Η σκυθρωπή και ανθρώπινη Καρύταινα του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου

 


Το πέρασμα από τη Μεγαλόπολη στην Καρύταινα δίνει την πρώτη εντύπωση του σκληρού και σκυθρωπού αυτού θαύματος, που λέγεται «Γορτυνία». Με το κάθε του βήμα ο ταξιδιώτης έχει την εντύπωση, πως προχωρεί σ’ ένα κλειστόν κόσμο, που τον περιορίζουν, τον αυλακώνουν και τον ωραΐζουν ατέλειωτα βουνά, αλλού ψηλότερα, αλλού χαμηλότερα, απόκρημνα σαν κομμένα με μαχαίρι, ολόισια, κάθετα, αλλού γεμάτα μαλακές και καταπράσινες κατηφοριές, δασωμένα φαράγγια, χειμάρρους και καταρράκτες μελωδικών νερών. Ο κόσμος στενεύει ολοένα και περισσότερο ολόγυρά του. Και αισθάνεται πολύ γρήγορα, πως βρίσκεται κάπου μακριά, πολύ μακριά, πως αναδεύεται και σκαρφαλώνει σαν το σκουλήκι ή σαν την κάμπια στη ράχη ενός λείου κορμού, που, παρ’ όλη την περιορισμένη του έκταση, δημιουργεί με την ακινησία του και την ομαλότητά του τη στέρεα εντύπωση της απεραντοσύνης.

Η Γορτυνία είναι από τους τόπους τους πιο άξενους (εννοώ φυσικά, τη σύσταση του εδάφους), που αντίκρισα στο Μοριά. Τα χωριά είναι αραιά, χαμένα σε κακοτοπιές, σε σύντομες κοιλάδες, στα πλευρά μικροσκοπικών ποταμών, παντού όπου υπάρχει ένα στρέμμα τόπος ικανός να καλλιεργηθεί και να δώσει κάτι γι’ αντιστάθμισμα του μεγάλου μόχθου που απαιτεί. Οι άνθρωποι που μένουν μόνιμα σ’ αυτή, ριζωμένοι στα πατρογονικά τους σαν τα ριζιμιά λιθάρια, έχουν μονοκόμματη την αντίληψη, μα ρωμαλέα την κατασκευή της εσωτερικής ύπαρξης και διατηρούν τα ήθη τους σιδερόχυτα και απότομα. Πολλοί αφήνουν το πάτριο έδαφος και πηγαίνουν μακριά, στην Αμερική οι περισσότεροι, ή πολύ πλησιέστερα, στα μεγάλα κέντρα του Μοριά και στην υπόλοιπη Ελλάδα, παντού όπου μπορούν να βρουν την τύχη τους και να κάμουν κάποια προκοπή. Μα δε χάνουν ποτέ, μαζί με τη μοραΐτικη οξύτητά τους, και τη βουνίσια τους τραχύτητα. Είναι ο τόπος ακατάλληλος για πολύλογες ρητορείες, λυρικά ξεσπάσματα, φαντασιώσεις και ρεμβασμούς· κάθε στιγμή προβάλλει την αντίμαχη θέλησή του, την αναποδιά του, την αντίστασή του που πρέπει οπωσδήποτε να κατανικηθεί. Κι ο άνθρωπος κεντρίζεται, θέλοντας και μη, προς τη δράση, χαλυβδώνεται κι αντιμετωπίζει την αντίσταση με την αντίσταση, το πείσμα με το πείσμα.

Απέραντα έρημα και σιωπηλά βουνά ανοίγονται προς κάθε σημείο του ορίζοντα. Μπορεί να περπατάς ώρες ολόκληρες, χωρίς να συναντήσεις ανθρώπινη ύπαρξη. Ένας βοσκός που σαλαγάει τα πρόβατά του σε μια πλαγιά, ένας φτωχός στρατοκόπος, που ξεκουράζεται κοντά σε μια πρωτόγονη βρυσούλα, ένας κουρασμένος ξωμάχος που σκύβει με καρτερική διάθεση στο χωράφι του είναι τα μόνα, αραιά και σαν απροσδόκητα συναπαντήματα, που κόβουν κάπως την αιωνιότητα της σιωπής και της μοναξιάς. Έτσι, σαν τα βουνά, είναι και τα ήθη σκληρά, ξεκομμένα και ολόισια.

