Ύστερη Εποχή του Χαλκού, α΄ μισό 15ου αι. π.Χ.
Στην κορυφή ενός χαμηλού λόφου, δυτικά του σημερινού χωριού Βαφειό, λίγο έξω από τη Σπάρτη, ο χρόνος δεν κύλησε ομαλά. Σαν να σκάλωσε. Εκεί, μέσα σε έναν θολωτό τάφο του 15ου αιώνα π.Χ., η Ύστερη Εποχή του Χαλκού άφησε ένα από τα πιο αινιγματικά και ποιητικά της ίχνη: δύο χρυσά κύπελλα, σφυρηλατημένα με σκηνές σύλληψης ταύρων. Όχι απλώς αντικείμενα πολυτελείας, αλλά αφηγήσεις σε μέταλλο· μικρές επικές σκηνές που ακουμπούν στα όρια μεταξύ Κρήτης και Μυκηνών, μύθου και τελετουργίας, βίας και πειθούς.
Τα λεγόμενα χρυσά κύπελλα του Βαφειού αποτελούν αριστουργήματα της κρητομυκηναϊκής μεταλλοτεχνίας. Έχουν το χαρακτηριστικό σχήμα του μόνωτου κυπέλλου των πρώιμων μυκηναϊκών χρόνων και φέρουν έκτυπες παραστάσεις που καλύπτουν ολόκληρη την επιφάνειά τους. Οι μορφές αποδίδονται φυσιοκρατικά, με λεπτομέρειες χαραγμένες με αιχμηρό εργαλείο μετά τη σφυρηλάτηση· μια τεχνική που προδίδει έμπειρο τεχνίτη και εργαστήριο υψηλού επιπέδου. Δεν είναι τυχαίο ότι θεωρούνται έργο του ίδιου χρυσοχόου, αν και το ένα κύπελλο αποπνέει μεγαλύτερη επιμέλεια, σχεδόν μια αίσθηση τελειότητας.
Στο πρώτο κύπελλο, η σύλληψη του ταύρου γίνεται χωρίς ωμή βία. Τρεις ταύροι βόσκουν ήρεμα, ενώ ένας άνδρας δένει το πόδι ενός άλλου ζώου τη στιγμή που εκείνο ερωτοτροπεί με μια αγελάδα. Η σκηνή είναι σχεδόν υπαινικτική: η φύση παραδίδεται, όχι κατακτάται. Στο δεύτερο κύπελλο, αντίθετα, η ένταση κορυφώνεται. Ένας ταύρος έχει παγιδευτεί σε δίχτυ, άλλος επιτίθεται στους κυνηγούς, και ένας τρίτος διαφεύγει. Εδώ, η σύλληψη είναι σύγκρουση. Οι δύο σκηνές, τοποθετημένες δίπλα-δίπλα στον ίδιο τάφο, μοιάζουν να σχολιάζουν δύο διαφορετικούς τρόπους άσκησης εξουσίας: την πειθώ και τον εξαναγκασμό.
Δεν είναι δύσκολο να αναγνωρίσει κανείς στη θεματολογία αυτή τον απόηχο της μινωικής Κρήτης, των ταυροκαθαψίων και της συμβολικής σχέσης ανθρώπου και ταύρου. Κι όμως, τα κύπελλα βρέθηκαν στη Λακωνία, σε έναν μυκηναϊκό θολωτό τάφο, μακριά από τα ανάκτορα της Κνωσού. Το Βαφειό λειτουργεί έτσι ως μεθοριακός τόπος: γεωγραφικά και πολιτισμικά. Ένας χώρος όπου η κρητική εικονογραφία συναντά την ανερχόμενη μυκηναϊκή ελίτ.
Ο ίδιος ο Τάφος του Βαφειού παρουσιάζει ιδιοτυπίες που ενισχύουν το αίσθημα του μοναδικού. Δεν είναι χτισμένος στην πλαγιά, όπως οι περισσότεροι θολωτοί τάφοι, αλλά στην κορυφή του λόφου, με πιο κανονική μορφή. Η οδός του, μήκους σχεδόν 30 μέτρων, είναι στραμμένη προς τα ανατολικά, προς το σημερινό χωριό, σαν μια μόνιμη χειρονομία επιστροφής στο φως. Η θόλος, με διάμετρο άνω των 10 μέτρων, βρέθηκε σε κακή κατάσταση, όμως διασώθηκαν αλλεπάλληλοι δόμοι έως ύψους τριών μέτρων.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί ο τετράπλευρος λάκκος στο έδαφος του στομίου, χωρίς κτερίσματα, με λεπτό στρώμα στάχτης στον πυθμένα. Ο Χρήστος Τσούντας, που ανέλαβε την ανασκαφή το 1889 για λογαριασμό της Αρχαιολογικής Εταιρείας, υπέθεσε ότι ίσως επρόκειτο για βόθρο εναγισμών. Καμία άλλη γνωστή μυκηναϊκή ταφή δεν προσφέρει σαφή παράλληλα. Η τοπική παράδοση, πιο ποιητική από την επιστήμη, μιλούσε για υπόγεια δίοδο προς τον Ευρώτα.
Στο εσωτερικό της θόλου, τα ευρήματα ήταν πολλά και πολύτιμα: χρυσά και ασημένια δακτυλίδια, λίθοι με ανάγλυφη διακόσμηση, χάντρες από ήλεκτρο και αμέθυστο, όπλα και εργαλεία από χαλκό, αλάβαστρα. Στο κέντρο, ένα ταφικό κοίλωμα με επένδυση από πλάκες φιλοξενούσε τον κύριο νεκρό, ακέραιο, χωρίς καύση. Κι όμως, παρά τον πλούτο των κτερισμάτων, δεν γνωρίζουμε ποιος ήταν. Ένας τοπικός άρχοντας; Ένας ηγεμόνας με σχέσεις με την Κρήτη; Ένας άνθρωπος που κατείχε όχι μόνο πλούτο, αλλά και πρόσβαση σε σύμβολα ισχύος;
Είναι πράγματι αξιοθαύμαστο το γεγονός ότι ο τάφος, αν και γνωστός στους κατοίκους της περιοχής πολύ πριν την ανασκαφή, διέσωσε έναν τέτοιο θησαυρό. Οι τυμβωρύχοι πέρασαν, αλλά δεν είδαν. Ή δεν κατάλαβαν. Ίσως γιατί τα χρυσά κύπελλα δεν κραυγάζουν· ψιθυρίζουν.
Σήμερα, φυλαγμένα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας, τα κύπελλα του Βαφειού εξακολουθούν να αφηγούνται. Όχι μόνο σκηνές κυνηγιού, αλλά μια ολόκληρη κοσμοαντίληψη της Ύστερης Εποχής του Χαλκού: τη σχέση ανθρώπου και φύσης, την ένταση μεταξύ κρητικής παράδοσης και μυκηναϊκής ισχύος, τη σιωπή ενός τάφου που κράτησε το μυστικό του. Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερό τους επίτευγμα: ότι, τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια μετά, εξακολουθούν να μας αναγκάζουν να στεκόμαστε λίγο πιο αργά μπροστά τους, σαν να ακούμε ακόμη τον ήχο του σφυριού πάνω στο χρυσάφι.


Δημοσίευση σχολίου