Πολιτικές και ιστορικές παράμετροι των «Εὐαγγελικῶν» του έτους 1901

 



 Τα γεγονότα

Στο φύλλο της 12ης Νοεμβρίου 1901 της εφημερίδας Σκρίπ σατιρίζεται σκωπτικά η επικαιρότητα με την ακόλουθη στιχομυθία: «Τ διαβάζεις κυρ Μελέτη; -Τ Εαγγέλιο Κατ Ματθαον. – Κάτι στ πολιτικά τό’ριξες».

Το ευφυολόγημα είναι ενδεικτικό. Ο συντάκτης γνωρίζει, ότι οι βίαιες ταραχές των προηγούμενων ημερών που η εφημερίδα του κάλυψε -συμβάλλοντας, όπως και το σύνολο σχεδόν του Τύπου, στην περαιτέρω όξυνση των παθών – είχαν εκτός από το θρησκευτικό έντονο και το πολιτικό πρόσημο. Η φοιτητική εξέγερση, η οποία ξέσπασε την 5η Νοεμβρίου 1901 πυροδοτήθηκε από τη σφοδρή αντιπαράθεση που προκάλεσε η δημοσίευση στην εφημερίδα κρόπολις από την 9η Σεπτεμβρίου έως την 20η Οκτωβρίου μετάφρασης στη δημοτική του Κατ Ματθαον Ευαγγελίου. Τη μετάφραση είχε εκπονήσει ο Αλέξανδρος Πάλλης, ένθερμος υποστηρικτής της χρήσης της δημοτικής γλώσσας.2 Η εξέγερση απόκτησε ταχύτατα μέγεθος και διαστάσεις οι οποίες προφανώς αιφνιδίασαν την πολιτική ηγεσία, καθώς στις διαμαρτυρίες συμμετείχαν, εκτός από τους φοιτητές, Πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, απλοί πολίτες και οι Συντεχνίες Αθηνών-Πειραιώς. Αδέξιοι χειρισμοί στην προσπάθεια ελέγχου των γεγονότων σε συνδυασμό, όπως συνήθως συμβαίνει σε παρόμοιες συνθήκες, με το «απρόβλεπτο» οδήγησαν στη «Ματωμένη Πέμπτη» της 8ης Νοεμβρίου με τους οκτώ νεκρούς και περί τους εβδομήντα τραυματίες και στη συνακόλουθη παραίτηση της κυβέρνησης του Γεωργίου Θεοτόκη (ο οποίος μάλιστα κινδύνευσε και ο ίδιος από την οργή των διαδηλωτών) και του Μητροπολίτη Αθηνών Προκοπίου. Παύθηκαν επίσης από τα καθήκοντά τους ο Διευθυντής της Αστυνομίας Δ. Βούλτσος και ο Αρχηγός της Χωροφυλακής Δ. Στάϊκος.



Το συλλαλητήριο της 8ης Νοεμβρίου 1901 στην πλατεία Κλαυθμώνος.

Η άμεση πολιτική εκμετάλλευση των Νοεμβριανν ή Εαγγελι(α)κν, όπως αργότερα η ιστοριογραφία αποκάλεσε τα βίαια γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στην ελληνική πρωτεύουσα τις πρώτες μέρες του Νοεμβρίου του 1901, η κυβερνητική μεταβολή δηλαδή που προκάλεσαν αποτελούν, βέβαια, πραγματικά δεδομένα που μπορεί και πρέπει να συνεκτιμηθούν, δεν είναι όμως οι μείζονες πολιτικές παράμετροι που επιχειρεί να κωδικοποιήσει το παρόν άρθρο. Κι’ αυτό, επειδή δεν ήταν η πρώτη, ούτε βεβαίως επρόκειτο να είναι και η τελευταία φορά που η αντιπολίτευση και ο προσκείμενος σ’ αυτήν Τύπος θα εκμεταλλεύονταν μια εστία δυσφορίας, προκειμένου να προκληθεί κυβερνητική κρίση. Είναι δύσκολο να καθορισθεί επακριβώς κατά πόσον η εμπλοκή της αντιπολίτευσης στην επέκταση των ταραχών ήταν αποφασιστική, άμεση ή έμμεση· χωρίς αμφιβολία όμως εμπλοκή υπήρξε. Αρκεί να αναφερθεί, ότι οι Συντεχνίες Αθηνών-Πειραιώς, οι οποίες συμμετείχαν στο μεγάλο συλλαλητήριο της 8ης Νοεμβρίου, ελέγχονταν από αντικυβερνητικούς κύκλους. Η σχετική έρευνα στις αναφορές των ξένων πρεσβειών προς τις κυβερνήσεις τους αποκαλύπτει τη γενική παραδοχή των διπλωματών, ότι παράγοντες της αντιπολίτευσης εκμεταλλεύτηκαν και υπέθαλψαν τα γεγονότα.

Οπωσδήποτε σημαντικότερο είναι να εξεταστούν οι βαθύτεροι ιστορικοί και ιδεολογικοί λόγοι που συνετέλεσαν, ώστε α) αυτή καθεαυτή η ενδογλωσσική μετάφραση του Ευαγγελίου να είναι δυνατόν να καταστεί αντικείμενο σύγκρουσης στον δημόσιο βίο, β) αυτό να συμβεί τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή προκαλώντας την έκλυση μιας τόσο εμπαθούς αντίδρασης με μαζικό χαρακτήρα και αιματηρές συνέπειες.



Εικ. 3. Άποψη της Αθήνας του 1901.


Η Ορθόδοξη Εκκλησία και η μετάφραση της Βίβλου

Ήδη από τον 11ο αι. έως και το πρόσφατο παρελθόν υπήρξαν απόπειρες να αποδοθεί κυρίως το κείμενο των Ευαγγελίων, ενίοτε και τμημάτων της Παλαιάς Διαθήκης, σε απλούστερη μορφή της Ελληνικής, προκειμένου ο Λόγος του Θεού να γίνει προσιτός και κατανοητός σε ευρύτερα στρώματα του λαού. Οι απόπειρες αυτές έχουν μακρά ιστορία, ποικίλλουν ως προς την προέλευση, αντιμετωπίσθηκαν κατά περίπτωση θετικά ή αρνητικά από την επίσημη Εκκλησία, ποτέ όμως δεν κατέστησαν πρόξενοι ανάλογων ακραίων αντιδράσεων. Το ζήτημα είχε αντιμετωπισθεί ενδοεκκλησιαστικά και φυσικά είχε οδηγήσει στις ανάλογες αποφάσεις και οδηγίες προς τους πιστούς. Άλλωστε, η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν ήταν κατ’ αρχήν και εκ διδασκαλίας αντίθετη προς τη μετάφραση των Ιερών Κειμένων, ούτε υιοθέτησε το δόγμα των «ιερών γλωσσών». Απόδειξη αποτελούν οι μεταφράσεις που είχαν ήδη εκπονηθεί, υπό την πλήρη έγκρισή της, τμημάτων και ή και ολόκληρης της Βίβλου, όπως και λειτουργικών κειμένων στις γλώσσες των Ορθοδόξων της Βαλκανικής αλλά και των Τουρκόφωνων και Αραβόφωνων Ορθοδόξων. Στην περίπτωση βέβαια της ενδογλωσσικής μετάφρασης υπήρχαν εξ αρχής ενστάσεις που βασίζονταν μεταξύ άλλων στον φόβο αλλοίωσης των πνευματικών εννοιών και των δογμάτων της πίστης (εφόσον, όπως επισημαίνεται «προϋπόθεση τς μετάφρασης εναι ρμηνεία»)6, στην πεποίθηση ότι η απόδοση του σημαινομένου σε άλλο γλωσσικό ιδίωμα είναι εγχείρημα εξαιρετικά δύσκολο και απαιτεί φιλολογική και θεολογική σκευή σπάνια, καθώς και στην παραδοχή ότι το ζητούμενο δεν είναι τελικά η κατά λέξη μετάφραση του κειμένου, αλλά η ανάλυση και ο σχολιασμός των εννοιών. Χωρίς μια θεολογικά έγκυρη ερμηνεία, η απλή κατά λέξη μετάφραση δεν θεωρούνταν ότι εξυπηρετεί την ουσιαστική κατανόηση του Θείου Λόγου. Σπανιότερα προβαλλόταν το επιχείρημα ότι τα Ιερά Κείμενα έχουν τη δυνατότητα να επιδρούν αγιαστικά στους πιστούς, ακόμη και όταν δεν γίνονται κατανοητά. Έντονη αντίθεση στην ενδογλωσσική μετάφραση της Βίβλου εκδηλώθηκε, όταν αυτή προερχόταν από δράσεις ετεροδόξων, κυρίως Προτεσταντών, και υπό τον πραγματικό ή φανταστικό φόβο προσηλυτισμού. Αυτοί οι τελευταίοι παράγοντες είχαν οδηγήσει στην απαγόρευση κάθε μετάφρασης των Ιερών Κειμένων μέσω των Συνοδικών Πατριαρχικών εγκυκλίων του 1836 και του 1839. Αιτία: η δημοσίευση της μετάφρασης από τον Αρχιμανδρίτη Νεόφυτο Βάμβα, αρχικά τμημάτων και τελικά ολόκληρης της Αγίας Γραφής υπό την αιγίδα της Βρετανικής Βιβλικής Εταιρείας (1831-1850/1).