Χρειάζεται αγώνας, για να πραγματοποιηθεί η ανανέωση, για να επιβληθεί μια αλλαγή. Αυτό το αυτοκίνητο ακόμη, που κατορθώνει να φτάσει στα περαστικότερα και σημαντικότερα οπωσδήποτε κατατόπια, μοιάζει με ξεφρενιασμένο δαίμονα που ολοένα βιάζεται να περάσει και που δεν έχει τη διάθεση να μείνει στιγμή στους τόπους τούτους, που είναι ολόδροσοι το καλοκαίρι, μα που μαστιγώνονται το χειμώνα αλύπητα από τους εχθρικούς ανέμους.



Μια τέτοια διάθεση, πλασμένη από την αίσθηση του βράχου και του ατσαλιού και πλημμυρισμένη από τους αντίλαλους των βουερών χειμωνιάτικων ανέμων χρειάζεται, για να δεις την Καρύταινα, πολιτεία της περιοχής γεμάτη πολυτάραχη ιστορία, και για να αισθανθείς το βαθύτερο νόημά της. Η Καρύταινα δε βρίσκεται χτισμένη όσο ψηλά θα μπορούσε να υποθέσει ο απληροφόρητος: εξακόσια μέτρα απάνω από τη θάλασσα· η Πορταριά είναι εφτακόσια, μα πόση χτυπητή και χαρακτηριστική διαφορά υπάρχει ανάμεσα σ’ αυτές τις δυό βουνίσιες πολιτείες! Η μια ανθίζει σαν ένα μεγάλο τριαντάφυλλο και τραγουδεί με τα πολλά της νερά και αναπαύει τον κόπο του περαστικού με τη δροσάτη αύρα των σκιερών φύλλων της. Η άλλη χτυπιέται αλύπητα το καλοκαίρι από τα βέλη τους ήλιου και στενάζει το χειμώνα μαζί με τους αφιλάνθρωπους βοριάδες, που παίρνουν στην εξουσία τους όλη τη θάλασσα των γύρω βουνών. Ο άνθρωπος, που την αντικρίζει για πρώτη φορά, αισθάνεται να τον διαπερνά ολόκληρον η κρύα κόψη ενός σπαθιού. Μάταιο ξεγέλασμα είναι οι λιγοστοί και αναιμικοί της λαχανόκηποι, μερικοί ανθισμένοι φράχτες, οι γλάστρες που στολίζουν με το λυρικό τραγούδι της ανθοφορίας τους τα γέρικα μπαλκόνια. Τόπος για πολέμαρχους, για πεισματάρηδες και αδυσώπητους άντρες. Τίποτε άλλο!



Είναι όλη χωμένη ανάμεσα στη στενή αγκαλιά των βουνών, γερασμένη, παμπάλαια, εδώ ερειπωμένη, εκεί ξανανιωμένη με κάποιαν αδεξιότητα, στενοκέφαλη και καθυστερημένη. Νομίζει κανείς πως συμμαζεύεται ολοένα και περισσότερο στα πόδια του κάστρου της: είναι το καμάρι της και το στήριγμά της. Κάτι περισσότερο: η δικαιολογία της ύπαρξής της. Στον τόπο της βρισκόταν κάποτε η αρχαία Βρένθη. Μα ερημώθηκε και λησμονήθηκε, όταν ο Επαμεινώνδας μάζεψε τους κατοίκους όλους της περιοχής στη Μεγαλόπολη, στη μέση του γόνιμου κάμπου. Ξαναπήρε απάνω της στη βυζαντινή εποχή, κι όλη τη δόξα της τη χρωστά στη Φραγκοκρατία. Τότε χτίστηκε με το βράχο και με την ασήκωτη γκρίζα πέτρα το κάστρο, τότε χτίστηκε το παλάτι του κάστρου και τότε η πολιτεία έγινε στρατόπεδο αποφασισμένων ανθρώπων, πειθαρχημένων και πολεμοχαρών.

