Η Γη δεν είναι πια για τους Ανθρώπους;

 

Φωτογραφία από το cinemagazine.gr

Το ερώτημα είναι διαχρονικά ρητορικό. Σύμμαχός μου, τώρα που οι αγρότες είναι μόνοι τους στους δρόμους, είναι μόνο η συγχρονικότητα η οποία με οδήγησε να θυμηθώ αυτό το απόσπασμα τού John Steinbeck από το βιβλίο που έγραψε το 1939 για την οικονομική κρίση το (Κραχ) του ’29, τα «Τα σταφύλια της οργής».

...«Οι μικροκαλλιεργητές έβλεπαν το χρέος ν’ ανεβαίνει σαν την παλίρροια για να τους πνίξει. Ράντιζαν τα δέντρα και δεν πουλούσαν τη σοδειά, κλάδευαν και μπόλιαζαν, μα δεν μπορούσαν να τη μαζέψουν. Δούλεψαν και σκέφτηκαν κείνοι που’χαν τη γνώση, και να που τώρα τα φρούτα σαπίζουν χάμω, και η σηπόμενη μάζα μες στις δεξαμενές κρασιού δηλητηριάζει τον αέρα. Και το κρασί δεν έχει άρωμα σταφυλιού, αλλά μυρίζει θειάφι, οινόπνευμα και ταννικό οξύ.

   Το περιβόλι, του χρόνου θα ’ναι κομμάτι ενός μεγάλου κτήματος, γιατί το χρέος θα ‘χει πνίξει τον ιδιοκτήτη.

   Τούτος ο αμπελώνας θ’ ανήκει στην τράπεζα. Μονάχα οι μεγαλοκτηματίες μπορούν να επιβιώσουν, γιατί αυτοί έχουν και τα κονσερβοποιεία. Και τέσσερα αχλάδια ξεφλουδισμένα, κομμένα στη μέση, βρασμένα και κονσερβαρισμένα, κοστίζουν δεκαπέντε σεντς. Και τα κονσερβαρισμένα αχλάδια δε χαλάνε. Κρατάνε για χρόνια.

Η σήψη εξαπλώνεται στην Πολιτεία και η γλυκιά μυρωδιά της είναι βαριά δυστυχία που σκεπάζει τον τόπο. Άνθρωποι που μπορούν να μπολιάζουν τα δέντρα, και να κάνουν το σπόρο γονιμο και μεγάλο, δεν μπορούν να βρουν τρόπο ώστε το προϊόν τους να θρέψει τους πεινασμένους. Άνθρωποι που ‘χουν δημιουργήσει νέα φρούτα στον κόσμο δεν μπορούν να δημιουργήσουν ένα σύστημα με το οποίο να μπορούν τα φρούτα τους να φαγωθούν. Και η αποτυχία αιωρείται σαν βαριά δυστυχία πάνω απ’ την Πολιτεία.

   Ό,τι έδωσαν οι ρίζες των κλημάτων, των δέντρων, πρέπει να καταστραφεί για να κρατηθεί υψηλή η τιμή, και τούτο είναι το πιο θλιβερό, το πιο πικρό πράμα απ’ όλα. Φορτώματα ολάκερα από πορτοκάλια αδειασμένα χάμω. Άνθρωποι έρχονταν από μίλια μακριά για να πάρουν τα φρούτα, μα τούτο δεν μπορούσε να γίνει. Γιατί πώς θ’ αγόραζαν πορτοκάλια προς είκοσι σεντς την ντουζίνα, αν μπορούσαν να πάνε και να τα μαζέψουν; Έτσι άνθρωποι με μάνικες καταβρέχουν με κηροζίνη τα πορτοκάλια κι είναι θυμωμένοι και με τούτο το έγκλημα και με τους ανθρώπους που ‘ρθαν για να πάρουν τα φρούτα. Ένα εκατομμύριο άνθρωποι πεινάνε, χρειάζονται τα φρούτα, και όμως να που αυτοί καταβρέχουν με κηροζίνη τα χρυσαφιά βουνά.

   Και η μυρωδιά της σήψης γεμίζει τον τόπο.

   Κάψτε πατάτες για καύσιμο στα πλοία. Κάψτε καλαμπόκι για να ζεσταθείτε, βγάζει πολλή ζέστη όταν καίγεται. Πετάξτε πατάτες μες στα ποτάμια και βάλτε φρουρούς στις όχθες για να μην τις ψαρέψουν οι πεινασμένοι. Σφάξτε τα γουρούνια και θάψτε τα, κι ας σταλάξει η σήψη μεσ΄ στη γη.

   Υπάρχει εδώ πέρα ένα έγκλημα που δεν το χωρά η δημόσια κατακραυγή. Υπάρχει εδώ μια δυστυχία που δεν μπορεί το κλάμα να τη συμβολίσει. Υπάρχει εδώ πέρα μια αποτυχία που γκρεμίζει κάθε επιτυχία μας. Η γόνιμη γη, οι ίσιες αράδες των δέντρων, οι γεροί κορμοί, τα γινωμένα φρούτα. Και παιδιά που πεθαίνουν από πελάγρα πρέπει να πεθάνουν επειδή δεν μπορεί να υπάρξει κέρδος από ένα πορτοκάλι. Και ιατροδικαστές πρέπει να συμπληρώσουν τα πιστοποιητικά τους – θάνατος λόγω ασιτίας – επειδή η τροφή πρέπει οπωσδήποτε να σαπίσει.

   Άνθρωποι έρχονται με δίχτυα για να ψαρέψουν τις πατάτες απ’ το ποτάμι και οι φρουροί τούς εμποδίζουν· έρχονται με κάτι σαράβαλα για να μαζέψουν τα πεταμένα πορτοκάλια, αλλά οι άλλοι τα ‘χουν ήδη ραντίσει με κηροζίνη. Και στέκουν ασάλευτοι και βλέπουν τις πατάτες να περνάνε παρασυρμένες απ’ το νερό, ακούν τα γουρούνια να σκληρίζουν καθώς τα σκοτώνουν μέσα σ’ ένα χαντάκι και τα σκεπάζουν μ’ ασβέστη, βλέπουν τα βουνά τα πορτοκάλια να γίνονται πηχτή μάζα που αποσυντίθεται και κυλά· και στα μάτια των ανθρώπων υπάρχει η αποτυχία, και στα μάτια των πεινασμένων υπάρχει μια ολοένα μεγαλύτερη οργή.», (σελ. 424)...

Και σε ένα άλλο σημείο γράφει ο Στάινμπεκ: Και οι άνθρωποι στον παραδίπλα καταυλισμό; Μοιάζουν να έχουν χαζέψει.

Υ.Γ. Οποιαδήποτε ομοιότητα με ανθρώπους και καταστάσεις, μόνο συμπτωματική δεν είναι.
Φωνάζει από μόνη της.

 

Γ. Σ. Τζαμαλούκα

Κοινωνική Ψυχολόγος – Σύμβουλος

 


Post a Comment

Νεότερη Παλαιότερη