Το εν Ελλάδι προσωπικόν της Βρεττανικής Βιβλικής Εταιρίας το έτος 1890.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία και η μετάφραση του Α. Πάλλη

Η ίδια ανώτατη εκκλησιαστική αρχή, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, ήταν η πρώτη που επίσημα αποδοκίμασε την απόδοση του Ευαγγελίου από τον Αλέξανδρο Πάλλη. Ενόσω ακόμη η κρόπολις δημοσίευε το επίμαχο κείμενο, στις 8 Οκτωβρίου, εξεδόθη σχετική πατριαρχική και συνοδική εγκύκλιος του Ιωακείμ Γ΄ προς τον Πρόεδρο και τα μέλη της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, στην οποία στηλιτευόταν η «μετάφρασις τν ερν Εαγγελίων ες τ … καινοφανς χυδαϊκν γλωσσικν σύστημα, περ ο μόνον πρόσφορον στν ες ρμηνείαν τν θείων εαγγελικν ρημάτων κα νοημάτων, λλ κα τοιοτον, στε ψυχικς βλάβης μλλον φελείας πρόξενον γίγνεσθαι». Παράλληλα εκφραζόταν η βεβαιότητα, ότι και η Ιερά Σύνοδος θα προέβαινε σε ανάλογη επίσημη αποδοκιμασία.



Αλέξανδρος Πάλλης.

Πράγματι, σε συνεδρία της 17ης Οκτωβρίου η Ιερά Σύνοδος δήλωνε ότι «ποκρούει κα ποδοκιμάζει κα κατακρίνει ς βέβηλον πσαν δι μεταφράσεως ες πλουστέραν λληνικν γλσσαν λλοίωσιν μεταβολν το πρωτοτύπου κειμένου το ερο Εαγγελίου, ο μόνον ς περιττήν, λλ κα ς κθεσμον κα συντελοσαν ες σκανδαλισμν μν τν συνειδήσεων, στρέβλωσιν δ τν θείων ατο ννοιν κα διδαγμάτων». Βεβαίως η Συνοδική εγκύκλιος δημοσιοποιήθηκε μόλις στις 7 Νοεμβρίου, κατά τη διάρκεια δηλ. των επεισοδίων. Πρόκειται για καθυστέρηση, η οποία επισημάνθηκε και συζητήθηκε από την έρευνα. Ανεξάρτητα πάντως από το ποια ερμηνεία αποδίδει ακριβέστερα τα αίτια της μη άμεσης γνωστοποίησης της Συνοδικής απόφασης, η καθυστέρηση αυτή μάλλον επιβάρυνε το κλίμα οξύτητος και έντονων αρνητικών αντιδράσεων που όλο αυτό το διάστημα καλλιεργούσε και συντηρούσε, μεταξύ άλλων, και η αρθρογραφία των εχθρικών προς τη μετάφραση εφημερίδων. Όπως είναι γνωστό, όλες αυτές οι έντονες αρνητικές αντιδράσεις εκ μέρους εκκλησιαστικών παραγόντων, θεολόγων, ακαδημαϊκών αλλά και πολιτικών προσώπων οδήγησαν τελικά τη διεύθυνση της εφημερίδος κρόπολις να διακόψει στις 20 Οκτωβρίου τη δημοσίευση της μετάφρασης του Α. Πάλλη, όμως ο διάλογος – ή, κατά περίπτωση, η πολεμική – από τις στήλες των εφημερίδων συνέχισε. Και βεβαίως δεν συνέβαλε στην αποκλιμάκωση της έντασης η, ομολογουμένως, άκρως ειρωνική (στα όρια της απρέπειας) «απάντηση» του Πάλλη προς τον Πατριάρχη, η οποία είχε συνταχθεί στο αρχαΐζον ιδίωμα της πατριαρχικής εγκυκλίου και δημοσιεύθηκε στις 24 Οκτωβρίου στο στυ.

Η τρίτη επίσημη «καταδίκη» της μετάφρασης προήλθε από τη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στη συνεδρία της 29ης Οκτωβρίου συστάθηκε επιτροπή από τους Εμμανουήλ Ζολώτα (Κοσμήτορα), Ζήκο Ρώση και Ιωάννη Μεσολωρά, προκειμένου να συντάξει υπόμνημα των θέσεων της Σχολής σχετικά με το «ζήτημα τς μεταφράσεως παραφράσεως το ερο ρχετύπου κειμένου τς Καινς Διαθήκης ες τν σήμερον εχρηστοσαν λληνικν γλσσαν». Απών από τη συνεδρία ήταν ο καθηγητής Α. Διομήδης Κυριακός. Στο υπόμνημα το οποίο αναγνώσθηκε σε συνεδρία της 3ης Νοεμβρίου και υπεγράφη σε εκείνη της 5ης Νοεμβρίου από τους καθηγητές Ε. Ι. Ζολώτα, Ζ. Ρώση, Γ. Ι. Δέρβο, Ι. Μεσολωρά και Ιγνάτιο Μοσχάκη παρατίθενται 15 λόγοι, για τους οποίους δεν γίνεται αποδεκτή η μετάφραση των Ιερών Κειμένων. Μεταξύ των επιχειρημάτων που προβάλλονται αξίζει να υπογραμμιστούν τα εξής: το αδύνατον της ακριβούς και ορθής κατανοήσεως των Γραφών «νευ τς χειραγωγίας τς κκλησιαστικς παραδόσεως», ο κίνδυνος σύγχυσης ως προς την πρόσληψη του κειμένου, καθώς η ανοχή στην εκπόνηση μίας θα οδηγήσει στη συνεχή παραγωγή και άλλων μεταφράσεων, η βέβαιη διαστρέβλωση των σημαντικών δογμάτων της πίστης (: «κα μετάφρασις πλείστων δογματικν χωρίων τς Γραφς, τν λεγομένων κφαντορικν, δι’ λλων λέξεων κα φράσεων τς λληνικς γλώσσης μετ τς ποφυγς παρεκδοχν εναι ξ λοκλήρου δύνατος»). Δεν παρέστη και πάλι και, βεβαίως, δεν υπέγραψε ο καθηγητής Α. Δ. Κυριακός, ο οποίος σε συνέντευξή του στην εφημερίδα στυ της 30ης Οκτωβρίου είχε εκθέσει τους λόγους της απουσίας του από την αρχική συνεδρίαση, όπως και τους λόγους της διαφωνίας του με την αρνητική στάση των συναδέλφων του έναντι του ζητήματος των μεταφράσεων.



