Η αμνήστευση των αγροτικών κινητοποιήσεων του 1997 και η ιστορική απόφαση 11/2001 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου - Όταν τα τρακτέρ σταμάτησαν τη χώρα και η δικαιοσύνη κλήθηκε να δώσει απαντήσεις
Σήμερα, καθώς τα τρακτέρ ξανακατεβαίνουν στους
δρόμους και οι αγρότες φωνάζουν για τα δίκαιά τους, αξίζει να θυμηθούμε μια
άλλη εποχή – το 1997.
Ήταν οι μέρες εκείνες που προηγήθηκαν του
Μαρτίου. Χιλιάδες τρακτέρ είχαν κλείσει τους δρόμους της Ελλάδας. Οι αγρότες
αγανακτισμένοι, είχαν καταλάβει εθνικές οδούς απαιτώντας να ακουστεί η
φωνή τους. Η χώρα ακινητοποιήθηκε. Και όταν οι κινητοποιήσεις έληξαν, πίσω
έμεινε μια δικαστική «βόμβα»: εκατοντάδες διώξεις για παρακώλυση συγκοινωνιών,
παραβάσεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, κοκ.
Δύο χρόνια αργότερα, το 1999, η Βουλή ψήφισε έναν
νόμο – τον Ν. 2721/1999 και το άρθρο 25 του.
Στόχος: να «εξαλειφθεί το αξιόποινο» αυτών των
πράξεων.
Να παύσουν οι διώξεις. Να διαγραφούν οι ποινές
από τα Ποινικά Μητρώα.
Το άρθρο 25 του Ν. 2721/1999 ήταν φαινομενικά
απλό:
Παράγραφος 1: Εξαλείφεται το αξιόποινο των πράξεων που αφορούν παρακώλυση
συγκοινωνιών (άρθρα 290, 291, 292 ΠΚ) και παραβάσεις του Κώδικα Οδικής
Κυκλοφορίας (άρθρο 34 παρ. 12), εφόσον τελέστηκαν πριν τον Μάρτιο 1997 από
αγρότες κατά τη διάρκεια αγροτικών κινητοποιήσεων.
Παράγραφος 2: Παύει οριστικά η ποινική δίωξη και διαγράφονται οι τυχόν επιβληθείσες
ποινές από το Ποινικό Μητρώο.
Ακουγόταν τεχνικό. Μιλούσε για «εξάλειψη
αξιοποίνου», για «ειδική παραγραφή».
Αλλά υπήρχε μια λεπτομέρεια που δεν μπορούσε να
αγνοηθεί: αφορούσε συγκεκριμένη ομάδα προσώπων (αγρότες), συγκεκριμένες πράξεις
(τις κινητοποιήσεις του 1997), και η Εισηγητική Έκθεση μιλούσε ξεκάθαρα
για "παροχή συγγνώμης".
Ήταν όμως αυτή η
παραγραφή/αμνηστία/συγκεκαλυμμένη συγγνώμη του κράτους – ένα νόμιμο εργαλείο
της πολιτικής, ή συνιστούσε παραβίαση της διάκρισης των εξουσιών για κοινά
εγκλήματα, που το Σύνταγμα απαγορεύει, όπως ρητά ορίζει το άρθρο 47, παρ. 4
[*];
Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου και ο Εισαγγελέας
Εφετών Θεσσαλονίκης αντέδρασαν. Υπέβαλαν αιτήσεις αναίρεσης εναντίον των
αποφάσεων των δικαστηρίων που είχαν εφαρμόσει τη σχετική διάταξη του Ν.
2721/1999.
Το ζήτημα έφτασε στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
Αντικείμενο της κρίσης της Ολομέλειας υπήρξαν τρεις αιτήσεις αναίρεσης κατά
αποφάσεων κατώτερων δικαστηρίων που είχαν εφαρμόσει το άρθρο 25 του Ν.
2721/1999.
