρξη του ιρανο-ιρακινού πολέμου. Και για τις δύο υπερδυνάμεις, η μεγάλη απειλή προερχόταν από το θεοκρατικό Ιράν και γι’ αυτό δεν δίστασαν να υποστηρίξουν την ίδια πλευρά, το εγκληματικό καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν. Επιπλέον, η άνοδος του ισλαμικού κινήματος μετά το 1979 στη Μέση Ανατολή, συνέβαλε στην ανάδυση ισχυρών υπο- κρατικών και μη-κρατικών δρώντων, που θα παίξουν καθοριστικό ρόλο στον σχεδιασμό της περιφερειακής νέας τάξης πραγμάτων και θα προκαλέσουν τη δραστική μείωση της αμερικανικής επιρροής στην περιοχή, ιδιαίτερα μετά τον πόλεμο στο Ιράκ το 2003.

 

 Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Σημειώσεις

Foreign Office, CAB 66/65, WP (45) 256, «Άμυνα της Μέσης Ανατολής», 13 Απρ. 1945.

FRUS, 1952-54, τ. 9, The Near East and Middle East, σ. 251.

Χένρι Κίσινγκερ, Διπλωματία, σ. 584. ↩︎


Γιάννης Σακκάς

Ο Γιάννης Σακκάς είναι Kαθηγητής Ιστορίας της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής στο Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου.


Το άρθρο του καθηγητή Γιάννη Σακκά δημοσιευθηκε στον ιστοχώρο Επιμύθιον και το αναδημοσιευουμε στο Argolidas News 

Post a Comment

Νεότερη Παλαιότερη