Η σύνταξη του υπομνήματος ήταν γνωστή στον Τύπο την 4η Νοεμβρίου. Εκείνη την ημέρα η κρόπολις έδωσε τη σχετική πληροφορία με την παρατήρηση, ότι «τ πόμνημα διαπνέεται π το πνεύματος χι τς κατηγορηματικς παγορεύσεως, ς ἐὰν πρόκειτο δι κανν γκλημα, τς μεταφράσεως το Εαγγελίου, λλ τς ποδείξεως τν κακν, τ ποα δύνατο ν πιφέρ νεκτικότης μις τοιαύτης μεταφράσεως». Πράγματι εκεί κυρίως επικεντρώνονταν τα 15 σημεία του υπομνήματος.

Αριστερά: πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Ακρόπολις. Δεξιά: ο εκδότης Βλάσσης Γαβριηλίδης.


Την επομένη, 5 Νοεμβρίου, στην ίδια εφημερίδα δημοσιεύθηκε υπό τον τίτλο «πιδημία πομνηματομανίας» σύντομο σημείωμα, το οποίο περιείχε εξαιρετικά καυστικά σχόλια για τη στάση των καθηγητών της Θεολογικής Σχολής.17 Το ίδιο απόγευμα οι φοιτητές της Θεολογικής, της Ιατρικής, της Νομικής και της Φιλοσοφικής Σχολής εξεγέρθηκαν.18 Το σχετικό δημοσίευμα λειτούργησε ως σπινθήρας που πυροδότησε την έναρξη των ταραχών, των οποίων όμως τα βαθύτερα αίτια πρέπει να διερευνηθούν.



Η «Μετάφραση της Σλαύας»

Οι οργισμένες διαδηλώσεις του Νοεμβρίου 1901 με την πάνδημη συμμετοχή, οι πορείες προς τα Ανάκτορα και τη Μητρόπολη, ο βανδαλισμός των γραφείων των εφημερίδων κρόπολις και στυ, οι οποίες υποστήριξαν το μεταφραστικό εγχείρημα, ήταν οπωσδήποτε εκδηλώσεις καινοφανείς. Ένα δε πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό των ταραχών ήταν τα έντονα αντισλαβικά συνθήματα που κυριάρχησαν πριν και κατά τη διάρκεια των επεισοδίων, η απόδοση της μεταφραστικής πρωτοβουλίας σε ρωσικό δάκτυλο και στα σκοτεινά σχέδια των Πανσλαβιστών. Οι δρόμοι της Αθήνας αντηχούσαν από συνθήματα, όπως: «Κάτω τα ρούβλια!», «Κάτω οι Σλαύοι!», «Κάτω οι Ρωσόφρονες!», «Έξω οι Σλαύοι και οι Βούλγαροι!», «Έξω τα ρούβλια!», «Πυρπολήσατε τήν μετάφρασιν τς Σλαύας». Τα φύλλα των εφημερίδων που στήριζαν τις διαδηλώσεις φιλοξενούσαν αναλύσεις για τον από βορρά κίνδυνο που απειλεί τον απανταχού Ελληνισμό. Στις 7 Νοεμβρίου ο Ρώσος πρέσβης επισκέφθηκε τον πρωθυπουργό Γ. Θεοτόκη και προέβη σε διαμαρτυρία, ενώ ο Έλληνας ομόλογός του στην Αγία Πετρούπολη, Α. Τομπάζης, πληροφορούσε ανήσυχος στις αναφορές του για τη δυσφορία που επικρατούσε στους ρωσικούς πολιτικούς και διπλωματικούς κύκλους αναφορικά με τις κατηγορίες που εκτοξεύονταν για ρωσική ανάμιξη στο θέμα της μετάφρασης.

Βεβαίως η Σλάβα, της οποίας τη μετάφραση, προτρέπει μετά πάθους ο εμπνευστής του συνθήματος να ριφθεί στην πυρά, είναι η ρωσικής καταγωγής βασίλισσα Όλγα, της οποίας η πρόσφατη πρωτοβουλία να μεταφραστεί η Καινή Διαθήκη σε ομαλή δημοτική γλώσσα και να εκδοθεί τελικά μαζί με το αρχαίο κείμενο σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων, αποτέλεσε την αφορμή και την πρώτη πράξη στην έντονη αντιπαράθεση αναφορικά με τη μετάφραση του Ευαγγελίου, η οποία εκδηλώθηκε στα τέλη του 19ου αι. και κορυφώθηκε με τα Εαγγελικά. Είναι γνωστό ότι η έκδοση, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες της βασίλισσας, δεν έλαβε την έγκριση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, πραγματοποιήθηκε ύστερα από προφορική συγκατάθεση του Μητροπολίτη Προκοπίου, έφερε δε στο εξώφυλλο τη χαρακτηριστική επεξήγηση: «πρς ποκλειστικν οκογενειακν το λληνικο λαο χρσιν».



Προκόπιος Β΄, Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Ελλάδος, 1901.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί τελικά η απόδοση του Ευαγγελίου σε μια μορφή της καθομιλουμένης Δημοτικής (δεν θα σχολιασθεί εδώ αν ήταν η πλέον δόκιμη ή όχι) κατέστη δυνατόν να αναχθεί σε κίνδυνο υπονόμευσης όχι απλώς της ορθής πίστης, μέσω της επαπειλούμενης αλλοίωσης των εννοιών και του μηνύματος του κειμένου, της επαπειλούμενης αυθαίρετης και υποκειμενικής ερμηνείας, κατά το προτεσταντικό πρότυπο, αλλά και σε μείζον εθνικό θέμα.

Γλώσσα και Εθνική Ταυτότητα

Το πρώτο που θα πρέπει σύντομα να εξεταστεί είναι η ιδιαίτερη λειτουργία που για συγκεκριμένους ιστορικούς λόγους απέκτησε η ελληνική γλώσσα και ιδίως η γλώσσα του Ευαγγελίου και των λειτουργικών κειμένων στην αυτοσυνειδησία και ταυτότητα του νεότερου ελληνικού έθνους. Καθ’ όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας η ελληνική γλώσσα των Γραφών και της Ορθόδοξης Λειτουργίας λειτούργησε ως ένας ισχυρός συνδετικός ιστός μεταξύ των Ορθοδόξων Χριστιανών της Ανατολής, κυριότατα των Ελληνόφωνων, αλλά και ως ισχυρός παράγων γλωσσικού εξελληνισμού των συνοίκων Ορθοδόξων λαών της Νότιας Βαλκανικής. Εξάλλου ήταν η γλώσσα του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, του αναγνωρισμένου από την εξουσία εκπροσώπου των Ορθοδόξων Χριστιανών της Αυτοκρατορίας. Ιδίως δε μετά το 1766, όταν καταργήθηκαν οι ανεξάρτητες σλαβικές εκκλησίες (το Πατριαρχείο Ιπεκίου και η Αρχιεπισκοπή Αχρίδας), ο Έλληνας Πατριάρχης ανεδείχθη στον μοναδικό πνευματικό ηγέτη των Ορθοδόξων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ελληνόφωνων και μη λαών. Κατά τον ύστερο 18ο αιώνα, την περίοδο δηλαδή του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, η ίδια ελληνική γλώσσα, είτε στην αρχαιοπρεπή μορφή της, είτε, κατά περίπτωση, στην καθομιλουμένη, αναδείχθηκε στον χώρο του Οθωμανικού πολυεθνικού κράτους σε γλώσσα της εκπαίδευσης και μετάδοσης νέων επιστημονικών πορισμάτων από τη Δυτική Ευρώπη, συγχρόνως δε, σε γλώσσα του εμπορίου αλλά και μέσον κοινωνικής ανέλιξης για τους μη ελληνόφωνους Ορθοδόξους.

