Κατά τη δεκαετία του 1880 το ζήτημα της σχολικής στέγης τίθεται με ιδιαίτερη ένταση στον δημόσιο διάλογο της Ελλάδας. Επιστήμονες, παιδαγωγοί και υγειονομικοί επισημαίνουν ότι το σχολικό κτήριο δεν αποτελεί απλώς έναν χώρο φιλοξενίας της εκπαιδευτικής διαδικασίας, αλλά βασικό συντελεστή της ποιότητάς της. Τα ακατάλληλα και ανθυγιεινά διδακτήρια θεωρούνται πλέον παράγοντας κινδύνου για τη σωματική υγεία των μαθητών και εμπόδιο στην καθιέρωση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης.
Σταδιακά διαμορφώνεται η κοινή πεποίθηση ότι η γενίκευση της σχολικής φοίτησης δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς έναν στοιχειωδώς οργανωμένο σχολικό κτηριακό χάρτη, προσαρμοσμένο στο οικιστικό πλέγμα και στις κοινωνικές συνθήκες της χώρας. Η σχολική στέγη αναδεικνύεται έτσι σε καίριο ζήτημα κρατικής πολιτικής.
Οι πρώτες νομοθετικές παρεμβάσεις
Στις 9 Ιανουαρίου 1888 η κυβέρνηση του Χαρίλαου Τρικούπη εισάγει νόμο που προβλέπει τη χρηματοδότηση της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης μέσω ειδικού ταμείου, μέρος του οποίου προορίζεται για την ανέγερση σχολικών κτηρίων. Πολύ σύντομα, ωστόσο, καθίσταται σαφές ότι οι διαθέσιμοι πόροι δεν επαρκούν για την κάλυψη των πραγματικών αναγκών. Η αποτυχία ψήφισης του νομοσχεδίου «Περί δημοτικών προσόδων, δανείων και βαρών» επιβεβαιώνει τα όρια των πρώτων αυτών προσπαθειών.
Παρά τις πολιτικές αντιπαραθέσεις, αναγνωρίζεται από όλες τις πλευρές η αναγκαιότητα άμεσης κρατικής παρέμβασης στον τομέα των σχολικών υποδομών. Η διαδικασία αυτή οδηγεί για πρώτη φορά στη συστηματική καταγραφή των σχολικών ελλείψεων σε εθνικό επίπεδο.
Το διάταγμα του 1894 και η κανονιστική τομή
Καθοριστικό ρόλο στη συγκρότηση της σχολικής αρχιτεκτονικής διαδραματίζει το διάταγμα της 17ης Μαΐου 1894, το πρώτο κανονιστικό κείμενο που ρυθμίζει συνολικά τον σχολικό χώρο στην Ελλάδα. Το διάταγμα, έργο του νομομηχανικού Δημήτρη Καλλία, αντλεί σε μεγάλο βαθμό από τον αντίστοιχο γαλλικό κανονισμό του 1880 και εισάγει τον κεντρικό κρατικό έλεγχο στον σχεδιασμό των σχολικών κτηρίων.
Η έγκριση των σχεδίων από το Υπουργείο Εσωτερικών και το Συμβούλιο Δημοσίων Έργων σηματοδοτεί μια νέα εποχή, όπου το σχολικό κτήριο αντιμετωπίζεται ως δημόσιο έργο με συγκεκριμένες τεχνικές, παιδαγωγικές και υγειονομικές προδιαγραφές.
Χρηματοδότηση και προτεραιότητες
Με τον νόμο ΒΤΕ΄ «Περί εκπαιδευτικών τελών» (1895) συγκροτείται ειδικό κεφάλαιο αποκλειστικά αφιερωμένο στη βελτίωση της στοιχειώδους εκπαίδευσης και στην ανέγερση νέων σχολικών κτηρίων. Ο νόμος ΒΤΜΘ΄ της ίδιας χρονιάς καθορίζει την ιεράρχηση των περιοχών όπου θα εφαρμοστεί κατά προτεραιότητα το πρόγραμμα, δίνοντας έμφαση σε μικρότερους δήμους και αγροτικούς οικισμούς.