Οι υποθέσεις αφορούσαν αγρότες που, κατά τις
κινητοποιήσεις πριν από τον Μάρτιο του 1997, είχαν κατηγορηθεί για παρακώλυση
συγκοινωνιών: αποκλεισμοί εθνικών οδών, τρακτέρ στα οδοστρώματα, κοινωνική
αναστάτωση. Η αρχική συνεδρίαση έγινε στις 15 Μαρτίου 2001.
Στις 21 Ιουνίου 2001 με ψήφους 23 έναντι 19 οι
αιτήσεις αναίρεσης απορρίφθηκαν με την ιστορική απόφαση υπ` αριθμ. 11/2001. Το
άρθρο 25 του Ν. 2721/1999 κρίθηκε συνταγματικό. Οι αποφάσεις των κατώτερων
δικαστηρίων που είχαν παύσει τις διώξεις έμειναν σε ισχύ.
Οι αγρότες του 1997 δεν θα δικάζονταν. Οι διώξεις
των αγροτών κρίθηκαν οριστικά παυθείσες. Τα ποινικά τους μητρώα θα
καθαρίζονταν. Η κρατική -και πολιτική- συγγνώμη – είτε τη λέμε παραγραφή είτε
αμνηστία – είχε δοθεί.
Η Απόφαση 11/2001 του Αρείου Πάγου ήταν μια
φωτογραφία της ελληνικής κοινωνίας εκείνης της εποχής: μια χώρα που πάλευε να
βρει την ισορροπία ανάμεσα στο κράτος δικαίου και την κοινωνική συνοχή, ανάμεσα
στην τυπική νομιμότητα και την ουσιαστική δικαιοσύνη.
Στην πράξη, η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου έβαλε
την πολιτική σκοπιμότητα και την ανάγκη κοινωνικής ειρήνευσης πάνω από τη
συνταγματική απαγόρευση της αμνηστίας κοινών εγκλημάτων.
Το «Τελεσίγραφο» των τρακτέρ μετατράπηκε σε ένα
νέο νομικό προηγούμενο, αφήνοντας την κληρονομιά μιας διάταξης που θεωρείται
πλέον ένα ηχηρό μήνυμα, όχι μόνο για τους αγρότες του 1997, αλλά και για όλες
τις επόμενες γενιές κινητοποιήσεων:
Μερικές φορές, η πολιτική πίεση μπορεί να αλλάξει
ακόμα και την ερμηνεία του Συντάγματος.
Σήμερα, που οι αγροτικές κινητοποιήσεις
επιστρέφουν, η απόφαση αυτή αποκτά ξανά δραματική επικαιρότητα:
Πώς αντιμετωπίζει μια δημοκρατία τη λαϊκή
διαμαρτυρία;
Με συγγνώμη ή με τιμωρία; Με παραγραφή ή με
αμνηστία; Με κατανόηση ή με αυστηρότητα;
Ο Άρειος Πάγος του 2001 είπε ναι — για τους
αγρότες του ’97 – αλλά με 19 δικαστές να διαφωνούν[**]. Έκτοτε το Σύνταγμα
παραμένει αμετάβλητο: η αμνηστία για κοινά εγκλήματα είναι απαγορευμένη. Και η
σκιά της μειοψηφικής γνώμης αιωρείται ακόμα — σαν ειδοποίηση.
Και κάποια στιγμή, στην ένταση της νέας αγροτικής
αναταραχής, θα αναρωτηθούμε:
Ποιος αποφασίζει ποιος αξίζει συγγνώμη; Και
ποιος, αντίθετα, πρέπει να πληρώσει;
Πότε η πολιτεία δείχνει κατανόηση και πότε φταίει
η ίδια;
Πότε υποκύπτει σε πιέσεις και πότε εκμαυλίζεται;
Πότε η συγγνώμη γίνεται προνόμιο και πότε
δικαίωμα;
Και πότε η Δικαιοσύνη πρέπει να υψώνει ανάστημα;
και σε ποιόν;
Και όσο οι κινητοποιήσεις ξαναφουντώνουν, η
ιστορία μοιάζει να μας υπενθυμίζει ότι οι δρόμοι δεν κλείνουν μόνο με τρακτέρ.