Συγχρόνως η ίδια γλώσσα, ιδίως στη μορφή εκείνης του Ευαγγελίου, αναγνωριζόταν από τους ελληνόφωνους «Ρωμιούς», λογίους και μη, ως φυσικός σύνδεσμος με το προ-Χριστιανικό ελληνικό παρελθόν. Αυτό το παρελθόν της Κλασσικής Αρχαιότητας -αντικείμενο θαυμασμού και ήδη ιστορικής και επιστημονικής έρευνας στη Δύση- αναδύθηκε σε συστατικό στοιχείο της νεοτερικής ταυτότητας, η οποία υπό το εθνικό πλέον όνομα λλην άρχισε την ίδια περίοδο να διαμορφώνεται, κορυφούμενη στα χρόνια του πολέμου της Ανεξαρτησίας, και διαχωρίζοντας τελικά το Νεοελληνικό έθνος από το Rum Millet, το σύνολο των Χριστιανών Ορθοδόξων υπηκόων του Σουλτάνου.

Συνακόλουθα, συστατικό στοιχείο της νέας αυτής ταυτότητος αποτέλεσε επίσης η γλώσσα-γέφυρα με την Αρχαιότητα, την οποία η Εκκλησία μέσω της χρήσης των Ιερών Κειμένων και της Ορθόδοξης λειτουργίας είχε διαφυλάξει καθ’ όλη τη μακρά περίοδο της Τουρκοκρατίας. Όταν δε κατά το χρονικό διάστημα 1850-1875 η επίσημη ιστοριογραφία προέβαλε και επέβαλε το Χριστιανικό Βυζάντιο ως το ενδιάμεσο τμήμα μιας γραμμής που χωρίς ενοχλητικές διακοπές συνέδεε το νέο Ελληνικό κράτος με την Αρχαία Ελλάδα, η σημασία της γλωσσικής συνέχειας ενισχύθηκε. Όπως είναι γνωστό, η επίσημη γραπτή γλώσσα που τελικά επικράτησε στο ανεξάρτητο Ελληνικό κράτος και καλλιεργήθηκε στη δημόσια διοίκηση, στο νεοσύστατο Πανεπιστήμιο και στον Τύπο, ήταν η καθαρεύουσα, αρχαΐζουσα ή απλούστερη. Βέβαια, όπως είναι γνωστό, παράλληλα με την επίσημη γλώσσα, κινείται ισχυρό, κυρίως στον χώρο της λογοτεχνίας αλλά όχι μόνον, το ρεύμα του δημοτικισμού. Σύμφωνα με τους εκπροσώπους του δεν μπορεί να υπάρξει αληθινή πνευματική ανάπτυξη και παιδεία παρά με φορέα τη ζωντανή καθομιλουμένη γλώσσα.

Ως κιβωτός και διαχρονικός προστάτης αυτού του πολύτιμου συστατικού της ελληνικής ταυτότητας, της γλώσσας, η Εκκλησία αναλαμβάνει και στο σύγχρονο κράτος την ίδια αποστολή. Επιπλέον, έχοντας ηυξημένο κύρος ύστερα από τη συμβολή της στον Αγώνα για την Ανεξαρτησία, λαμβάνει από την εξουσία αποφασιστικό ρόλο στη συγκρότησή της Πολιτείας και στη διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης. Καθίσταται έτσι η Ορθόδοξη πίστη κυρίαρχο συστατικό της ιδιότητος του Έλληνα πολίτη. Το άλλο κυρίαρχο στοιχείο, η γλώσσα, αποδεικνύει αφενός τη συνέχεια του Ελληνισμού, αφετέρου, ειδικά ως γλώσσα του Ευαγγελίου, επιβεβαιώνει την ανάδειξη του ελληνικού έθνους ως «περιουσίου λαο», «ερο θνους», εφόσον ο Θεός μίλησε στη γλώσσα του. Συνεπώς, η μετάφραση του Ευαγγελίου για πολλούς εκ των αντιτιθεμένων σε αυτήν αποτελούσε έμμεση ομολογία, ότι οι σύγχρονοι Έλληνες δεν ήταν σε θέση να καταλάβουν τη μορφή της Ελληνικής που χρησιμοποιήθηκε για τη συγγραφή των Ιερών Κειμένων – συνεπώς, αποτελούσε έμμεσο πλήγμα τόσο στην ιδέα της εθνικής συνέχειας όσο και στην ιδέα του ερο θνους, το οποίο δεν εκτιμά εκείνον ακριβώς τον θησαυρό που το καθιστά ερν και συνιστά κρίσιμο στοιχείο της ταυτότητάς του.

Αυτή η θέση προβάλλεται χαρακτηριστικά και στην εισαγωγή των Φοιτητικν Σελίδων. Το κείμενο, η σημασία του οποίου ως σύγχρονης ιστορικής πηγής έχει ήδη επισημανθεί, συνέταξε το επόμενο έτος ομάδα φοιτητών, προκειμένου να εκθέσουν τόσο το ιστορικό των ημερών της διαμαρτυρίας και των ταραχών του Νοεμβρίου 1901, όσο και το ιδεολογικό υπόβαθρο που τις προκάλεσε: «λλ’ ταν μες ατο ρχώμεθα δι τν μεταφράσεων τούτων ν διασπάσωμεν τν περίζηλον ταύτην νότητα το τε ρχαίου κα νεωτέρου λληνικο θνους, ταν μες λακτίζωμεν τν θησαυρν τοτον κα ποδεικνύωμεν μς ατος ναξίους ν διατηρήσωμεν τ τιμαλφέστατον τοτον κειμήλιον, δν διαπράττομεν τν μεγίστην θνικήν φροσύνην;». Η ίδια άποψη υποστηρίχθηκε και κατά τη Συνεδρίαση της 29ης Οκτωβρίου 1901 από τους συμμετέχοντες καθηγητές της Θεολογικής Σχολής Αθηνών: «π θνικς δ πόψεως ξεταζομένου το ζητήματος μετάφρασις εναι πιβλαβής. Διότι τ πρωτότυπον το Εαγγελίου δν εναι μόνον θρησκευτικν βιβλίον λλ κα σύμβολον νότητος γλωσσικς το Χριστιανικο λληνισμο μ τν πρ Χριστο λληνισμόν. Πρς τούτοις γλσσα το Εαγγελίου ποτελε τν νότητα το λληνικο θνους ν τας διαφόροις φάσεσιν ς λαβεν γλσσα το μετ Χριστν λληνισμο π Χριστο μέχρι σήμερον».



Σπάνια φωτογραφία της Κεντρικής Επιτροπής Φοιτητών του Πανεπιστημίου και λαού Αθηνών- Πειραιώς, που πρωτοστάτησε στα Εαγγελικά.