Σχεδόν σκαρφαλώνοντας ανεβαίνει κανείς στην κορυφή του συγκροτήματος τούτου, που στέκει μισογκρεμισμένο, μα γεμάτο αντρίκιο θάρρος, αφιλόξενο και ανυπόταχτο. Και ξανοίγει ολόγυρά του βουνά και στενόχωρους κάμπους και μικρές, απίθανες κοιλάδες κι άλλα βουνά κι ολοένα βουνά. Αυτοί οι άγριοι, ατίθασοι κλάδοι των δέντρων, οι σκληρές κι αγκαθερές τούφες των θάμνων, που προσπαθούν να συμπληρώσουν, με το πιο σκοτεινό πράσινό τους, τη σκυθρωπή του σκηνογραφία, φαίνονται σαν καμωμένοι από ατσάλι. Ποιος μπορεί σ’ ένα τέτοιο τόπο να συλλογιστεί τα ειδύλλια των αγροτικών εκτάσεων και τα θαύματα των φωτεινών ακτών;

Η Καρύταινα φαίνεται σα να σε κρατεί με τα δόντια της και να σε βασανίζει για την ευχαρίστησή της ανάμεσα στα στενά της λιθόστρωτα, στους βράχους της και τις απόκρημνες κατηφοριές της. Στέκεσαι μπροστά στα λυπημένα χαλάσματα του παλατιού, που ωράιζε κάπως το κάστρο της και συλλογιέσαι σαν απίθανο και απίστευτο άκουσμα την ιστορική πληροφορία, που σε βεβαιώνει με τον κατηγορηματικότερο τρόπο, πως εκεί δα μαζεύτηκαν κάποτε οι φράγκισσες αρχόντισσες του Μοριά, για να φροντίσουν για τον τόπο, τη στιγμή που η Φραγκοκρατία περνούσε δύσκολες ώρες κ’ οι άντρες έλειπαν σε μακρινούς πολέμους.

Δεν υπάρχει ανάμεσα στις αφιλάνθρωπες τούτες πέτρες κανένα ίχνος από τρυφερά ποδαράκια και κανένας αντίλαλος από βελούδινα, συλλογισμένα μιλήματα και καμιά μνήμη από θελκτικές αγωνίες. Βέβαια, ο καθένας νιώθει ασφαλισμένο τον εαυτό του στο ψήλωμα τούτο. Γιατί δεν καταλαβαίνει πως θα μπορέσει ο αντίμαχος να προχωρήσει, χωρίς να πέσουν απάνω του αναρίθμητα και ασήκωτα κοτρώνια και να τον θάψουν κάτω από το ξεφρενιασμένο τους πείσμα.

Στους καιρούς της Φραγκοκρατίας η Καρύταινα έβγαζε τους ηρωικότερους ιππότες του Μοριά, ανυπόταχτα παληκάρια, που έπαιρναν από το ύφος του τόπου την αλύγιστη δύναμη και την ακατανίκητη ορμή. Το πνεύμα της υποταγής φαίνεται ολωσδιόλου χιμαιρικό στην Καρύταινα. Οι πέτρες αυτές γεννούν άντρες. Είναι σαν τους ανθρώπους που ξεφύτρωναν πίσω από τα βήματα του Δευκαλίωνα. Και μοιάζει με σημαδιακό φαινόμενο η ολιγανθρωπία της πολιτείας. Γιατί απουσιάζει ολοφάνερα η ιδέα του όχλου. Το ανώνυμο πλήθος φαίνεται αταίριαστη πραγματικότητα εδώ πάνω. Οι λίγοι και οι ξεχωριστοί. Να το ιδεατό έμψυχο περιεχόμενο της στενάχωρης αυτής αγκαλιάς των γυμνών βουνών!

Έτσι, κοντά στο έμπα του κάστρου, δεν είναι σαν παράφωνη στροφή το χάλασμα, που υπήρξε κάποτε το κρησφύγετο του Κολοκοτρώνη. Αυτός ο άντρας, που ξεσήκωσε το Μοριά με την επιβολή του και την πίστη του, δεν βρήκε τόπον άλλο καταλληλότερο, για να ξεφύγει την οργή των εχθρών, παρά την απρόσιτη ανηφοριά της Καρύταινας. Τον καιρό που ο Ιμπραήμ ξεμπαρκάρισε στα λιμάνια της Πελοποννήσου τα πολεμόχαρα στίφη των Αραπάδων του, ο Κολοκοτρώνης κατάλαβε πως ήρθε η ώρα του κλεφτοπόλεμου. Και, μόλις σταμάτησαν τα καταλυτικά εμφύλια πάθη και λύθηκαν τα πολυδύναμα χέρια του, έπιασε τις σπηλιές και τους βράχους των τρομερών φαραγγιών που τα κάτεχε πέτρα προς πέτρα και προσπάθησε να εξαντλήσει τον αντίπαλο με την πονηριά του και με την εντατική εκμετάλλευση των φυσικών εμποδίων. Ο Ιμπραήμ δεν τόλμησε να τον πλησιάσει στην Καρύταινα. Μα και πώς να τον πλησιάσει ; Εδώ οι βράχοι γεννούσαν πολεμιστές κ’ η κάθε τρύπα ήταν και μια πολεμίστρα!

