Συνέντευξη για το βιβλίο "Ο μελαγχολικός εργάτης " στην Κατερίνα Γραμματικού

 

Η Μεγαλόπολη είναι η πόλη της ομίχλης, της τέφρας και του λιγνίτη. Ο Άρης Ασπρούλης, διδάκτωρ του Τμήματος Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου, με γνωστικό αντικείμενο την Κοινωνιολογία της Εργασίας, έφτιαξε ένα βιβλίο με σκοπό να το χαρίσει στους εργάτες του ατμοηλεκτρικού σταθμού. Θεατρικός συγγραφέας επίσης, είναι ένας άνθρωπος που επικοινωνεί τον πολιτισμό.

 

Ο Μελαγχολικός εργάτης (ΚΑΠΑ ΕΚΔΟΤΙΚΗ) αποτελεί μια κοινωνιολογική μελέτη που διερευνά τις επιπτώσεις του ριζικού βιώματος της κρίσης στον άνθρωπο, μέσα από το παράδειγμα των εργαζομένων στο εργοστάσιο της Μεγαλόπολης (Από το Δελτίο τύπου).

 

Γιατί στη Μεγαλόπολη; Υπήρχε κάποια σύνδεση;

Ήθελα να εξετάσω τις σιωπηρές επιπτώσεις της κρίσης σε ένα εργοστάσιο της βαριάς βιομηχανίας, ένα εργοστάσιο δηλαδή που λειτουργούσε μέχρι πρότινος στην πρώτη γραμμή παραγωγής ενέργειας. Όταν λέω ‘σιωπηρές’ εννοώ να δω με ποιο τρόπο βιώνουν οι εργαζόμενοι αυτές τις μεγάλες αλλαγές, την ραγδαία μείωση αποδοχών, την εργασιακή επισφάλεια, την καταστρατήγηση των εργασιακών δικαιωμάτων, τον φόβο για απότομη φτώχεια και ανεργία, την παρακμή του ίδιου του εργοστασίου και της ποιότητας της εργασίας τους. Τι αλλάζει δηλαδή μέσα στη ζωή τους ως αποτέλεσμα των παραπάνω, τι επιπτώσεις έχουν όλα αυτά στους ίδιους, στις οικογένειες τους, στην τοπική κοινότητα, στον τρόπο τελικά βλέπουν οι ίδιοι οι άνθρωποι της Μεγαλόπολης τον εαυτό τους.  Η έρευνα αυτή είχα την επιθυμία να γίνει σε εργοστάσιο της ΔΕΗ, και ειδικότερα στη Μεγαλόπολη, και για βιωματικούς και για επιστημονικούς λόγους. Αφενός γιατί ο γονείς μου εργάζονταν στη ΔΕΗ και αυτό αποτέλεσε βασικό κίνητρο ενασχόλησης με το αντικείμενο για μένα, αφετέρου γιατί το συγκεκριμένο εργοστάσιο αποτελεί ένα πολύ ισχυρό παράδειγμα εργοστασίου του οποίου η λειτουργία συνδέεται άμεσα με την επιβίωση της πόλης που το φιλοξενεί. Για την ακρίβεια το εργοστάσιο την καθορίζει.

 

Το βιβλίο είναι αυστηρά επιστημονικό;

Είναι ένα βιβλίο επιστημονικό, χρήσιμο δηλαδή στον αναγνώστη που θέλει να μπει στο σύμπαν της εργασίας ως έννοια, θεσμός και πραγματικότητα και στο σύμπαν της κοινωνιολογίας της εργασίας, ειδικά σε περιόδους κρίσης, αλλά την ίδια στιγμή πλαισιώνεται σε μεγάλο βαθμό από τα αδιαμεσολάβητα λόγια των εργαζομένων και από τις αυθεντικές εικόνες μέσα από το εργοστάσιο, οπότε λειτουργεί για τον αναγνώστη, και σαν ένα οδοιπορικό του εργοστασίου, των εγκαταστάσεων, της καθημερινότητας εκεί. Θεωρώ ότι είναι ένα βιβλίο ντοκουμέντο πριν από όλα.