Η Γλώσσα: σύνδεσμος με την πέραν Ελλάδα

H γλώσσα του Ευαγγελίου ήταν όμως και κάτι άλλο. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στον φλογερό του λόγο ο κ Μαινεμένης τς Μ. σίας φοιτητής της Ιατρικής Ηλίας Πυλαρινός λίγο προτού εκραγεί η φοιτητική εξέγερση, η μετάφραση του Ευαγγελίου στη δημοτική αποτελεί «βεβήλωσιν κα ξευτέλισιν το Συνδέσμου κείνου, το νοντος, ατο σως κα μόνου, τ κατομμύρια τν τόσων δούλων δελφν μας». Καταλήγει δε αναφερόμενος και προσωπικά στον Αλέξανδρο Πάλλη: «ν τ κραται γνι, τ διεξαγομέν πρς συνασπισμν κα νωσιν το λληνισμο, ες ποταπς κα ξουθενημένος ρνησίπατρις προσπαθε ν γείρει μεσότοιχον, προσπαθε ν παυξήσ τν κατακερμάτισιν το θνους μας δι τς κφαυλίσεως το ερο Εαγγελίου. Κα μες ο πόστολοι, α λπίδες το θνους, μες ες τος ποίους λληνισμός, ς ες μόνην γκυραν σωτηρίας ποβλέπει ες τν κ βορρ περχομένην καταιγίδα, σιγμεν….γερθμεν, δέλφια, καιρός!».

Παρά τον προφανή συναισθηματικό χαρακτήρα του λόγου, έννοιες, όπως «σύνδεσμος τν κατομμυρίων δούλων δελφν», «κατακερμάτισις το θνους», «κραταις γν διεξαγόμενος πρς συνασπισμόν κα νωσιν το λληνισμο», «κ βορρ περχόμενη καταιγίς» αποτελούν κλειδιά για την κατανόηση των ιστορικοπολιτικών και ιδεολογικών παραγόντων που συνέβαλαν στην έκρηξη των Εαγγελικν.

Δεδομένου ότι η δημιουργία του νεοελληνικού εθνικού κράτους άφησε εκτός αρχικών ορίων το μεγαλύτερο τμήμα του Ελληνισμού, η ιερή γλώσσα των Ευαγγελίων και των λειτουργικών κειμένων είχε αποκτήσει επιπλέον και την ιδιαίτερη συμβολική και ουσιαστική σημασία ζωτικού συνδέσμου με την «πέραν λλάδαν». Η σημασία ήταν ουσιαστική, καθώς πολύ σύντομα η εξωτερική πολιτική του νεογέννητου κράτους δομήθηκε με άξονα τη Μεγάλη Ιδέα και το αλυτρωτικό όραμα μιας ιδεατής συνένωσης των απανταχού Ελλήνων. Η κατάσταση περιπλεκόταν εξαιτίας της ύπαρξης στην «πέραν λλάδαν» αλλοφώνων συνοίκων λαών. Αυτοί ανήκαν στο Ορθόδοξο ποίμνιο και, παρά τις μεταφράσεις των Γραφών και λειτουργικών κειμένων στη γλώσσα τους, βρίσκονταν σαφώς ως τα μέσα του 19ου αιώνα υπό την πολιτιστική και θρησκευτική επιρροή της ελληνικής Εκκλησίας και της γλώσσας της. Όμως τις τελευταίες δεκαετίες μέσα σε ένα κλίμα εθνικής  αφύπνισης  και  διαφοροποίησης  των  συνοίκων  αυτών  λαών  από  την  πνευματική «κηδεμονία» του Οικουμενικού Πατριαρχείου, γεγονότα όπως κυρίως η αυτονόμηση του Βουλγαρικού κλήρου, η σύσταση της Βουλγαρικής Εξαρχίας και οι πολιτικές της επιπτώσεις, η δημιουργία αυτόνομης Βουλγαρικής ηγεμονίας, είχαν αλλάξει τα δεδομένα στον χώρο αυτό της «πέραν Ελλάδος» καθιστώντας τον αλυτρωτικό αγώνα δυσχερέστερο, την επιβεβαίωση δε και προβολή των δεσμών μεταξύ του εντός και εκτός Ελληνισμού επιτακτική. Από την σύσταση του νεοελληνικού κράτους ως τις παραμονές των Εαγγελικών είχε εκδηλωθεί ένας σημαντικός αριθμός πολεμικών επιχειρήσεων στο πλαίσιο αυτού «το κραταιο γνος το διεξαγομένου πρς νωσιν το λληνισμο» με κοινό παρονομαστή την απουσία οικονομικών προϋποθέσεων και στρατιωτικής προπαρασκευής ικανών να στηρίξουν τα εγχειρήματα, την υποτίμηση της εκάστοτε πολιτικής των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων κατά την εξέλιξη του Ανατολικού Ζητήματος και την αποτυχία ή μερική επιτυχία. Το τελευταίο εγχείρημα με αφορμή αναζωπύρωση του Κρητικού Ζητήματος ήταν ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897. Την κυβέρνηση Θ. Δηλιγιάννη είχαν εξωθήσει ουσιαστικά σ’ αυτή την εμπλοκή, τέσσερα μόλις χρόνια μετά την κήρυξη πτώχευσης του Ελληνικού κράτους από τον Χ. Τρικούπη, η πατριωτική ορμή της κοινής γνώμης και εξωθεσμικοί παράγοντες, η πίεση δηλαδή της Εθνικής Εταιρείας. Ο πόλεμος κατέληξε σε δραματική ήττα, η οποία λίγο έλειψε να ακυρώσει προηγούμενες επιτυχίες (να οδηγήσει δηλαδή σε απώλεια της Θεσσαλίας), στην οικονομική κατάρρευση και στην υπαγωγή της χώρας σε ΔΟΕ (Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο). Έτσι η περιρρέουσα ατμόσφαιρα τέσσερα χρόνια αργότερα ήταν αυτή της γενικευμένης απογοήτευσης, αγανάκτησης και δυσπιστίας απέναντι στην πολιτική ηγεσία, εν μέρει και στη δυναστεία. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα της έντονης δυσφορίας για τη ματαίωση των εθνικών στόχων, η μετάφραση του Ευαγγελίου εκλαμβάνεται από μεγάλο μέρος της πνευματικής και πολιτικής ηγεσίας και γενικότερα της κοινωνίας ως ένα ακόμη πλήγμα στον δεσμό που αποτελεί η γλώσσα του Ευαγγελίου με τον αλύτρωτο Ελληνισμό. «ν συγκινήσει προδήλ» ο φοιτητής Θεολογίας Πολυχρονίδης κατά τη δεύτερη ημέρα των επεισοδίων δηλώνει μιλώντας στο συγκεντρωμένο πλήθος στα Προπύλαια: « μετάφρασις θ βλάψ θνικς διασπσα τν σω κα ξω λληνισμόν, μετ το ποίου ρρήκτοις κα δαμαντίνοις δεσμος συνεδέθημεν δι τς θανάτου τν προγόνων γλώσσης κα δ τς γλώσσης το ερο Εαγγελίου».



Τα Εαγγελικά όπως αποτυπώθηκαν από τον λαϊκό ζωγράφο Σωτ. Χρηστίδη.