Η επιλογή αυτή συνδέεται τόσο με το υψηλό κόστος κατασκευής στις μεγάλες πόλεις όσο και με την ύπαρξη διαθέσιμου οικιστικού αποθέματος σε αστικά κέντρα όπως το Άργος και το Ναύπλιο, όπου η στέγαση σχολείων μπορούσε προσωρινά να εξυπηρετηθεί μέσω ενοικίασης υφιστάμενων κτηρίων.
Τα σχολεία τύπου «Καλλία» και η εφαρμογή τους στην Αργολίδα
Από το 1898 και εξής, τα λιθογραφημένα σχέδια του Δημήτρη Καλλία για μονοτάξια, διτάξια, τετρατάξια και εξατάξια δημοτικά σχολεία αποτελούν τη βάση του πρώτου συστηματικού κρατικού προγράμματος σχολικής στέγης. Η αίθουσα διδασκαλίας αναδεικνύεται σε βασική μονάδα της κάτοψης, με έμφαση στον φυσικό φωτισμό, τον αερισμό και τη λειτουργική οργάνωση.
Στην Αργολίδα, η εφαρμογή των σχολείων τύπου «Καλλία» εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο εκσυγχρονισμού των εκπαιδευτικών υποδομών της περιοχής. Σε αγροτικούς και ημιαστικούς οικισμούς του νομού, όπου οι εκπαιδευτικές ανάγκες αυξάνονται σταθερά κατά το πέρασμα στον 20ό αιώνα, τα νέα σχολικά κτήρια λειτουργούν ως τοπόσημα κρατικής παρουσίας και κοινωνικής συνοχής.
Η νεοκλασική μορφολογία των σχολείων αυτών, με τη συμμετρική όψη, την τονισμένη κεντρική είσοδο και τα μορφολογικά δάνεια από την αθηναϊκή αρχιτεκτονική, προσδίδει στο σχολείο έναν συμβολικό χαρακτήρα κύρους και θεσμικής σταθερότητας, συχνά σε έντονη αντίθεση με το παραδοσιακό δομημένο περιβάλλον των οικισμών της Αργολίδας.
Αρχιτεκτονική, φοίτηση και κοινωνική πραγματικότητα
Η εσωτερική οργάνωση των σχολείων τύπου «Καλλία» αντανακλά μια ρεαλιστική προσέγγιση της σχολικής φοίτησης. Η χρήση διθέσιων θρανίων και η απουσία αυστηρής αντιστοίχισης αιθουσών και τάξεων αποτυπώνουν τη μεταβατική φύση της εκπαίδευσης, όπου η φοίτηση παραμένει ακανόνιστη και συχνά διακοπτόμενη, ιδιαίτερα στις αγροτικές περιοχές.
Παρά τις αδυναμίες του συστήματος, τα σχολικά αυτά κτήρια καθιερώνουν για πρώτη φορά ένα ενιαίο πρότυπο σχολικής αρχιτεκτονικής σε πανελλαδικό επίπεδο, δημιουργώντας μια κοινή εικόνα του σχολείου στη συλλογική μνήμη.
Αποτίμηση και ιστορική σημασία
Μέχρι το 1911 είχαν κατασκευαστεί σε ολόκληρη τη χώρα 407 σχολεία με χρηματοδότηση από τα εκπαιδευτικά τέλη, αριθμός που αντιστοιχεί σε μικρό ποσοστό του συνόλου των σχολικών μονάδων. Παρά τα περιορισμένα αποτελέσματα, τα σχολεία τύπου «Καλλία» θεμελιώνουν το πρώτο συνεκτικό κρατικό εγχείρημα για τη σχολική στέγη.
Στην Αργολίδα, όπως και σε άλλες περιοχές της χώρας, τα κτήρια αυτά αποτελούν σήμερα σημαντικά τεκμήρια της ιστορίας της εκπαίδευσης και της δημόσιας αρχιτεκτονικής, αποτυπώνοντας τη στιγμή όπου το ελληνικό κράτος επιχειρεί να μεταφράσει την παιδαγωγική ιδέα σε μόνιμη υλική μορφή.



Δημοσίευση σχολίου