Ο «γάμος» του καρναβαλιού στην Γκούρα Κορινθίας αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδοσιακά έθιμα των Αποκριών στην ορεινή Κορινθία. Πρόκειται για ένα διονυσιακό δρώμενο με προχριστιανικές ρίζες, που συνδέεται με την γη, την γονιμότητα και την προσδοκία της άνοιξης. Μέσα στο σκοτάδι του χειμώνα, οι αγροτικοί πληθυσμοί γιόρταζαν την ολοκλήρωση της σποράς και ευχόντουσαν το καρποφόρημα της γης. Ο «γάμος» λειτουργούσε ως συμβολική ένωση που διασφάλιζε, μέσα από την παρωδία και το γέλιο, την αναγέννηση της φύσης.
Κύριο γνώρισμα του εθίμου ήταν η ανδρική συμμετοχή: όλοι οι ρόλοι –νύφη, γαμπρός, παπάς, κουμπάρος– παίζονταν από άνδρες. Η πομπή, το λεγόμενο «συμπεθεριό», ξεκινούσε την Κυριακή της τελευταίας Αποκριάς από την Απάνου και την Πέρα γειτονιά, στο ξάγναντο των Ανδρικοπουλέικων αλωνιών. Με ζουρνάδες και νταούλια, τσαρούχια «από λαγό» και σκούφια «από κουνάβι», οι νομάτοι τραγουδούσαν ευτράπελα στιχάκια, σατιρίζοντας την κοινωνική πραγματικότητα:
«Ρε μαύρε, ρε κακόμοιρε, που θες και συ γυναίκα…»
Η σάτιρα, το σκώμμα και η υπερβολή αποτελούσαν ουσιώδες στοιχείο του διονυσιακού χαρακτήρα του δρωμένου.
Πριν από την γαμήλια πομπή τελούνταν η «προικολαβή», μια απολαυστική στιχομυθία ανάμεσα στους συμπεθέρους και την μάνα της νύφης. Οι προίκες ήταν φανταστικές: «πέντε γίδες κολοβές», «πέντε κεντητές ποδιές», «μια γιδιά γεμάτη μούστο», «το γκεσέμι απ’ τη στάνη». Η παρωδία της προίκας λειτουργούσε ως λαϊκό σχόλιο για τις κοινωνικές συμβάσεις του γάμου, μετατρέποντας το χριστιανικό μυστήριο σε λαϊκό θέατρο.
Η κορύφωση λάμβανε χώρα στην πλατεία της Γκούρας. Οι καβαλλαρέοι άφηναν τα υποζύγια στον περίβολο του παρεκκλησιού και όλοι συγκεντρώνονταν γύρω από το υπερυψωμένο κυκλικό τσιμεντόστρωτο. Εκεί άρχιζε η «ιεροτελεστία». Ο «παπάς» διάβαζε ευχές, θυμιάτιζε τα νεονύφια, σκόρπιζε στάχτη και καπνό, περνούσε βέρες και κοίταζε με προσποιητή αυστηρότητα τον κουμπάρο. Ο μπραζέρης και η μπραζέρα περιποιούνταν το «αταίριαστο ζευγάρι», ενώ η μικρή τσότρα με κρασί περνούσε από χέρι σε χέρι.
Ο «χορός του Ησαΐα» εξελισσόταν σε πανδαιμόνιο γέλιου και ξεφωνητών. Αντί για κουφέτα, οι παρευρισκόμενοι πετούσαν καλαμπόκι και ρεβίθια στους νιόγαμπρους, στον παπά και στον κουμπάρο. Το καλαμπόκι και το ρεβίθι, σπόροι της γης, υπογράμμιζαν τον συμβολισμό της γονιμότητας και της ευφορίας. Ο κύκλος του χορού μεγάλωνε, οι ζυγιές πλήθαιναν, και το γλέντι αντηχούσε στα αρχοντόσπιτα, μαζί με τα χλιμιντρίσματα των αλόγων και τα γκαρίσματα των γαϊδάρων.
Όταν έπεφτε η νύχτα, η πομπή σχηματιζόταν ξανά, αυτήν την φορά φωταγωγημένη. Κλεφτοφάναρα δεμένα στις ουρές των ζώων και μεγάλος φανός στο μέτωπο του πρώτου υποζυγίου δημιουργούσαν μια φαντασμαγορική εικόνα. Με ζουρνάδες και νταούλια, η πομπή επέστρεφε στ’ αλώνια, εκεί όπου είχε ξεκινήσει, για να διαλυθεί με ευχές: «Άντε και του χρόνου πάλι».
Το αποκριάτικο αυτό έθιμο της Γκούρας, που διατηρήθηκε έως περίπου το 1939–1940, αποτελεί πολύτιμο τεκμήριο λαϊκού πολιτισμού. Ο «γάμος» του καρναβαλιού δεν ήταν απλώς μια παρωδία της χριστιανικής ακολουθίας αλλά μια τελετουργία με βαθιές διονυσιακές ρίζες, μια αναπαράσταση της ένωσης που εγγυάται την άνοιξη, το καρποφόρημα και την τροφή.
Σήμερα, η μνήμη του εθίμου ανακαλεί την εποχή όπου η κοινότητα, η γη και ο κύκλος των εποχών συνδέονταν άρρηκτα. Ο «γάμος» του καρναβαλιού στην Γκούρα Κορινθίας παραμένει σύμβολο της ελληνικής αποκριάτικης παράδοσης και της αδιάσπαστης σχέσης ανθρώπου και φύσης.

Δημοσίευση σχολίου