«Σλαύοι – Οι χείριστοι των εχθρών μας»

Αυτή η διάσπαση, σχολιάζουν οι συντάκτες των Φοιτητικν Σελίδων, απηχώντας συγχρόνως απόψεις που επικρατούσαν στην κοινή γνώμη, αποβαίνει τελικά υπέρ του θεωρούμενου ως μεγαλύτερου εχθρού του Ελληνισμού, των Σλάβων. «Kα τ δ λλο θ ηχοντο ο ποφθαλμιντες τν πατρικν μν ν τ νατολ κληρονομίαν, ο παίσιοι κα χείριστοι τν χθρν μας Σλαοι; Δν θ θεώρουν τοτο ς τ μεγαλύτερο κατόρθωμα τς Πανσλαυιστικς των ταιρείας ς τ μεγαλύτερον πλγμα περ δύναντο ν πιφέρωσι π το δύσμοιρου λληνισμο

Στη γνωστή επιστολή του της 28ης Οκτωβρίου προς την εφημερίδα κρόπολις ο καθηγητής του Πανεπιστημίου και παράγων της πολιτικής ζωής Παύλος Καρολίδης (ο οποίος μάλιστα κατά τη διάρκεια των Ευαγγελικών ηγήθηκε πορείας των φοιτητών προς τη Μητρόπολη) διατύπωνε τον φόβο, ότι η παραδοχή της αδυναμίας των Ελλήνων να κατανοούν τη γλώσσα του Ευαγγελίου θα ενεθάρρυνε τη διάδοση αντίστοιχων μεταφράσεων μεταξύ των ετερόγλωσσων και ετεροεθνοτικών Ορθοδόξων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, θα ευνοούσε αποσχιστικές τάσεις από την ελληνική ορθόδοξη κοινότητα και τελικά θα ευνοούσε τους εχθρούς του έθνους. Κυρίως εννοείται η βουλγαρική δράση στη Μακεδονία, η οποία μέσω της ένταξης όσο το δυνατόν περισσότερων κοινοτήτων στη Βουλγαρική Εξαρχία επεδίωκε να δημιουργεί τετελεσμένα απέναντι στις ελληνικές διεκδικήσεις.

Πίσω από αυτή τη δράση η ελληνική πλευρά αναγνωρίζει τον μείζονα εχθρό, όπως τον προσλαμβάνει, τον Πανσλαβισμό και την Δύναμη που κυρίως τον εκφράζει, τη Ρωσία. Πράγματι, η στροφή της ρωσικής πολιτικής μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο (1853-1856) προς την ενίσχυση κινημάτων αφύπνισης και ανεξαρτησίας των σλαβόφωνων πληθυσμών, μεταξύ αυτών στην ανάδυση του Βουλγαρικού εθνικισμού και στην απόσχιση της Βουλγαρικής Εκκλησίας από το Πατριαρχείο (1870), οι διπλωματικές ενέργειες για τη δημιουργία Μεγάλης Βουλγαρίας κατά τις διαβουλεύσεις που προηγήθηκαν της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου (1878), η επέκταση της ρωσικής επιρροής στα Πατριαρχεία της Μέσης Ανατολής με την υποστήριξη αραβικής καταγωγής επισκόπου στο Πατριαρχείο Αντιοχείας, όλες αυτές οι κινήσεις είχαν οδηγήσει στη δημιουργία έντονου αντιρωσικού κλίματος. Το «μόδοξον θνος», η «μαθήτρια το Βυζαντίου» είχε αναδειχθεί στον κατ’εξοχήν εχθρό.

Σατιρικός χάρτης της Ευρώπης του 1900 και το σύνδρομο του Πανσλαβισμού.

Έτσι, τα Εαγγελικά μπορούν να εξεταστούν και ως έξαρση – παροξυσμός του αντισλαβικού συνδρόμου που κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αι. επηρέαζε σε μεγάλο βαθμό (αν και όχι απόλυτα) την επίσημη πολιτική συμπεριφορά του Ελληνικού κράτους και διαμόρφωνε τις αντιδράσεις της κοινής γνώμης.

Η παράδοξη «Σύζευξη» δύο ανεξάρτητων μεταφράσεων

Αναμφίβολα, η πρωτοβουλία της βασίλισσας ήταν τελείως ανεξάρτητη από αυτήν του Α. Πάλλη, όπως διαφορετικές ήταν και οι ιδεολογικές και πνευματικές αφετηρίες των δύο εγχειρημάτων. Το αν συνδέθηκε με το δικό του πόνημα, αυτό οφείλεται εν μέρει σε ενέργειες, οι οποίες μπορεί να μην είχαν αυτόν τον σκοπό, όμως τον εξυπηρέτησαν. Έτσι ο Β. Γαβριηλίδης, εκδότης της κροπόλεως, αναγγέλλοντας στις 9.9.1901 τη δημοσίευση της μετάφρασης, δήλωνε στο κύριο άρθρο του, ότι « κρόπολις συνεχίζει τ ργον τς βασιλίσσης». Επίσης, ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας Γ. Πωπ, προκειμένου να αντιμετωπίσει στις 5 Νοεμβρίου την ορμητική εισβολή των φοιτητών στα γραφεία της εφημερίδας «παρετήρησεν, τι πρεπε διαδήλωσις ν ρχίσ π τν νακτόρων, φο τ πρωτοβουλί κα τ προστασί τς φιλολάου κα σεπτς νάσσης μας μετεφράσθη τ Εαγγέλιον. πειτα πρεπε ν πευθυνθον πρς τν καθηγητν τς Θεολογίας κ. Διομήδην Κυριακν στις κηρύσσεται πρ τς μεταφράσεως πίσης κα πειτα ν στραφτε πρς τς φημερίδας ατινες μεταφράζουν συνηγορον πρ τς μεταφράσεως το Εαγγελίου».

Σοβαρότερο λόγο γι’ αυτή τη σύγχυση αποτελεί βεβαίως η σύζευξη της μετάφρασης με τον εθνικό κίνδυνο που σύμφωνα με πολιτικούς, ακαδημαϊκούς και εκκλησιαστικούς κύκλους συνιστούσε η σλαβική απειλή. Η σύζευξη αυτή απαντά στην αρθογραφία εφημερίδων, ήδη όταν έγινε γνωστή η επιθυμία της βασίλισσας να δρομολογήσει τη μεταφραστική προσπάθεια και καθώς εκτυλισσόταν ο αγώνας της να επιτύχει την έγκριση της Ιεράς Συνόδου. Κατά τη διάρκεια των Εαγγελικών και στο πλαίσιο των ιστορικών παραμέτρων που επιχειρήθηκε να αναδειχθούν, μεταξύ των οποίων σημαντική θέση κατέχει ο παράγων «Πανσλαβισμός», η πρόσφατη μεταφραστική δράση της βασίλισσας και βεβαίως η καταγωγή της, ήταν αρκετά, ώστε αφ’ ενός να ταυτιστούν ουσιαστικά σε μερίδα του Τύπου οι δύο ανεξάρτητες μεταξύ τους ενέργειες, αφ’ ετέρου δε να συνδεθεί στα συνθήματα που «πέρασαν» στο ανώνυμο πλήθος η Ρωσίδα Όλγα με την κρινόμενη ως εχθρική προς τα εθνικά συμφέροντα πολιτική της γενέτειράς της και τα ρωσικά ρούβλια που κρύβονταν πίσω από τη μετάφραση.

Στο ερώτημα, αν πίσω από τη μεταφραστική πρωτοβουλία της βασίλισσας Όλγας υποκρύπτονταν τα σκοτεινά σχέδια του Πανσλαβισμού η απάντηση της έρευνας είναι αρνητική. Αρνητική είναι επίσης αν τεθεί το ίδιο ερώτημα στην περίπτωση της μετάφρασης του Α. Πάλλη.



Η βασίλισσα Όλγα και η μετάφραση του Ιερού Ευαγγελίου “Προς αποκλειστικήν οικογενειακήν του ελληνικού λαού χρήσιν”.