Λοιπόν δεν υπάρχει αμφιβολία, πως τέτοια φυσικά κατορθώματα αναδίνουν παράδοξη ομορφιά και προσφέρουν στην αίσθηση των ανθρώπων δίδαγμα από τα πολυτιμότερα: το δίδαγμα της πειθαρχίας, της αντοχής και της ηρωικής αυτοθυσίας. Να είσαι ολόισιος, να το πρώτο και το κύριο χρέος σου. Να επιμένεις και να υπομένεις, να το δεύτερο, φυσική συνέπεια του πρώτου. Να μη δείχνεσαι άλλος εδώ και άλλος εκεί. Να μη παρασύρεσαι από την περίσταση και να μη ξαφνιάζεσαι από την εναντιότητα. Να είναι το όχι σου όχι για όλους και για πάντα και το ναι σου ναι χωρίς επιφύλαξη.

Το Κάστρο της Καρύταινας είναι απόκρημνο, απλησίαστο, άβατο από κάθε πλευρά. Μπορείς ίσως να το κερδίσεις με τραχύν αγώνα, μα δεν μπορείς να το εκβιάσεις με πονηριά. Πυργώνεται στερεό, ασάλευτο και ανάερο μαζί, σκυθρωπό και ανυπόταχτο· εξουσιάζει τα γύρω βουνά και ας είναι εκείνα ψηλότερα του και προστατεύει την αραιή ανθρωπότητα που συμμαζεύεται στα πόδια του. Εννοώ, φυσικά, την περασμένη, την ιστορική ανθρωπότητα. Γιατί η σημερινή δεν έχει την ανάγκη του, κι ας δανείζεται το ύφος του και το νόημα του.

Η Καρύταινα του εικοστού αιώνα είναι η πολιτεία των απλοϊκών νοικοκυραίων: φτωχοί γεωργοί και συλλογισμένοι μικρομαγαζάτορες την κατοικούν. Το πέρασμα του ταξιδιώτη είναι ένας ήχος αλλότροπος, που χτυπάει τις καπνισμένες ξυλοδεσιές και τους γέρικους τοίχους και ξαφνιάζει. Κάπου κάπου τα λιθόστρωτα αντηχούν από τον κρότο της κουρασμένης οπλής. Δεν είναι τα φουσάτα των Φράγκων, που σκαρφαλώνουν στο κάστρο: είναι τ’ άλογα του χωριάτη, που γυρίζουν με το ηλιοβασίλεμα από τον καθημερινό τους μόχθο.

Άμα είσαι ανήσυχος άνθρωπος, δε μπορείς να σταθείς περισσότερο. Αισθάνεσαι πως πέφτουν οι πέτρες απάνω σου και ζητείς την απολύτρωση ανάμεσ’ από τα στενά περάσματα των βουνών, προς τα ύψη ή προς τα βάθη, μα κάπου πάντα όπου κινείται κάποια περισσότερη ζωή, θορυβεί κάποιος εντονότερος παλμός. Αφήνεις την Καρύταινα πίσω σου, μα στρέφεις κάθε στιγμή το κεφάλι προς το μελαγχολικό φάσμα της, που διαλύεται σιγά σιγά μέσα στο βράδιασμα. Τα τείχη χάνονται στο διάστημα. Οι σκούρες πέτρες ξεφτίζουν σε αχνά, αβέβαια σχήματα, που απλώνονται, ανοίγονται, κομματιάζονται. Δε μένει πια παρά ένα σύννεφο διάχυτο, απίθανο και απίστευτο. Έπειτα μια σταλαγματιά, που μόλις διακρίνεται στην απόσταση. Στο τέλος ένα στίγμα, μια κουκίδα που σβήνεται και ξαναφαίνεται με τη σπασμωδικότητα της αστραπής. Κι όταν καταπίνεται και το στίγμα τούτο από το λαίμαργο στόμα της νύχτας κι αρχίζουν να τρεμοφέγγουν στον τόπο του λιγοστά, μοναχικά, ασθενικά και λυπημένα φωτάκια, ξανασυλλογιέσαι αυτό που είδες και συμπεραίνεις, πως το απόκτημά σου είναι από τα ωφελιμότερα.

Ι.Μ.Παναγιωτόπουλος

Post a Comment

Νεότερη Παλαιότερη