Τα καφενεία υπήρξαν κύτταρα ανατροφοδότησης. Μικροκοινότητες
με ξεχωριστή τάξη και οργάνωση, είχαν ιδιαίτερη ταυτότητα.
Με τον καιρό, ήρθαν να τα ανταγωνιστούν πιο δυνατά κύτταρα,
βγάζοντάς τα από τον κοινωνικό ιστό. Με τον καφέ να παράγεται σε υψηλές μονάδες
πίεσης, γυναικείες παρουσίες δεν πάνε πάσο, συνεχώς ρεφάρουν και η ένταση στο
στερεοφωνικό δυναμώνει.
Αν και το μπρίκι δεν μπαίνει πια στην χόβολη, πωλείται ως είδος λαϊκής τέχνης.
![]() |
| Ασημακόπουλος. Πρόνοια Ναυπλίου. |
Οι καρέκλες γέμιζαν με τις ώρες. Το μεσημεριανό τάισμα, έπρεπε να θυμίζει κάτι από μητέρα. Το βράδυ, η φασαρία εξουδετερωνόταν από την λαχτάρα για το στρωμένο καρέ και η ομίχλη από τα τσιγάρα, η αναμμένη σόμπα ήταν, που έκαναν θολά τα τζάμια, παραβάν, στη θέαση του περίεργου επισκέπτη.
| Μιδέα. Το βράδυ θα επιστρέψουν πάλι. |
![]() |
| Η τράπουλα στην τσόχα περιμένει και το σημειωματάριο κλειστό. |
![]() |
| Οι προσωπικές γωνιές στα καφενεία φύλασσαν συναξάρια παράδοσης. Καφενείο στους Μύλους. |
Μπαίνω με συστολή σε έναν χώρο που το κατοικούν σύμβολα και
ανδρικοί κώδικες. Χαίρομαι που γνωριζόμαστε ανυπόκριτα. Τι θέλεις να μάθεις, με
ρωτούν. Έχω ανάγκη να ταυτιστώ με πράγματα και ανθρώπους. Κάπου παρασύρομαι.
Να, εκεί είναι λέω ο πατέρας. Μα πάλι χάνεται απ’ τα μάτια μου…
«Κι είτε με αρχαιότητες
είτε με Ορθοδοξία
των Ελλήνων οι
κοινότητες
φτιάχνουν άλλο γαλαξία»
Δ. Σ.




Δημοσίευση σχολίου