Ένα «Ανοιχτό» Ζήτημα

Σε μερίδα της ιστοριογραφίας θεωρείται πιθανή η μέσω της Γερμανίδας πριγκήπισσας διαδόχου Σοφίας ανάμιξη του γερμανικού παράγοντα στα επεισόδια. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, οι εκδότες των εφημερίδων που πρωταγωνίστησαν στην πολεμική εναντίον της μετάφρασης του Πάλλη προβάλλοντας με ιδιαίτερα εμπαθή αρθρογραφία το φάσμα του Πανσλαβισμού ως τη δύναμη την κυρίως επωφελούμενη από τις επαπειλούμενες βλαπτικές συνέπειες μιας παράφρασης του Ιερού Κειμένου, οι εκδότες οι οποίοι συνέδεσαν αυθαίρετα και κακόβουλα το πόνημα του Πάλλη με το προηγούμενο εγχείρημα της βασίλισσας, υποκινούμενο και αυτό από τις ίδιες σκοτεινές δυνάμεις, χρηματίστηκαν αδρά από τη Γερμανική πρεσβεία. Στόχος ήταν η στοχοποίηση της Όλγας ως εκπροσώπου ουσιαστικά των ρωσικών συμφερόντων στη Βαλκανική και η αποδυνάμωση του Γεωργίου, ώστε να επισπευσθεί η άνοδος στον θρόνο του Διαδόχου Κωνσταντίνου. Εκείνος (σύμφωνα με το συγκεκριμένο αφήγημα) επρόκειτο να εξυπηρετήσει αποτελεσματικότερα τα αντίστοιχα συμφέροντα της Γερμανίας, η οποία την ίδια εποχή επιζητούσε ενίσχυση της επιρροής της στην παραπαίουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία. Όσοι προβάλλουν έστω ως πιθανή αυτή την εκδοχή αποδέχονται ουσιαστικά τη θέση του Γ. Κορδάτου, ο οποίος με τη σειρά του στηρίζεται σε απόσπασμα ανέκδοτων απομνημονευμάτων του Κ. Τοπάλη (1868-1915), πολιτευτή της επαρχίας Βόλου (1895-1910) και υπουργού Δικαιοσύνης της κυβέρνησης Αλεξάνδρου Ζαΐμη, η οποία διαδέχθηκε μετά τα Εαγγελικά την παραιτηθείσα κυβέρνηση Θεοτόκη.47 Ο Τοπάλης, οπαδός του Δημοτικισμού (γράφει βέβαια σε απλή καθαρεύουσα) σχολιάζει με θλίψη τα γεγονότα: «σοι εχον συμφέρον παρεπλάνησαν τν λαν κα τν θησαν ες πράξεις μεσαιωνικς … Τν ρόλον τς Α.Υ. ες τ εαγγελικ κανες δν πρέπει ν τν μάθει. Διότι αριον θ γίν σεπτ βασίλισσα … Τ συμφέρον το θνους παιτε ν λησμονήσωμεν τος παιτίους τν Εαγγελικν. Ἐὰν ο περισσότεροι κ τν φημεριδογράφων πρξαν λεεινο πατριδοκάπηλοι, καθ’ ν ραν μάλιστα ξένη Πρεσβεία συνδεομένη μ τν μέλλουσαν Βασίλισσαν πιδαψίλευεν ες ατος λικς κα θικς παροχάς, τ συμφέρον το τόπου κα διαιτέρως τ συμφέρον το θνους παιτον τν λήθην π’ ατν».

Πρόκειται για έγγραφο, το οποίο κανείς άλλος έκτοτε δεν έχει δει και το οποίο ουσιαστικά δεν συνεισφέρει αποχρώντα στοιχεία.48 Το ζήτημα συνεπώς παραμένει ανοικτό.



Σοφία και Κωνσταντίνος σε φωτογραφία του 1895.

Σύνοψη και Συμπεράσματα

Υπενθυμίζεται το πρώτο ερώτημα που τέθηκε, ποιοί δηλαδή λόγοι συνετέλεσαν, ώστε η μετάφραση του Ευαγγελίου, είτε στην εκδοχή του Α. Πάλλη είτε στον συμφυρμό που επιχειρήθηκε με αυτήν της βασίλισσας, να αναχθεί σε ζήτημα υψίστης εθνικής σημασίας και αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης.

Η γλώσσα του Ευαγγελίου λειτούργησε στην εθνική συνείδηση ως αναπόσπαστος κρίκος στη γλωσσική και πολιτιστική συνέχεια του Ελληνισμού και ως καθοριστικό στοιχείο της νεοελληνικής ταυτότητας. Προστατευμένη στους κόλπους της Εκκλησίας καθ’ όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας συνετέλεσε, μαζί με τα λειτουργικά κείμενα, στη διατήρηση της συνείδησης του «συνανήκειν» μεταξύ των Ελλήνων Ορθοδόξων και παρέμεινε μετά τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους ζωντανός σύνδεσμος με τον πέραν των συνόρων Ελληνισμό. Συνεπώς η παραδοχή της ανάγκης το πολύτιμο αυτό κτήμα να αλλοιωθεί μέσω των παραφράσεων, προκειμένου να γίνει κατανοητό, συνιστά για τους αντιτιθέμενους στη μετάφραση του Ευαγγελίου παραδοχή ότι η γλωσσική συνέχεια έχει τρωθεί, συνιστά πλήγμα στην ίδια τη νεοελληνική ταυτότητα, απειλεί δε την ενότητα με τους υπόδουλους αδελφούς καθιστώντας τους συγχρόνως ευάλωτους σε ενδεχόμενη εχθρική προπαγάνδα στις διαφιλονικούμενες πλέον περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

«Τα κείμενα της Αγίας Γραφής είναι γραμμένα στην ελληνική», παρατηρεί η Ρένα Σταυρίδη- Πατρικίου.49 «Εάν μεταφραστούν, θα εξισωθούν ως λόγος με τα δυτικά ή τα άλλα ορθόδοξα-σλαβικά … Το εν πολλοίς ακατάληπτο κείμενο αυτονομείται από το περιεχόμενό του και μέσω της γλώσσας γίνεται σύμβολο της ελληνικής μοναδικότητας και υπεροχής».

Η γλώσσα του Ευαγγελίου, ως γλώσσα του πρωτοτύπου των ιερών κειμένων, εκλαμβάνεται επίσης ότι θεμελιώνει το πνευματικό πρωτείο της ελληνικής Εκκλησίας έναντι των υπολοίπων ορθοδόξων εκκλησιών. Δεδομένου ότι έχει αρχίσει η αμφισβήτηση αυτού του πρωτείου τόσο στη Μακεδονία με την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας, όσο και στη Μέση Ανατολή με την ανάρρηση αραβικής καταγωγής προσώπου στον Πατριαρχικό θρόνο Αντιοχείας, η ενθάρρυνση των μεταφράσεων θεωρήθηκε ότι θα ενισχύσει περαιτέρω αποσχιστικές τάσεις μεταξύ των αλλοφώνων Ορθοδόξων. Αυτές οι τάσεις, σύμφωνα με τις προβαλλόμενες αναλύσεις, συνιστούν κίνδυνο ιδίως στη Μακεδονία, όπου ήδη εκτυλίσσεται από ελληνικής πλευράς, αν και σοβούσα, προσπάθεια να αντιμετωπισθεί η βουλγαρική θρησκευτική και πολιτική διείσδυση μέσω προσεταιρισμού κοινοτήτων στην Εξαρχία. Η περιρρέουσα άποψη ότι πίσω από αυτή την υπονόμευση των ελληνικών δικαίων τόσο στον χώρο της Ορθόδοξης Εκκλησίας όσο και στα διεκδικούμενα εδάφη της «πέραν Ελλάδος» ενεργούσε η Ρωσική πολιτική, απετέλεσε το ιδεολογικό υπόβαθρο στο να αποδοθούν οι επικίνδυνες για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα μεταφράσεις επίσης στον Ρωσικό δάκτυλο.