 

Τι συναισθήματα σας έβγαλε η επαφή σας με τους ανθρώπους που εργάζονται σε ένα επιβαρυμένο περιβάλλον και άκρως επικίνδυνο χώρο;

Αυτό που συνέβη σε εμένα όταν βρέθηκα να κάνω την έρευνα μου στο εργοστάσιο της Μεγαλόπολης, και που ελπίζω να μεταδίδεται και στον αναγνώστη είναι το συγκλονιστικό συναίσθημα να συνειδητοποιείς πόσοι άνθρωποι χρειάζεται να ρισκάρουν κάθε λεπτό τη ζωή τους ή να εργάζονται με σταθερό δεδομένο την επιβάρυνση της υγείας τους και το χαμηλό προσδόκιμο  ζωής, για να μπορούμε εγώ και εσείς να ανάψουμε τον διακόπτη στο σπίτι μας ώστε να έχουμε φως, θέρμανση, ζεστό νερό, φαγητό στη συντήρηση, κλιματισμό, ιντερνέτ, τηλεόραση κοκ.  

 

 

Είδατε αυτή την μελαγχολία που λέτε στον τίτλο;

Ασφαλώς. Η ιστορία της εργασίας των ανθρώπων στο εργοστάσιο της Μεγαλόπολης είναι μια ιστορία θυσίας. Οι άνθρωποι γνώριζαν ότι θυσιάζουν τη σωματική τους ακεραιότητα ανά πάσα στιγμή, αλλά και ότι επιβαρύνουν συνολικά την υγεία τους σε τεράστιο βαθμό, όταν αποφάσιζαν να εργασθούν στον εργοστάσιο. Αλλά,  το επέλεγαν συνειδητά, επεδίωκαν θα μπορούσα να πω αυτή τη θυσία, γιατί με αυτή  εξασφάλιζαν καλές συνθήκες διαβίωσης για τους ίδιους και την οικογένεια τους. Και κυρίως εξασφάλιζαν ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά τους. Την περίοδο της κρίσης το μοντέλο αυτό μετασχηματίζεται, απότομα και ραγδαία. Η θυσία παραμένει, δεν άλλαξαν οι συνθήκες εργασίας, ίσα ίσα που εντατικοποιήθηκαν,  αλλά πλέον είναι μια θυσία χωρίς αντίκρισμα. Οι άνθρωποι ρισκάρουν την υγεία τους και τη ζωή τους όπως και πριν, αλλά τώρα αυτό δεν αρκεί για να τους εξασφαλίσει τίποτα. Αυτό ακριβώς, η θυσία χωρίς αντίκρισμα, είναι που δημιουργεί τον άκεφο, τον σιωπηλό, τον αναχωρητή, τον μελαγχολικό εργάτη.

 

Δηλαδή, δεν είναι ο βολεμένος «Δεητζής»;

Σε καμία περίπτωση. Αυτή είναι μια οριζόντια τοποθέτηση, μια γενίκευση, άρα ένα στερεότυπο. Κάθε επαγγελματικός χώρος έχει βολεμένους και μη βολεμένους. Το να στιγματίζεις ένα εργοστάσιο με τέτοιο τρόπο, σίγουρα αποκρύπτει μεγάλο μέρος της πραγματικότητας. Προσωπικά, το διάστημα που ήμουν μέσα στο εργοστάσιο και το μελετούσα, συνάντησα περισσότερο ανθρώπους που διατηρούσαν υψηλό αίσθημα καθήκοντος την ώρα που είχαν συντριβεί όλα τους τα όνειρα, παρά βολεμένους.

 




  Οι φωτογραφίες είναι του Άρη Ασπρούλη από την περίοδο της έρευνάς του στο εργοστάσιο.

 

Για το www.argolidasnews.gr

Post a Comment

Νεότερη Παλαιότερη