Κλείνουν και με αποφάσεις, με νόμους, με κρίσεις
και εξεταστικές επιτροπές που γράφονται στα πρακτικά αλλά χαράζονται στη
συλλογική μνήμη για την μεγαλειώδη αποτυχία της κοινωνίας μας:
- Να περιορίσει τους κλέφτες, να περιχαρακώσει
της αξίες της.
- Να αποφύγει τέλος την αυτογελοιοποίηση της.
Σημειώσεις:
[*]'Αρθρο 47: (Χάρη και αμνηστία)
1. O Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει το δικαίωμα,
ύστερα από πρόταση του Yπουργού Δικαιοσύνης και γνώμη συμβουλίου που
συγκροτείται κατά πλειοψηφία από δικαστές, να χαρίζει, μετατρέπει ή μετριάζει
τις ποινές που επιβάλλουν τα δικαστήρια, καθώς και να αίρει τις κάθε είδους
νόμιμες συνέπειες ποινών που έχουν επιβληθεί και εκτιθεί.
2. O Πρόεδρος της Δημοκρατίας μόνο με τη
συγκατάθεση της Bουλής έχει το δικαίωμα να απονέμει χάρη σε Yπουργό που
καταδικάστηκε κατά το άρθρο 86.
*3. Aμνηστία παρέχεται μόνο για πολιτικά
εγκλήματα, με νόμο που ψηφίζεται από την Oλομέλεια της Bουλής με πλειοψηφία των
τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών.
4. Aμνηστία για κοινά εγκλήματα δεν παρέχεται
ούτε με νόμο.
[**] Με οριακή αλλά καθοριστική πλειοψηφία (23
έναντι 19), ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι η διάταξη δεν είναι αντισυνταγματική.
Η πλειοψηφία υποστήριξε ότι:
Το άρθρο 25 θεσπίζει ειδική παραγραφή και όχι
αμνηστία.
Δεν εκμηδενίζει αναδρομικά το έγκλημα, αλλά
περιορίζεται στην παύση της δίωξης και στη διαγραφή της ποινής.
Δεν παραβιάζεται η διάκριση των εξουσιών.
Ο δικαστής δεν έχει δικαίωμα να ελέγχει τα
κίνητρα ή την πολιτική σκοπιμότητα του νομοθέτη, ούτε να υποθέτει
«κρυπτοαμνηστία» πίσω από τη γραμματική διατύπωση του νόμου.
Ο έλεγχος, κατά την πλειοψηφία, είναι καθαρά
νομικός. Όχι πολιτικός. Και με αυτά τα κριτήρια, η ρύθμιση κρίθηκε συνταγματικά
ανεκτή.
Η μειοψηφία υποστήριξε ότι:
Η ρύθμιση ήταν ουσιαστικά αμνηστία κοινών
εγκλημάτων, απαγορευμένη από το άρθρο 47 §4 του Συντάγματος.
Αφορούσε συγκεκριμένη ομάδα προσώπων (αγρότες)
και συγκεκριμένες πράξεις.
Δεν εντασσόταν σε γενική αντεγκληματική πολιτική.
Η διαγραφή από το Ποινικό Μητρώο και η «παροχή
συγγνώμης», όπως αναφερόταν ακόμη και στην Εισηγητική Έκθεση, αποκάλυπταν τον
πραγματικό της χαρακτήρα.
Ο δικαστής, κατά τη μειοψηφία, δεν δεσμεύεται από τις λέξεις του νομοθέτη, αλλά κρίνει την ουσία και τις έννομες συνέπειες. Και εδώ, η ουσία ήταν – κατά τη γνώμη τους – μια συγκεκαλυμμένη αμνηστία.
Δημήτρης Πειρούνης
Δικηγόρος
Πηγές: Άρειος Πάγος

Δημοσίευση σχολίου