Στο ερώτημα, «γιατί αυτές οι βίαιες αντιδράσεις εκδηλώθηκαν τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή» απαντούν εν μέρει όσα μόλις αναφέρθηκαν σχετικά με τους εξωτερικούς κινδύνους του Ελληνισμού, αλλά βεβαίως και το κλίμα απογοήτευσης, οργής και πληγωμένης εθνικής υπερηφάνειας μετά την ήττα του 1897. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα ως επιπλέον στοιχεία, τα οποία υποβοήθησαν αυτή την πάνδημη έκρηξη αγανάκτησης, σε αντίθεση, όπως προαναφέρθηκε, με παλαιότερες μεταφραστικές απόπειρες, μπορούν να επισημανθούν τα εξής: η απόδοση του Ευαγγελίου σε μια εκδοχή της δημοτικής που θεωρήθηκε ακραία, η δημοσίευση του Ιερού Κειμένου σε καθημερινό φύλλο εφημερίδας και η πρωτοφανής έκθεσή του στον αναγνώστη παράλληλα και σε οπτική γειτνίαση με θέματα της επικαιρότητας, τέλος, η καθημερινή αρθρογραφία και ανταλλαγή απόψεων στον Τύπο, η οποία κατέστησε το ζήτημα δημόσιο κτήμα και αντικείμενο συζητήσεων, ανεξάρτητα από κατανόηση, παραπληροφόρηση, ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των εμπλεκομένων.50



Ο πρωθυπουργός των Εαγγελικών Γεώργιος Θεοτόκης.

Και βεβαίως μετά το πέρας των επεισοδίων η προσοχή του κοινού είχε στραφεί πλέον στην κυβερνητική μεταβολή: «Τ ζήτημα χει λάβει χι χροιάν, λλ καραμπογιάν πλέον πολιτικήν. Πνε πλέον α γνμαι περ τν θείων νοημάτων το Εαγγελίου κα τς νότητος το λληνισμο δι το πάρχοντος κειμένου. Α γνμαι περιεστρέφοντο χθς ες τ ν ο 109 εναι χι ριθμς στηρίζων μίαν Κυβέρνησιν, ες τ ν Βασιλεύς ες τ ν Ζαΐμης …. Κα ες τ ν νέα κυβέρνησις διορίσ τν συζητοντα» (!) Έτσι σχολιάζεται η επικαιρότητα στις στήλες της εφημερίδας Σκρίπ (φύλ. 12ης Νοεμ).

Συνέπειες

Στις 25 Νοεμβρίου διαβάστηκε σε όλους τους ναούς της Ελλάδας απόφαση της Ιεράς Συνόδου, σύμφωνα με την οποία απαγορευόταν, υπό την απειλή αφορισμού, η πώληση ή και απλή ανάγνωση οιασδήποτε μετάφρασης των Ευαγγελίων.52 Στις 18 Δεκεμβρίου 1901 με νέα πατριαρχική και συνοδική εγκύκλιο το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποδοκίμασε «πσαν ες νεώτερον κοινολεκτούμενον γλωσσικν δίωμα κατ λέξιν μετάφρασιν» γενικά της Αγίας Γραφής, ιδίως δε του Ευαγγελίου. Στην εγκύκλιο, μετά την παράθεση των σταθερών αντι-μεταφραστικών επιχειρημάτων, υπογραμμιζόταν και πάλι, ότι το αναγκαίο δεν είναι η κατά λέξη μετάφραση αλλά η προσεκτική ανάγνωση του πρωτοτύπου και η ερμηνεία του «π ρμοδίων κα εδικν διδασκάλων κα τν πνευματικν Ποιμένων». Αυτό εξάλλου παρέδωσαν οι Πατέρες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας, «οτινες χρησιμοποίουν πάντοτε ρμηνείας κα διασαφήσεις πρς μετάδοσιν ες τος πλουστέρους το νυπάρχοντος ν τας Γραφας θείου φους κα βάθους». Συνεπώς, κατέληγε το κείμενο «πσα κατ λέξιν μετάφρασις εναι ποδοκιμαστέα κα καταδικαστέα».

Ως θεσμική κατάληξη όλης αυτής της αντιπαράθεσης που πυροδοτήθηκε κυρίως από τα Εαγγελικά μπορεί να θεωρηθεί η προσθήκη στο άρθρο 2 του Συντάγματος που ψήφισε η Β΄ Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων την 1η Ιουνίου 1911 παραγράφου, η οποία προέβλεπε, ότι «τ κείμενον τν γίων Γραφν τηρεται ναλλοίωτον – ες λλον γλωσσικν τύπον πόδοσις τούτου, νευ προηγουμένης γκρίσεως τς ν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης το Χριστο κκλησίας παγορεύεται πολύτως».

Στο Σύνταγμα του 1952 προσετέθη ως αναγκαία προϋπόθεση, η ενδεχόμενη μετάφραση να έχει και την έγκριση της «Ατοκεφάλου κκλησίας τς λλάδος». Είναι γνωστό, ότι με την προσθήκη της διευκρίνησης «πίσημος μετάφρασις» το Σύνταγμα της 9ης Ιουνίου 1975 άλλαξε σημαντικά τα δεδομένα αναφορικά με τη μετάφραση της Βίβλου.

Οι ταραχές που ξέσπασαν στην Αθήνα την 5η Νοεμβρίου 1901 δεν τερματίστηκαν αυτόματα με την πτώση της κυβέρνησης Θεοτόκη. Το Πανεπιστήμιο παρέμεινε υπό τον έλεγχο των φοιτητών ως τις 13 Νοεμβρίου. Και σε έναν από τους αρκετούς «μετασεισμούς» του επομένου μήνα, στις 12 Δεκεμβρίου, 4.000 διαδηλωτές που θεώρησαν ότι το ζήτημα δεν είχε λήξει συγκεντρώθηκαν και πάλι στους στύλους του Ολυμπίου Διός. Όταν ο επικεφαλής ζήτησε σπίρτα για να κάψει ένα αντίτυπο της μετάφρασης του Ευαγγελίου, που είχε επιμεληθεί η βασίλισσα Όλγα, πολλοί γεμάτοι ζήλο προθυμοποιήθηκαν να τού προμηθεύσουν.

Ελεύθερος από το βάρος των ιστορικών παραμέτρων και των ιδεολογικών δεδομένων που ο ιστορικός είναι υποχρεωμένος να αναζητήσει, προκειμένου να ερμηνεύσει μια συγκεκριμένη εξέλιξη ή ένα φαινόμενο, με την αμεσότητα όμως και ακρίβεια της ποιητικής ματιάς ο Ληξουριώτης Μικέλης Άβλιχος (1844-1917) σχολίασε το γεγονός: «Αν είχε στόμα τ’ Αγαθό βιβλίο, / ήθε μιλήσει μέσ’ αφ’ την πυρά. Κι ήθελ’ ο κόσμος έκθαμβος και πάλι ξανακούσει εκείνη τη φωνή την ιερά “Συγχώρεσ’ τους πατέρα μου, δεν ξέρουν τι ποιούσι”».



Το άρθρο της Βασιλικής Γ. Κάλφογλου-Καλοτεράκη είναι αφυπηρετήσασα Λέκτορας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

Η πρώτη σημοσίευση του άρθρου έγινε στο Έπαθλο

Post a Comment

Νεότερη Παλαιότερη